Η Αγία Οικογένεια, η αποτυχία του κοινωνικού συστήματος και οι έμφυλες προεκτάσεις της ΜΗ αποτροπής ενός (πιθανού) επαναλαμβανόμενου εγκλήματος

Γράφει η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Έλενα Όλγα Χρηστίδη

Πριν λίγες ώρες αποδόθηκαν κατηγορίες για ανθρωποκτονία από πρόθεση στην μητέρα των τριών κοριτσιών στην Πάτρα, για τον θάνατο της μεγαλύτερης κόρης της, Τζωρτζίνας. Είναι προφανές ότι η βασική υπόθεση είναι η δολοφονία/προμελετημένη ανθρωποκτονία και των τριών παιδιών από την μητέρα τους, αν και ακόμη αναμένουμε εάν και πότε θα της αποδοθούν κατηγορίες για τον θάνατο και των άλλων δύο.

Από όσα φαίνονται ως τώρα η μητέρα μοιάζει να έχει ένα συγκεκριμένο ψυχολογικό προφίλ (συνδεόμενο και με συγκεκριμένα στοιχεία ψυχοπαθολογίας). Επιπλέον έρχεται στην επιφάνεια ένα στοιχείο διαγενεακού, επαναλαμβανόμενου τραύματος: ο παππούς της είχε σκοτώσει την γυναίκα του (την γιαγιά της) της οποίας το όνομα έχει πάρει η κατηγορούμενη. Επιπλέον στοιχεία για τους γονείς της Ρ. Π. μιλούν για συμπεριφορά αμέλειας έως και εγκατάλειψής της στην καθημερινή ζωή και από τους δύο, από μικρή ηλικία.

Όσο προχωρά η υπόθεση θα κληθούμε να θυμόμαστε και να υπογραμμίζουμε διαρκώς κάτι κρίσιμο για τους όρους που καταλαβαίνουμε εγκλήματα: correlation does not imply causation -ή ακόμα περισσότερο, με νομικούς όρους, η ψυχοπαθολογία δεν ισοδυναμεί με ακαταλόγιστο των πράξεων. Η ύπαρξη ψυχοπαθολογίας των θυτών σε διάφορα ακραία εγκλήματα (και όχι μόνο) μπορεί να είναι συχνή, αλλά δεν ισοδυναμεί με (απόλυτο, βασικό ή ακόμα και έλασσον) αίτιο των πράξεών τους και στις συντριπτικά περισσότερες των περιπτώσεων δεν σημαίνει ότι οδηγεί το άτομο σε εγκληματική πράξη σε συνθήκη μη επίγνωσης της πράξης αυτής, δηλαδή σε συνθήκη όπου το άτομο δεν έχει επαφή με το τι κάνει, δεν αναγνωρίζει ή ελέγχει την συμπεριφορά του, ή και ότι δεν μπορεί να την προσχεδιάσει. Το στίγμα της ψυχικής ασθένειας μπορεί να επανέλθει δριμύτερο με την δημόσια συζήτηση αυτής της υπόθεσης και τα αντανακλαστικά μας χρειάζεται να είναι ενεργά.

Σε ένα έγκλημα όχι ενός, όχι δύο, αλλά τριών, πιθανά βασανιστικών, θανάτων μικρών παιδιών μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, και τεσσάρων πιθανών εγκληματικών ενεργειών (γιατί πριν τον θάνατο του 3ου παιδιού είχε προηγηθεί πιθανά άλλη απόπειρα που οδήγησε σε μόνιμες εγκεφαλικές βλάβες του), εύλογα αναρωτιέται κανείς: ο/η δράστης έκανε αυτό που έκανε (εφόσον αποδειχτεί), όμως την ίδια στιγμή, τι έκανε το κοινωνικό σύστημα μέσα στο οποίο δρούσε;

Εδώ όσα αποτυπώνονται ή μπορούμε να υποθέσουμε είναι ακόμα πιο απελπιστικά: (σχεδόν) τίποτα.

Μια σωρεία γιατρών, ιατροδικαστών, μελών φιλικού, οικογενειακού και ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος και βέβαια των αστυνομικών αρχών, ακόμα κι όταν μπορεί κάτι να υποψιάζονταν, όσα έκαναν ήταν τραγικά πολύ λίγα και έγιναν πολύ αργά.

Γιατί;

Από τη μία γιατί ακραία εγκλήματα, όπως π.χ. της παιδοκτονίας, ειδικά από την (συμβολική) Μητέρα, ενεργοποιούν αντανακλαστικά απώθησης. Δεν θέλει το συλλογικό συνειδητό να συλλάβει το μέγεθος της απειλής ενός θανάτου που επέρχεται με έναν τρόπο αρχέγονα κατακερματιστικό, μη νοηματοδοτούμενου με συνεκτικό τρόπο -με λίγα λόγια έναν θάνατο που αρνούμαστε να τον δια-νοηθούμε, και οι ασυνείδητες διεργασίες μας μάς προστατεύουν από το να του δώσουμε νόημα, άρα να τον θεωρήσουμε εφικτό, με όλη την απειλή που μπορεί αυτό να επιφέρει στο Εγώ.

Από την άλλη γιατί αυτό το έγκλημα έχει έμφυλα χαρακτηριστικά με αντεστραμμένη δράση και από τις δύο πλευρές:

Ένα, η Μητέρα μεταφράζεται κυρίαρχα ως μια αθώα και αμιγώς φροντιστική αναπαράσταση. Μια γυναικεία φιγούρα που ποτέ δεν βλάπτει και δεν εκπίπτει, θεοποιημένη, που περισσότερο (πρέπει να) υπομένει δεινά και ποτέ να τα προκαλεί. Δεν είναι εύκολο, ούτε και συμφέρον ή ανεκτό να αμφισβητηθεί μια τόσο ριζική έμφυλη αναπαράσταση. Κάθε αποκαθήλωσή της (πρέπει να) έρχεται μόνο ως σοκ, μια τραγική έκπληξη που προκαλεί βαθύ συγκλονισμό.

Αυτό όμως μας οδηγεί γραμμικά στο δεύτερο σημείο, του τιμήματος που έχει το να κάνουμε πως δεν βλέπουμε το εδώ και τώρα, αυτό που συμβαίνει, για να προστατέψουμε αυτήν την κυρίαρχη αντίληψη. Και το τίμημα εδώ είναι ότι χάθηκαν τρεις ζωές που θα μπορούσαν να έχουν σωθεί. Και οι τρεις. Πολλοί λένε “το πρώτο παιδί δεν σωζόταν, άντε και το δεύτερο, αλλά μετά το δεύτερο δεν έπρεπε να το φανταστούν και να προστατευτεί το τρίτο;”. Η αλήθεια είναι όμως ότι θα έπρεπε να μπορούσαν να έχουν σωθεί και οι τρεις ζωές, φυσικά όχι με μαντικές ικανότητες του περιβάλλοντος ή των αρχών, αλλά γιατί αποκλείεται να μην υπήρχαν ανησυχητικά στοιχεία, στοιχεία κακοποίησης, πριν ακόμα και την απώλεια του πρώτου παιδιού.

Και εδώ βρίσκεται το δεύτερο σημείο έμφυλης βιαιότητας:

Τα παιδιά προσδιορίζονται έμφυλα στο discourse ως ουδέτερα, αποσεξουαλικοποιημένα, αθώα πλάσματα, σταθερά συμβολίζουν την αθωότητα και την αδυναμία, πυρηνικά χρίζουν πατερναλιστικής φροντίδας και επιτήρησης. Καθόλου τυχαία η κυρίαρχη αναπαράσταση του αυστηρού Πατέρα που έρχεται να επιβάλλει την τάξη όταν τίποτα άλλο δεν έχει λειτουργήσει, ή που είναι ήπιος ή κάνει όλα τα χατίρια στα παιδιά μέχρι όμως να ξεπεράσουν ένα σοβαρό όριο και να γίνει εκείνος ο γονιός που τα επαναφέρει -δεν είναι για την καθημερινή τήρηση της τάξης σε απλά πράγματα, αλλά για τα δύσκολα ή τα ακραία, είναι ο Νόμος που ενεργοποιείται όταν όλα τα άλλα (και η μητέρα) δεν λειτουργούν.

Εφόσον όμως τα παιδιά είναι χαμηλότερα στην έμφυλη κυριαρχία, συχνά είναι και αυτά για τα οποία θα υποτιμηθεί το πότε χρήζουν υψηλότερης ή άμεσης προστασίας, ειδικά αν για αυτήν χρειάζεται να αμφισβητηθούν οι Γονείς, των οποίων συχνά γίνονται αντιληπτά ως κτήματα, τους ανήκουν άρα εκείνοι αποφασίζουν για αυτά. Κατ’ επέκταση η αξία της ζωής τους, ενώ επιφανειακά υπερπροβάλλεται, ουσιαστικά υποτιμάται.

Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι μια αλληλουχία red flags, μια σειρά από προειδοποιητικά καμπανάκια, στα οποία το σύστημα απέτυχε να δώσει σοβαρή σημασία. Και όλα αυτά, μέσα σε ακόμα περισσότερους συμβολισμούς έμφυλων βιαιοτήτων σε πολλαπλά επίπεδα: η γυναικοκτονία στο οικογενειακό ιστορικό, αλλά και οι ενδείξεις ότι ο θάνατος κάθε παιδιού ερχόταν μετά από έναν έντονο καβγά/ρήξη της μητέρας με τον πατέρα, γεγονός που αναστρεφόταν μετά τον κάθε θάνατο, που έφερνε ξανά σε σύνδεση το ζευγάρι.

Τρία παιδιά νεκρά, και πριν από αυτό πιθανά επί μακρόν κακοποιημένα, γιατί προτεραιοποιήθηκε η προστασία της Αγίας Οικογένειας από την αμφισβήτησή της.

Μπορούμε να επιλέξουμε να μείνουμε στο σοκ και στην απόδοση της ατομικής ευθύνης για ένα αποτρόπαιο έγκλημα -η οποία σαφώς χρειάζεται να αποδοθεί στο ακέραιο. Ή μπορούμε να διερευνήσουμε τις ευθύνες που (μας) αναλογούν για την συλλογική άρνηση, απροθυμία και ανετοιμότητά μας να αντέξουμε να σοκαριζόμαστε από κάτι, χωρίς όμως να το αφήνουμε να ξεγλιστρά μέχρι να αναγκαστούμε υποχρεωτικά να το κρατήσουμε.

Μιλάμε για ευθύνες της ευρύτερης οικογένειας και του φιλικού περιβάλλοντος, ευθύνες των γιατρών και των αρχών, κοινωνικές ευθύνες του συλλογικού σώματος στο οποίο συμμετέχουμε.

Κανένα έγκλημα δεν είναι (μόνον) υπόθεση μιας τραγικής προσωπικής και οικογενειακής ιστορίας.

Τα εγκλήματα είναι πάντα (και) κοινωνικά.