Αρης Κωνσταντινίδης

Συνάντησα μία οικογενειακή φίλη στο σούπερ μάρκετ. Φίλη των γονιών μου βασικά, μεγάλη γυναίκα αλλά πάντως νεότερη από εκείνους. Με ρώταγε τι κάνει ο μπαμπάς μου. Τι να κάνει τις λέω, στα 90 του, καταλαβαίνετε τώρα, δύσκολα τα πράγματα. Όλο γκρινιάζει με κάτι, όλο θυμάται κάτι, συνέχεια γιά κάποιον λόγο ασχολούμαστε με το ένα και το άλλο του.

“Του λες ποτέ ότι τον αγαπάς Άρη μου;”, ρώτησε. Ε, αυτά οπωσδήποτε ισχύουν τις λέω, δε θα αγαπούσα τον πατέρα μου; “Ναι, αλλά του το λες; Του λες ότι τον αγαπάς;” Ε… χμμμμ. Δεν ήξερα τι να απαντήσω, ντράπηκα.

Είναι παράξενο αυτό, αλλά εδώ και πολλά χρόνια δεν τα λέμε πια όλα αυτά μεταξύ μας. Να πω την αλήθεια μου, δε γνωρίζω και οι άλλες οικογένειες τι κάνουν. Μιλούν έτσι μεταξύ τους παιδιά και γονείς; Πριν χρόνια έγραφα για την απώλεια της μαμάς μου. Και κατηγορούσα τον εαυτό μου που δεν την αγκάλιαζα όσο θα έπρεπε, πως δεν τη φιλούσα και κυρίως ότι δεν της εξέφραζα την αγάπη μου… Και το εξομολογήθηκα δημόσια αυτό και με συντριβή. Ότι τώρα πια πού να απευθυνθώ, πώς να μετανοήσω, ότι πλέον είναι πολύ αργά εφόσον χάθηκε εδώ και τόσα χρόνια….

Κι όμως και με τον πατέρα μου, που δόξα τω θεώ ζει ακόμα, τα ίδια κάνω. Και ντρέπομαι και αισθάνομαι άσχημα γι’ αυτό. Και παρόλα αυτά δεν αλλάζω στάση. Ελπίζω όταν θα είναι αργά να μη μετανιώνω πάλι. Να το πάρω απόφαση πως αυτός είμαι. Ένας γιος που νοιάζεται, που τρέχει, που βοηθάει, αλλά με τον δικό του τρόπο. Φτάνει αυτό; Και κυρίως, είμαι πραγματικά αυτός εγώ;

Ειλικρινά δε ξέρω. Ελπίζω μόνο να μην τον χάσω σύντομα κι αυτόν. Τον αγαπάω πολύ κι ας ντρέπομαι να του το εκφράσω.