Τα περιστατικά βίας μεταξύ εφήβων, ακόμη και με μαχαίρια μερικές φορές, δεν είναι σπάνια στην πόλη μας, με πυκνότερη εμφάνιση στους δρόμους και τις πλατείες του Δάσους. “Πού πάμε;”, αναρωτιούνται πολλοί, κάθε φορά που έχουμε ένα τέτοιο ρεπορτάζ. Πρέπει ωστόσο από την αρχή να πούμε ότι είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται σε όλο τον κόσμο και οι ειδικοί προσπαθούν να βρουν απαντήσεις στο “γιατί”. Οι δημοσιογράφοι της “Εφημερίδας των Συντακτών”, Ντίνα Δασκαλοπούλου και Μάνος Τσαλδάρης, έκαναν μια ενδιαφέρουσα έρευνα για την παραβατικότητα των ανηλίκων, μιλώντας με γονείς παιδιών, ειδική κοινωνιολόγο και εκπρόσωπο της Αστυνομίας.

Τονίζουν ότι αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στους δρόμους της Αθήνας απέχει παρασάγγας από τους τεντιμπόηδες του ’60, τα αγόρια με τα ξύλινα σπαθιά του ’70 ή τους χουλιγκάνους του ’80. Τώρα πια στις γειτονιές τα παιδιά κρατάνε μαχαίρια, καδρόνια και σιδηρογροθιές. Αλλοτε πουλάνε απλώς τσαμπουκά και άλλοτε κάποια από αυτά αρπάζουν το κινητό ή το χαρτζιλίκι από άλλα πιτσιρίκια.

Στη Μεγάλη Βρετανία οι επιστήμονες μιλούν για μια «Generation Knife Crime», μια γενιά που επιδίδεται σε εγκλήματα με μαχαίρια, ενώ το Βρετανικό Συμβούλιο Νεολαίας χαρακτήρισε σε έκθεσή του τη βία των ανηλίκων «πανούκλα της γενιάς μας». Η κυβέρνηση απαντά με αυστηροποίηση των ποινών και ενίσχυση της αστυνομίας, ωστόσο δεν είναι αυτή η αντιμετώπιση που θα αναχαιτίσει το φαινόμενο, που σύμφωνα με τα στοιχεία από το 2014 μέχρι σήμερα εντείνεται (από το 2014 έχουν διπλασιαστεί αυτού του τύπου οι επιθέσεις και μόνο το 2019-2020 καταγράφηκαν στην Αγγλία και την Ουαλία περίπου 46.000 περιστατικά). Η ηλικία τόσο των θυμάτων όσο και των δραστών συνεχώς μειώνεται.

Οπως αναφέρει σε εκτενές της ρεπορτάζ η Deutsche Welle, «κατά τη διάρκεια του λοκντάουν, του τρίτου αυτή τη στιγμή στη Μ. Βρετανία, αυξάνεται το μίσος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα μέλη συμμοριών δρουν εκεί. Οταν όμως μπορέσουν να ξαναβγούν στους δρόμους, ίσως ένας ακόμη κύκλος αίματος να είναι αναπόφευκτος».

Στην Ελλάδα όλο και πιο συχνά βλέπουμε αιματηρές επιθέσεις ανηλίκων προς άλλους ανηλίκους – κάποιες από αυτές εξόχως σοκαριστικές, όπως η τελευταία στην Καισαριανή. Παρ’ όλα αυτά η ΕΛ.ΑΣ. δεν εκτιμά πως πρόκειται για έξαρση ή κλιμάκωση – και χαρακτηρίζει αμελητέα την αύξηση στους δείκτες της επικράτειας. Οι αστυνομικοί εικάζουν ότι δεν είναι το φαινόμενο της βίας μεταξύ των παιδιών που έχει ενταθεί, αλλά ότι αυξάνονται η ευαισθητοποίηση των πολιτών και η δημοσιότητα που δίνεται στα περιστατικά κι έτσι όλο και πιο πολλοί καταφεύγουν στην Αστυνομία.

Σύμφωνα με την Αστυνομία, τα παιδιά που χτυπούν άλλα παιδιά προέρχονται από όλο το φάσμα της κοινωνικής και οικονομικής διαστρωμάτωσης. Από τη Νέα Ιωνία και το Γαλάτσι μέχρι την Αργυρούπολη και τον Βύρωνα και από την Κηφισιά και το Νέο Ηράκλειο μέχρι την Καισαριανή και την πλατεία Συντάγματος, μπουλούκια πιτσιρικάδων επιτίθενται με σφοδρότητα σε άλλα πιτσιρίκια, τα οποία τραυματίζουν μερικές φορές τόσο σοβαρά που από τύχη δεν έχουμε ακόμα θρηνήσει θύματα.

Το τελευταίο τέτοιο άγριο περιστατικό έγινε το βράδυ της 22ας Μαΐου στην Καισαριανή. Γύρω στις 10 εκείνο το Σαββατόβραδο στο γηπεδάκι μπάσκετ πίσω από το δημαρχείο μια ομάδα δεκαπέντε εφήβων με μάσκες και κουκούλες επιτέθηκε σε 4 συνομηλίκους της με ρόπαλα. Μία εβδομάδα μετά συναντιόμαστε με τον πατέρα του ενός στην πλατεία Καισαριανής. Ο Γ.Ρ. έχει δύο γιους και έχει ζήσει τη νεανική βία μέσα στο ίδιο του το σπίτι τρεις φορές. Ο μεγάλος του γιος έχει πέσει θύμα επίθεσης δύο φορές και ο μικρός μία – που «σταθήκαμε πολύ τυχεροί. Για χιλιοστά το χτύπημα στο κεφάλι του θα τον είχε σκοτώσει».

«Δεν είναι ούτε οπαδική ούτε πολιτική βία, είναι τυφλή βία χωρίς κανένα λόγο», λέει ο Γ.Ρ. για το τελευταίο περιστατικό.

«Κατανοώ έναν πιτσιρικά που είναι από φτωχή οικογένεια και μπορεί να ζηλέψει το κινητό του άλλου παιδιού – σου λέει, εσένα σ’ το πήρε ο μπαμπάς σου, εγώ δεν έχω δεύτερο ζευγάρι αθλητικά, εμένα δεν μου παίρνει τίποτα κανείς. Του δικού μου του πήραν την τσάντα, τη ζακέτα και το κινητό, αλλά δεν σταμάτησαν εκεί, τον χτυπούσαν στο κεφάλι. Κατανοώ να χτυπηθούν για την μπάλα, για τα πολιτικά, για μια γυναίκα – γίνονταν και στην εποχή μας αυτά. Αλλά τώρα είναι διαφορετικό, δεν υπάρχει αιτία, είναι ένα τυφλό μίσος, αφού δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους. Δεν είναι συμμορίες, ψευτονταήδες είναι που λειτουργούν σαν αγέλη: ένας-δυο τούς οργανώνουν και ορμάνε. Καμιά φορά ξεβρακώνουν κιόλας το θύμα για να το ξεφτιλίσουν εντελώς και μετά σηκώνουν τα βίντεο και τις φωτογραφίες στα social και κοκορεύονται… Αλλά, ειλικρινά, θέλω να τους βρω και να τους ρωτήσω “γιατί;”. Θα μπορούσατε να τον έχετε σκοτώσει, θα μπορούσε να έχει μείνει φυτό. Γιατί; Ο γιος μου μού ράγισε την καρδιά, μου είπε ”μπαμπά, νιώθω λες και με έχουν βιάσει”. Η Αστυνομία θα τους βρει, είναι θέμα χρόνου, αυτή είναι η δουλειά της. Αλλά η αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου δεν είναι δουλειά της Αστυνομίας, είναι δουλειά της Πολιτείας».

Στην άλλη άκρη μιας άλλης ηπείρου, οι Catherine Ward και Karlijn Bakhuis μελέτησαν τις συμμορίες ανηλίκων στο Κέιπ Τάουν, σε μια πόλη με μακρά παράδοση στο φαινόμενο, όπου παιδιά ακόμα και 12 χρόνων μαθήτευαν στη βία. Πραγματοποίησαν τριάντα ομαδικές συζητήσεις με νέους εντός και εκτός σχολείου σε διάφορες κοινότητες. Τα παιδιά λοιπόν αναγνώρισαν τις αποτυχημένες κοινωνικές δομές ως τις αιτίες για να συμμετέχει κάποιος σε συμμορίες και πρότειναν παρεμβάσεις που να προσφέρουν ένα ευρύ φάσμα ευκαιριών για θετική ανάπτυξη των νέων και όχι προγράμματα που επικεντρώνονται στενά σε συμμορίες: την αντιμετώπιση της φτώχειας, την ενίσχυση των δομών πρόνοιας και περίθαλψης, την καταπολέµηση της σχολικής διαρροής, τη δηµιουργία θέσεων εργασίας.

Πάνω-κάτω αυτές ακριβώς τις αιτίες εντοπίζει ως μήτρα που γεννά τη νεανική βία η 37χρονη Μ.Σ. Ο δικός της γιος χτυπήθηκε από μια «συμμορία» και πάλι στην Καισαριανή τον Ιούλιο του 2020. «Δεν του είπαν τίποτα, δεν του μίλησαν, δεν τον έκλεψαν. Μόνο όρμησαν 4-5 πάνω του κι άρχισαν να τον χτυπάνε. Ο ένας τον χτύπησε στο κεφάλι με ένα τσεκούρι, αυτό το μικρό που υπάρχει στα λεωφορεία για περιπτώσεις κινδύνου. Ο άλλος τον κάρφωσε με ένα μαχαίρι στο πόδι, δεν του το έμπηξε απλώς, το έστριψε κιόλας… Ζει από θαύμα».

Η Μ.Σ. κλαίει γοερά και τις δύο φορές που μιλάμε: «Δεν αντέχω να θυμάμαι καν, κι αν το κάνω είναι για να δώσω ένα μήνυμα. Η Αστυνομία βρήκε τα παιδιά που χτύπησαν το δικό μου, αλλά εγώ δεν ήθελα καν να τους αποδοθούν κατηγορίες. Δεν είναι για να τα βάζεις τιμωρία και να τα μαλώνεις, αυτά τα παιδιά κραυγάζουν για βοήθεια επειγόντως».

Εχουν στιγματιστεί από τον φόβο, την ανασφάλεια

Δρ Θεανώ Μανουδάκηκοινωνιολόγος

Δρ Θεανώ Μανουδάκη, κοινωνιολόγος, από το 1999 έως το 2004 μελέτησε τις συμμορίες ανηλίκων στο πλαίσιο της διδακτορικής της διατριβής, με επιβλέποντα τον καθηγητή Εγκληματολογίας Αντώνη Μαγγανά. Συνάντησε μέλη νεανικών συμμοριών στο Λεκανοπέδιο από τα δυτικά, τα βόρεια και τα νότια προάστια της Αττικής, από το κέντρο της Αθήνας και σε γειτονιές του Πειραιά, έτσι ώστε να μελετήσει το φαινόμενο σε περιοχές με διαφορετικά δημογραφικά, οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Συμμετείχε, με δηλωμένη την ιδιότητα της ερευνήτριας, σε ορισμένες από τις δραστηριότητες της ομάδας, στους χώρους συνάντησης και συνεύρεσης των μελών των συμμοριών. Η δρ Θεανώ Μανουδάκη από τότε δεν σταμάτησε να μελετά τη νεανική βία και είναι η πλέον κατάλληλη για να μας ανοίξει παράθυρα στον άγριο κόσμο των πιτσιρικάδων.

• Οπως πρόσφατα στην Καισαριανή, βλέπουμε όλο και πιο συχνά βίαια επεισόδια με θύματα και πολύ συχνά και δράστες ανηλίκους. Πολλές φορές δε τα ΜΜΕ μιλούν για συμμορίες. Εσείς μελετάτε εδώ και πολλά χρόνια το φαινόμενο της νεανικής βίας ή παραβατικότητας. Στο πέρασμα των χρόνων, τι εξέλιξη βλέπετε;

Μια σαφής απάντηση στο ερώτημα αυτό προϋποθέτει συγκριτική και οργανωμένη ποιοτική έρευνα, η οποία από ό,τι γνωρίζω δεν γίνεται αυτή τη στιγμή, επομένως μπορούμε μόνο να κάνουμε υποθέσεις βασιζόμενες στα καταγεγραμμένα περιστατικά βίας, με όλα τα μεθοδολογικά προβλήματα που αυτό συνεπάγεται. Είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε τις ομάδες με αντισυμβατικό χαρακτήρα και πιθανόν αντικοινωνική συμπεριφορά, που όμως δεν έχουν παραβατικό χαρακτήρα, με τις συμμορίες ανηλίκων.

Ο χαρακτηρισμός μιας ομάδας ως συμμορίας απαιτεί, πέρα από τη συλλογική δράση, την ύπαρξη ενός κάποιου βαθμού οργάνωσης, περισσότερο ή λιγότερο αυστηρού, και την τέλεση στοχευμένων παραβατικών δράσεων για την επίτευξη ενός στόχου, είτε αυτός αφορά το υλικό κέρδος είτε την εδραίωση και την επιβολή της σε έναν γεωγραφικό χώρο. Τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού ενδέχεται να μεταβάλλονται ανάλογα με τις συνθήκες. Εδώ παρατηρούμε διαφοροποίηση σε σχέση με το παρελθόν αναφορικά με τη δυνατότητα χρήσης νέων τεχνολογιών. Τα σύγχρονα τεχνολογικά και ηλεκτρονικά μέσα καθώς και η ανάπτυξη του διαδικτύου δημιουργούν πλέον νέο πεδίο δράσης των ομάδων αυτών (εκβιασμοί μέσα από ηλεκτρονικό υλικό). Στις περιπτώσεις αυτές παρατηρούμε περιορισμό της φυσικής βίας και χρήση κυρίως ψυχολογικής βίας.

• Γιατί και πώς ένας ανήλικος εντάσσεται σε μια συμμορία;

Εξετάζοντας την ταυτότητα των μελών μιας συμμορίας θα ήταν αφελές να περιμένουμε μια ομοιομορφία σε αυτήν. Οι λόγοι ένταξης συνδέονται με τα αναμενόμενα οφέλη, συνειδητά ή μη, και τις προσδοκίες που έχει από τη συμμετοχή του. Συχνά βλέπουμε, και στο παρελθόν αλλά και τώρα, η βίαιη αυτή ομάδα των συνομηλίκων να λαμβάνει τον χώρο της φυσικής οικογένειας, όταν αυτή αδυνατεί να εκπληρώσει επαρκώς τον ρόλο της συναισθηματικά αλλά και πρακτικά. Μέσα από τη συμμετοχή στη συμμορία ο ανήλικος προσπαθεί, και συχνά επιτυγχάνει, να καλύψει βασικές συναισθηματικές και υλικές ανάγκες.

• Πώς επιλέγουν τα θύματά τους;

Η επιλογή των θυμάτων συνδέεται, όπως είναι φυσικό, με τον εκάστοτε στόχο που έχει η ομάδα. Οταν στόχος είναι το άμεσο υλικό κέρδος, επιλέγονται θύματα με μικρότερη δύναμη. Οταν στόχος είναι η κυριαρχία σε μια περιοχή, κυρίως για τον έλεγχο και τη διακίνηση των ναρκωτικών, ο στόχος είναι άλλα μέλη συμμοριών ή μεμονωμένα άτομα που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό.

• Μιλάμε για εφήβους που ήταν παιδιά στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, έζησαν την ανατροπή του κόσμου τους και μάλιστα με πολύ μεγάλη βία. Αυτός ο παράγοντας πυροδοτεί τις δικές τους βίαιες αντιδράσεις;

Η απουσία ευκαιριών και η συνεχόμενη απειλή οικονομικής κατάρρευσης είναι σαφές ότι λειτουργούν καθοριστικά στην αύξηση των κρουσμάτων βίας εκ μέρους των νέων. Η ταυτότητά τους έχει στιγματιστεί από τον φόβο, την ανασφάλεια και, κυρίως, τη ματαίωση που βίωσαν και μετέδωσαν σε αυτούς οι ενήλικοι. Τα παιδιά αυτά έχουν μεγαλώσει μέσα στην επιβολή της βίας σε όλα επίπεδα.

Διδάχτηκαν ότι η βία είναι το μέσο των ισχυρών και επέλεξαν, συνειδητά ή μη, να τη χρησιμοποιήσουν για να υπάρξουν στην πλευρά των δυνατών. Σε έναν κόσμο που καταρρέει και οι συμβατικές αξίες δεν είναι πλέον ούτε ελκυστικές αλλά συχνά ούτε λειτουργικές, νέοι με περιορισμένες ευκαιρίες, εξ αρχής, δημιουργούν βίαιες ομάδες όχι για να αμφισβητήσουν την τάξη και τη ροή των πραγμάτων, απουσία ισχυρών ιδεολογικών ρευμάτων, αλλά για να αποκτήσουν με μη νόμιμο τρόπο αυτό που παρουσιάζεται ως ιδεατό αλλά απαγορευμένο από αυτούς: «δύναμη» και «πλούτο».

• Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο;

Δεν έχει νόημα να καταφύγουμε σε προτάσεις για κατασταλτικές πολιτικές, αλλά, αντίθετα, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που συνδέονται με την ανάπτυξη συμμοριών και να δημιουργήσουμε ευκαιρίες σε οικονομικό, επαγγελματικό και πνευματικό επίπεδο για τους νέους που βρίσκονται σε ευάλωτη θέση, όχι μόνο λόγω ανηλικότητας αλλά και λόγω οικονομικής και κοινωνικής προέλευσης.

Πριν αποδώσουμε στους νέους αυτούς την ταυτότητα των επικίνδυνων και ανεπιθύμητων εγκληματιών, ας συνειδητοποιήσουμε ότι πριν λειτουργήσουν ως δράστες υπήρξαν, σε ένα μεγάλο ποσοστό, θύματα. Υπάρχει συλλογική ευθύνη για την αδιαφορία, την κακοποίηση και τη στέρηση ευκαιριών που έχουν υποστεί. Πριν βιαστούμε να τους αποδώσουμε ευθύνες και κατηγορίες, οφείλουμε να τους φερθούμε με φροντίδα και συνέπεια.

Δρουν αυθόρμητα και όχι οργανωμένα

Ο υπαστυνόμος Α’, Φώτιος Σίσκος, μιλάει στην «Εφ.Συν.» για τη δομή και την οργάνωση ομάδων ανηλίκων με παραβατική συμπεριφορά.Ακολουθήστε μας στο Google news.

• Οταν μιλάμε για νεανική παραβατικότητα, αναφερόμαστε σε ένα εύρος συμπεριφορών. Βλέπουμε συνεχή δημοσιεύματα για «συμμορίες» ανηλίκων. Στο σύνολο των περιστατικών που φτάνουν στην Αστυνομία, σε τι βαθμό εντοπίζεται η «σκληρή» παραβατικότητα;

Οπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία, το εύρος της συμπεριφοράς αυτής περιλαμβάνει κυρίως μορφές της «μικροεγκληματικότητας του δρόμου». Τα αδικήματα κυμαίνονται σε βαρύτητα και διαφοροποιούνται ανάλογα με την ηλικία. Στην προεφηβική περίοδο, από το 12ο έως το 14ο έτος, ένας ανήλικος μπορεί να έρθει πρώτη φορά σε επαφή με ψυχοτρόπους εξαρτησιογόνους ουσίες ή να περνά στη διάπραξη μικροκλοπών αρχικά σε βάρος συμμαθητών ή και σε βαρύτερες πράξεις, όπως ληστρικές εκβιάσεις, ληστρικές κλοπές ή μπούλινγκ.

Η «σκληρή παραβατικότητα» στις ηλικίες κάτω των 18 ετών παραμένει μέχρι στιγμής στην ελληνική επικράτεια σε επίπεδα αρκετά χαμηλά σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη της Ε.Ε. και τις δυτικές χώρες τόσο ως προς τη φύση των αδικημάτων όσο και ως προς τη συχνότητα τέλεσης. Κατά τα τρία τελευταία έτη δεν παρατηρείται κάποιας μορφής έξαρση ή κλιμάκωση – η αμελητέα αύξηση στους δείκτες της επικράτειας οφείλεται στο γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία εμφανίζει ευαισθητοποίηση στο ζήτημα της παιδικής παραβατικότητας, οπότε και τα περιστατικά γνωστοποιούνται άμεσα στις αρχές.

Επιπλέον δεν παρατηρούνται μεταβολές στον τρόπο δράσης, επομένως συμπεραίνουμε ότι δεν έχουν σημειωθεί περισσότερο αιματηρά περιστατικά. Ωστόσο, η εξοικείωση των νέων τόσο με τη χρήση όσο και την απλή κατοχή αιχμηρών αντικειμένων συνιστά αντικείμενο προβληματισμού για τις αστυνομικές αρχές.

• Πρόκειται για συμμορίες, για παρέες ή για μεμονωμένα άτομα που οργανώνονται ad hoc μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης;

Παρότι στη δημοσιογραφία χρησιμοποιείται ο όρος «συμμορία ανηλίκων», στην πλειονότητα των περιπτώσεων πρόκειται για εκτεταμένες ομηγύρεις οι οποίες δημιουργούνται κατά κανόνα αυθόρμητα και όχι οργανωμένα, σε πλατείες και σχολικούς χώρους, όπου συχνά ο ανήλικος δρα περισσότερο ενστικτωδώς στα όρια του συλλογικού ασυνείδητου.

Οι μεμονωμένες περιπτώσεις αφορούν ανηλίκους με επιβαρυμένο ιστορικό ψυχικής υγείας, οι οποίοι δεν εντάσσονται ούτε μετέχουν εύκολα σε ομάδες. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις cyber-bulling μεταξύ ανηλίκων, ο ρόλος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο θιγόμενο ζήτημα είναι κυρίως η επίδειξη της παραβατικής συμπεριφοράς μέσω του διαδικτύου, όταν αυτή εκθειάζεται από τους θύτες μέσω δημόσιων αναρτήσεων. Η μίμηση οδηγεί ανηλίκους στην παραβατικότητα.

• Το φαινόμενο των «συμμοριών» εντοπίζεται κυρίως στην Αθήνα ή διαχέεται σε όλη την Ελλάδα;

Στην Αθήνα. Αν και το ζήτημα εκ πρώτης όψεως μοιάζει να είναι απλώς αριθμητικό, λόγω του πληθυσμού της πρωτεύουσας, στην πραγματικότητα μείζονα ρόλο παίζει η ταυτόχρονη συνύπαρξη ανηλίκων από διαφορετικά πολιτισμικά, εθνοτικά, κοινωνικά ή και οικονομικά περιβάλλοντα. Στις ηλικίες αυτές η διαφορετικότητα λειτουργεί ως στοιχείο διαχωρισμού και πολλές φορές συνιστά τη θρυαλλίδα για την καλλιέργεια συγκρουσιακών σχέσεων και κλίματος διαρκούς αντιπαλότητας μεταξύ των ομάδων.

Ετσι, συναντά κανείς ομαδοποίηση μεταξύ ανηλίκων άλλοτε ανάλογα με την περιοχή όπου διαμένουν ή την ομάδα που υποστηρίζουν ως φίλαθλοι. Ενθαρρυντικό ωστόσο στοιχείο αποτελεί ο χαμηλός δείκτης παραβατικότητας με ρατσιστικά κίνητρα. Στην πρωτεύουσα οι συγκρούσεις μεταξύ ομάδων ανηλίκων αφορούν άγνωστα μεταξύ τους άτομα κι αυτό ευνοεί επιθέσεις με μεγαλύτερη σφοδρότητα.

• Πώς προκύπτουν και οργανώνονται αυτές οι ομάδες;

Τόσο η δομή όσο και η οργάνωση ομάδων ανηλίκων με παραβατική συμπεριφορά είναι αρκετά ρευστές και ευμετάβλητες, χωρίς διακριτούς ρόλους, πλην ενός ή δύο το πολύ ανηλίκων οι οποίοι έχουν ρόλο πιο ηγετικό και συμπαρασύρουν τους συνομηλίκους τους. Ο τρόπος με τον οποίο δραστηριοποιούνται είναι ανάλογος του νεαρού της ηλικίας τους, δηλαδή παρορμητικός, γι’ αυτό οι ενέργειές τους είναι προφανείς και οι τόποι τέλεσης είναι κατά κανόνα ανοιχτοί χώροι, π.χ. πλατείες, σχολικά προαύλια ή συνοικιακοί δρόμοι.

Ο σκοπός για τον οποίο συγκροτούνται οι ομάδες ανηλίκων είναι η «αναγνώριση» των μελών της ομάδας, οπότε και η εκδήλωση της παραβατικής συμπεριφοράς αποτελεί κυρίως το μέσο για την «ανάδειξη και αναγνώριση» και όχι την τελική επιδίωξη της παραβατικής συμπεριφοράς καθεαυτής. Δεν έχουν εντοπιστεί περιπτώσεις ομάδων ανηλίκων με οργανωμένη και αδιαίρετη ιεραρχία, ούτε ομάδες οι οποίες να έχουν στον πυρήνα τους ανηλίκους και οι οποίες να δραστηριοποιούνται στο «κοινό έγκλημα» με σκοπό την επιδίωξη χρηματικού οφέλους.

• Ποιο είναι το προφίλ των παιδιών που εντάσσονται σε τέτοιες ομάδες;

Παρότι δεν προκύπτει από τα στατιστικά δεδομένα εξατομικευμένη εικόνα για κάθε δράστη, τα παιδιά προέρχονται από όλο το φάσμα της κοινωνικής και οικονομικής διαστρωμάτωσης. Οι ασυνόδευτοι αλλοδαποί ανήλικοι εμφανίζουν μια αυξημένη παραβατική συμπεριφορά, ιδίως όσοι προέρχονται από περιοχές εμπόλεμης ζώνης, ως απότοκο της γονεϊκής απουσίας και του εξαιρετικά χαμηλού βιοτικού επιπέδου και του βεβαρημένου ιστορικού λόγω της έκθεσής τους σε καταστάσεις πολέμου.