“Μωρό μου μόλις έβαψα τα νυχάκια μου. Θα τρίψεις τα ταψιά;”

Eυγένιος Καλαϊτζόπουλος

Αγάπη μου το Σαββατοκυριάκο θα βάψουμε, ε; (Θα το βάψεις.)

Μωρό μου δεν δουλεύει ο λέβητας και δεν έχουμε ζεστό νερό. (Θα το φτιάξεις.)

Γλυκέ μου έβγαλε ένα λυχνάρι αναμμένο το αυτοκίνητο. (Τα λάδια είναι, το σόϊ μου μέσα. Το τζίνι την κοπάνησε.)

Μωρό μου μόλις έβαψα τα νυχάκια μου, δεν τα λυπάσαι; Θα τρίψεις τα ταψιά;
(Αλίμονο, νυχάκια είναι αυτά.)

Καρδιά μου μια και δεν βλέπεις ποδόσφαιρο δεν πλένουμε τα πατζούρια; (Θα τα πλύνεις.)

Σπλάχνο μου θα ρθει η μάνα σου να φάμε δεν βάζουμε καμιά σκούπα; (Θα βάλεις.)

Κολώνα μου βρήκα ένα δράκο με σαράντα πόδια στην κρεβατοκάμαρα. (Ντύσου Αι-Γιώργης και κυνήγα.)

Και ξανά…
Αγάπη μου θα πας να πάρεις το παιδί;
Μωρό μου το πήρες το παιδί από το σχολείο;
Γλυκέ μου έφτιαξες το ποδήλατο του παιδιού;

Το βράδυ ξυπνώ από εφιάλτες.
Είναι ο επιλοχίας μου στον στρατό.
Πρώτα με στέλνει σκοπιά, μετά στα σκουπίδια, μετά μαγειρεία, μετά λάντζα στα ταψιά (ψάρια είχαμε).
Το βράδυ, ξαπλωμένος με τις αρβύλες στην κουκέτα μου, με γλυκοκοιτάει λέγοντας μου. “Δεν θέλω ρουφήγματα, δεν δαγκώνεις και δεν θα τραβάς μαλλί, σήμερα πήγα κομμωτήριο.”