γράφει ο Σωκράτης Σωτηρόπουλος

Αυτό το άρθρο δεν αποτελεί μόνο μία εκδήλωση τιμής σε αυτούς που αγωνίσθηκαν, βασανίσθηκαν, σημαδεύτηκαν σωματικά και ψυχικά, θυσίασαν τη ζωή τους στο βωμό του χρέους, του πατριωτικού καθήκοντος και της ελευθερίας. Εξίσου, αποτελεί και αφορμή  για παραδειγματισμό και εθνικό φρονηματισμό των μεταγενεστέρων.

Ιδίως, μέσα στις δύσκολες στιγμές που περνάμε, περίοδο βαθιάς κρίσης, όχι μόνο οικονομικής, αλλά και των αξιών και των ιδανικών του έθνους, τέτοια πρότυπα ευθύνης και αγώνων τα έχουμε ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Γιατί μας κρατούν σε εγρήγορση, μας δίνουν την ώθηση να συνερχόμαστε από την αλλοτρίωση, την παθητικοποίηση της ραστώνης και του ευδαιμονισμού και να αιρόμαστε στο ύψος των περιστάσεων. Και τα παραδείγματα, ιδιαίτερα για εμάς τους Έλληνες, ενός λαού με τουλάχιστον 10.000 χρόνια ιστορία και προϊστορία είναι αναρίθμητα και δεν χρειάζεται να αναμοχλεύσουμε για πολύ την εθνική μνήμη για να τα ανακαλύψουμε. Επιβάλλεται να συνειδητοποιήσουμε ότι η αγάπη, η προσφορά και η θυσία για τη πατρίδα τελικά επιστρέφει σε εμάς τους ίδιους, αφού χωρίς την ασφάλεια και την ακεραιότητα της πατρίδας δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για ατομική ελευθερία, αλλά και ατομική ευημερία. Κατά το φιλοσοφικό αφορισμό του Αριστοτέλη στα “Πολιτικά” του «Το γαρ όλον πρότερον αναγκαίον είναι του μέρους, αναιρουμένου γαρ του όλου, ουκ έσται πους, ουδέ χειρ», που θα πει ότι, αν καταστραφεί το σώμα σαν σύνολο, δεν γίνεται πια να μιλάμε για χέρι και για πόδι.  

Η Ιστορία τού 1821 δεν μπορεί να γραφεί επαρκώς με υπεραπλουστεύσεις, και μάλιστα στο στενό (απλοϊκό) αναλυτικό πλαίσιο της “εξέγερσης” ή “επανάστασης” κάποιων καταπιεζομένων υποδούλων (ελληνοφώνων Χριστιανών ραγιάδων) κατά κάποιων καταπιεζόντων εξουσιαστών (τουρκοφώνων Μουσουλμάνων Οθωμανών).

Ακόμη και τα παραδοσιακά μεθοδολογικά εργαλεία της ιστορικής επιστήμης είναι ανεπαρκή για την ανάλυση της δυναμικής κλιμάκωσης τού Πολέμου της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, που ήταν ένας χαοτικός πόλεμος ραγιάδων κατά τριηπειρωτικής αυτοκρατορίας (της Οθωμανικής), με ταυτόχρονη αντιπαράθεση εκείνων των ραγιάδων προς όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις το 1821-1824, και μάλιστα ραγιάδων που είχαν προγραφεί από τούς Οθωμανούς προς γενοκτονιακή εξόντωση το 1821-1825. 

Ο Πόλεμος της Ελληνικής Ανεξαρτησίας παραμένει μέχρι σήμερα ένα δυσεξήγητο φαινόμενο, που πολλοί ιστορικοί και ιστοριοδίφες χαρακτήρισαν ως“θαύμα”, λαμβάνοντες υπ’ όψη αφενός τη συντριπτική ανισορροπία δυνάμεων (στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική) σε βάρος των τότε εξαθλιωμένων και μαζικώς σφαγιαζομένων εμπολέμων Ελλήνων και αφετέρου τις τεκτονικές ανακατατάξεις, την πραγματική κοσμογονία, που προξένησε σε γεωπολιτικό επίπεδο ο νικηφόρος εθνοαπελευθερωτικός αγώνας εκείνων των “εξεγερθέντων” ραγιάδων, όπως π.χ.:

  • Κατάρρευση της Ιεράς Συμμαχίας των Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) το 1825, η οποία Ιερά Συμμαχία, όχι απλά κλονίσθηκε, αλλά ουσιαστικά διαλύθηκε.  
  • Δημοκρατικές εξεγέρσεις (1830, 1848). Αμέσως μετά τη διεθνή αναγνώριση της εθνικής ανεξαρτησίαςτης Ελλάδος (1830), δηλαδή αμέσως μετά την ανάδειξη τού ελληνικού λαού ως υποδείγματος  για τη χειραφέτηση όλων των καταπιεσμένων λαών τού Κόσμου, ξέσπασε ένα κύμα λαϊκών εξεγέρσεων στην ευρωπαϊκή ήπειρο , οι οποίες μείωσαν το κύρος  και την εξουσιαστική δύναμη των μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων.
  • Αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1832, 1833).  Διαμελισμός αυτής  και προσάρτηση εδαφών από τις Μεγάλες Δυνάμεις και δη της Ρωσίας. Το περίφημο στο γεωπολιτικό χάρτη “Ανατολικό Ζήτημα”.
  • Διάλυση των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Ο τιτάνιος εθνοαπελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων αποτέλεσε πρότυπο  για την απελευθέρωση δεκάδων εθνώνσε παγκόσμιο επίπεδο στη μεταναπολεόντεια εποχή. Οι  Έλληνες συνέβαλαν, όσον ουδείς άλλος λαός, στη διαμόρφωση τού σημερινού πολιτικού  χάρτη της Ευρώπης  και στην κατάρρευση όλων των αποικιακών αυτοκρατοριών. Ενδεικτικά, αφού η μικρή Ελλάδα απελευθερώθηκε στον 19ο αιώνα, ήταν αδιανόητο πλέον να μην απελευθερωθεί η μεγάλη Ινδία στον 20ό αιώνα. 

Συνοπτικά, ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας αποτέλεσε ένα πολυδιάστατο φαινόμενο με κοσμογονικές επιπτώσεις στη γεωπολιτική αρένα τότε, στη μεταναπολεόντεια εποχή, και έκτοτε.

Εκείνα τα επιτεύγματα οι Έλληνες τα κατόρθωσαν “εν μέσω παντελούς απορίας, αμηχανίας, αταξίας, διαιρέσεως και αναρχίας” (όπως επισήμανε ο Σπυρίδων Τρικούπης) και μάλιστα αγωνισθέντες κατά πάντων σε διπλωματικά και στρατιωτικά μέτωπα. Στα πρώτα τέσσερα χρόνια τού πολέμου (1821-1824), μέχρι την αναγνώριση της Ελληνικής Κυβέρνησης από την Αγγλία (7 Νοεμβρίου 1824), οι Έλληνες πολεμούσαν παντελώς μόνοι, χωρίς τη συνδρομή των Μεγάλων Δυνάμεων και μάλιστα παρά τις διπλωματικές μηχανεύσεις και πολεμικές εχθροπραξίες των μεγάλων κρατών της Ευρώπης εναντίον της εγειρομένης Ελλάδος.

Το 1821 ουδείς ιστορικός μπορούσε να προβλέψει τις επιπτώσεις της “επαναστάσεως” τού 1821 σε παγκόσμιο επίπεδο. Δηλαδή πώς ένας φτωχός και υπόδουλος λαός πολέμησε επί τόσα πολλά χρόνια κατά στρατευμάτων και στόλων από τρείς ηπείρους (Ασία, Αφρική και Ευρώπη) και πώς απελευθερώθηκε και μάλιστα υπό τη σκιά “βελών” από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Ευλόγως λοιπόν ο Στάντης Ρ. Αποστολίδης παρατήρησε ότι “η Ιστορία τού ’21 ακόμα δεν έχει οριστικά γραφεί”. Το ίδιο και ο Θεόδωρος Παναγόπουλος (πρώην Δικαστικός και νυν Συγγραφέας) στο εκπληκτικό του βιβλίο: “Τα ψιλά γράμματα της ιστορίας”.

Πράγματι, η Ιστορία τού ’21 δεν είναι δυνατόν να γραφεί επαρκώς στο στενό αναλυτικό πλαίσιο της “εξέγερσης” ή “επανάστασης” κάποιων καταπιεζομένων υποδούλων (Χριστιανών ραγιάδων) κατά κάποιων καταπιεζόντων εξουσιαστών (Μουσουλμάνων Οθωμανών).

Ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας άρχισε ως  εξέγερση  των “Αρβανιτών” της Μολδοβλαχίας — που ήσαν Αλβανοί, Έλληνες, Βούλγαροι και Σέρβοι μισθοφόροι— υπό την ηγεσία τού Αλέξανδρου Υψηλάντη (στις 22 Φεβρουαρίου 1821) και μετά από ένα μήνα προσέλαβε τον χαρακτήρα λαϊκής επανάστασης στο Μωριά και στη Ρούμελη (από την 22 Μαρτίου 1821). Στις επόμενες όμως εβδομάδες, μετά τη συγκρότηση τού Ελληνικού Στόλου σε εν τάξει πολεμική δύναμη (176 πλοία) υπό ενιαία (Υδραϊκή) ναυαρχική διοίκηση και ειδικά μετά από τη Μάχη τού Βαλτετσίου (12-13 Μαΐου 1821), ο αγώνας των Ελλήνων εξελίχθηκε σε εθνοαπελευθερωτικό πόλεμο ή Πόλεμο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας.  

Ήδη όμως τότε, από τον απαγχονισμό τού θρησκευτικού ηγέτη των Ελλήνων (Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄), την 10 Απριλίου 1821, και τις μαζικές σφαγές χιλιάδων αμάχων στην Κωνσταντινούπολη, εκείνος ο πόλεμος κλιμακώθηκε σε ένα πόλεμο μέχρις εσχάτων με εκατέρωθεν στρατηγικά πλήγματα, αλλά και μαζικές σφαγές δεκάδων χιλιάδων αμάχων, Ελλήνων και Τούρκων: Ελλήνων αμάχων στη Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Κασσάνδρα, Νάουσα, Κυδωνιές, Κουσάντασι (Αϊβαλί), Σμύρνη, Κύπρο, Κρήτη, Σαμοθράκη, Χίο, Κάσσο, Ψαρά, Μεσολόγγι και δυτική Πελοπόννησο και Τούρκων αμάχων στην Τριπολιτσά, Νεόκαστρο, Κόρινθο και Αθήνα. Τότε οι Χριστιανοί ραγιάδες πολεμούσαν πλέον ως έθνος υπό γενοκτονιακό διωγμό, όπως ρητά και απερίφραστα διατυπώθηκε στο τελεσίγραφο πολέμου της Ρωσίας κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (6/7/1821) που αναφέρεται σε εξολόθρευση χριστιανικού λαού.

Εκείνος ο πόλεμος κλιμακώθηκε ακόμη περισσότερο σε περιφερειακό τριηπειρωτικό πόλεμο από το 1823, όταν η Κρήτη μαχόταν κατά στρατευμάτων τριών ηπείρων — ΑσίαΑφρική και Οθωμανική Ευρώπη —που επέπεσαν ταυτόχρονα επί της μεγαλονήσου, ενώ στον επόμενο χρόνο ο Ελληνικός Στόλος καταναυμάχησε ενωμένους πολεμικούς στόλους, επίσης από τρεις ηπείρους (ΑσίαΑφρική και Ευρώπη), στη Μάχη τού Αιγαίου, που αποτελούταν από δέκα (10) επί μέρους ναυμαχίες και έληξε με πολεμική νίκη των Ελλήνων και πολιτική δικαίωση της ελληνικής διπλωματίας. Ειδικότερα, αμέσως μετά τη Μάχη τού Αιγαίου η μεν Αγγλία αναγνώρισε την Ελληνική Κυβέρνηση (7 Νοεμβρίου 1824) οι δε άλλες Μεγάλες Δυνάμεις άρχισαν να μεταστρέφονται σταδιακά υπέρ της Ελλάδος και κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Είναι εκπληκτικό ότι εν μέσω εκείνου τού χαοτικού πολέμου (που ήταν εθνικός και ταυτόχρονα θρησκευτικός, ολοκληρωτικός και περιφερειακός), οι Έλληνες κατόρθωσαν όχι μόνο να αποτρέψουν τη φυσική τους εξόντωση ως γένος, αλλά και να κατανικήσουν όλα τα στρατεύματα και να καταναυμαχήσουν όλους τούς στόλους που ο Σουλτάνος έστειλε εναντίον τού Μωριά και τής Ρούμελης το 1821-1824. Επιπλέον η ελληνική εξωτερική πολιτική (Μαυροκορδάτος, Κωλέτης, Νέγρης, Ορλάνδος, κ.ά.) και παρά την ιστορική αμφισβήτηση που έχει δεχθεί, είναι γεγονός ότι πέτυχε τελικά τη στρατιωτική εμπλοκή των Μεγάλων Δυνάμεων, ήτοι των Αγγλίας-Γαλλίας-Ρωσίας στο Ναυαρίνο (1827), της Γαλλίας στον Μωριά (1828-1829) και της Ρωσίας στην ανατολική Βαλκανική (1828-1829) υπέρ της Ελλάδος.

Πολλοί  Έλληνες ιστοριοδίφες (Παπαρρηγόπουλος, Τρικούπης) ερίζουν περί τού “από πού” άρχισε η “Επανάσταση” στον ελλαδικό χώρο (Αίγιο, Πάτρα, Καλαμάτα, Μάνη κ.τ.λ.), ενώ είναι ιστορικά καταγεγραμμένος ο σχεδιασμός της Φιλικής Εταιρείας για ταυτόχρονη έκρηξη τού Πολέμου της Ελληνικής Ανεξαρτησίας σε όσον το δυνατόν περισσότερα μέτωπα προς στρατηγικό περισπασμό και αποπροσανατολισμό των Τούρκων.

Τεράστια σημασία είχαν οι αρχικές συνθήκες στην ευόδωση τού Αγώνα της Ανεξαρτησίας, όπως π.χ. (α) η πολιτιστική προετοιμασία τού έθνους μέσω της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την καθοριστική συνέργεια τού Ελληνικού Διαφωτισμού (Κοραής, Μοισιόδακας, Βενιαμίν ο Λέσβιος, Βούλγαρης, κλπ), (β) η σφυρηλάτηση της πολεμικής ενότητας των ραγιάδων από τη Φιλική Εταιρεία το 1816-1822, (γ) η στρατηγική επικέντρωση των Ελλήνων στην κατάληψη της Τριπολιτσάς (Τρίπολης), (δ) ο ταυτόχρονος περισπασμός σε πολλαπλά μέτωπα: της Ιεράς Συμμαχίας (εισβολή Αυστριακών στην Ιταλία) και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Αλή Πασάς, Μολδοβλαχία, Περσία) και (ε) ο καλύτερος  για τους Έλληνες χρόνος έναρξης των εχθροπραξιών (timing).

Πολλοί ιστοριοδίφες περιέγραψαν και χαρακτήρισαν τον Πόλεμο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας ως “επανάσταση” καταπιεζομένων κατά καταπιεστών. Ήταν η μοναδική από τις επαναστάσεις τού 1820-1822 που κατόρθωσε να αναπτυχθεί, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να καταστεί τότε η πηγή έμπνευσης τού διεθνούς φιλελευθερισμού. Τα εθνικά, ιδεολογικά και πολιτειακά προτάγματα του Πολέμου της Ελληνικής Ανεξαρτησίας ήσαν τόσο απειλητικά για την παγκόσμια αποικιακή και αυτοκρατορική τάξη πραγμάτων τότε, όσο είναι και για την πολιτισμικώς σαρωτική “παγκοσμιοποίηση” σήμερα — απροκάλυπτα στρατοκρατική τότε, προσχηματικά τεχνοοικονομική σήμερα.

Δυστυχώς, καθώς είμαστε υποχρεωμένοι να αναμετρηθούμε με το Εικοσιένα και το μεγαλείο εκείνης της εποχής και να αντιμετρήσουμε το σημερινό ανάστημα του Έθνους με το τότε ανάστημά του, φρίττουμε! Μας πληγώνει το πόσο μικροί είμαστε.

Εκείνοι έδιναν τη ζωή τους για την Ελευθερία! Την Ελευθερία! Aυτή την υπέροχη λέξη που έχει καθορίσει την Ιστορία του Έθνους, για την οποία έχουν χυθεί ποταμοί αίματος και για την οποία θα έλεγε κανείς πως το κύρος της το αντλεί από τη συγκλονιστική συγκατάβαση του ίδιου του Θεού. Ποιος σοβαρός ιστορικός μπορεί να αμφισβητήσει ότι την Ελευθερία της χώρας, μέσα σε τόσα ανυπέρβλητα εμπόδια και ανάμεσα σε τόσες αντιξοότητες, την ήθελε ακόμα και ο ίδιος ο Θεός;

Δεν είμαστε βέβαια υπερήφανοι για όλα όσα είχαν συμβεί τότε! Ο πόλεμος δεν παύει να είναι μία φρίκη. Καμία επανάσταση όμως δεν γέννησε αγίους! Γέννησαν ήρωες, αλλά όχι αγίους. Αυτοί οι άνθρωποι τότε, κάτω από τη σκληράδα και την τραχύτητα, φλογίζονταν από τη φωνή του Εθνικού χρέους και μέσα τους αντηχούσε η αθανασία, ώστε να επιτελέσουν αυτό το θαύμα.

Ας μας γίνουν οι ηρωικοί πρόγονοί μας φωτεινό παράδειγμα σήμερα, αφού το Έθνος παλεύει για μία ακόμα φορά για την Ελευθερία του. Οικονομική αυτή τη φορά, αλλά πίσω από την οικονομική κρίση υπάρχει κρίση ιδεών, ηθών, αξιών, παιδείας, πολιτισμού (όλα αυτά που ευτελίζονται αδιακόπως και αδιακρίτως σήμερα) και αύριο και ταυτότητας. Για μία ακόμα φορά παλεύουμε για την “Ελευθερία”, μόνο που αυτή τη φορά η τεράστια διαφορά μεγεθών σε καταθλίβει.

Ας ευχηθούμε οι δύσκολες στιγμές που περνούμε να γίνουν εφαλτήριο για ένα καλύτερο αύριο.

Ζήτω το Εικοσιένα! Ζήτω η Ελλάς!