Τι είναι αυτό που μας «ιντριγκάρει» στην παρακολούθηση της προσπάθειας διαλεύκανσης ενός εγκλήματος; Τι είναι αυτό που χαρίζει ρεκόρ τηλεθέασης στις εκπομπές της Αγγελικής Νικολούλη;

Εδώ και χρόνια, εκπομπές εξιχνίασης εγκλημάτων σημειώνουν και στην τηλεόραση μεγάλη επιτυχία. Ποιος δεν έχει «σκαλώσει» κάποια στιγμή να παρακολουθεί με αγωνία τις εκπομπές της Αγγελικής Νικολούλη, που επιχειρεί –και καταφέρνει– να λύνει υποθέσεις πραγματικές, ορισμένες από τις οποίες θα έμπαιναν διαφορετικά άλυτες στο αρχείο;

Τι μας ελκύει τόσο πολύ στην παρακολούθηση εκπομπών που αφορούν αληθινά εγκλήματα; Μήπως απλώς ικανοποιούμε το ένστικτο της περιέργειάς μας; Αυξάνουμε την αδρεναλίνη μας (αλλά με ασφάλεια) και καθησυχάζουμε τον εαυτό μας σκεπτόμενοι πως «ευτυχώς, δεν έτυχε σε εμένα»;

«Η αφήγηση του εγκλήματος έχει διπλό ρόλο», μας εξηγεί ο ψυχίατρος Σάββας Σαββόπουλος. «Απ’ τη μια μεριά φοβίζει και παγώνει αλλά ταυτόχρονα μαγνητίζει τον παρατηρητή, ο οποίος προσπαθεί να καταλάβει τις αιτίες αυτού του εγκλήματος».

Για τις εκπομπές που ασχολούνται με την εξιχνίαση εγκλημάτων, όπως το «Φως στο Τούνελ» της Αγγελικής Νικολούλη, ο κ. Σαββόπουλος εξηγεί ότι «ορισμένες φορές, η τηλεόραση έχει καθαρτικό ρόλο, δηλαδή κατά κάποιο τρόπο βοηθά να εκφορτιστούν οι φαντασιώσεις του ατόμου». Αυτό σημαίνει ότι, πολλές φορές, παρακολουθώντας οι τηλεθεατές διαρκώς τις εξελίξεις ενός εγκλήματος θέτουν τον εαυτό τους με την πλευρά «των καλών», θέλοντας να πιστεύουν ότι αυτοί δεν θα έκαναν ποτέ κάτι τέτοιο.

Το έγκλημα στον έναν συγκλονίζει το όλο

Όπως μας είπε ο κ. Σαββόπουλος, «στο κοινό γενικότερα αναπτύσσεται ένα νοσηρό ενδιαφέρον για τις λεπτομέρειες ενός εγκλήματος. Το κοινό παρακολουθεί το έγκλημα, την ιστορία τόσο του θύματος όσο και του αυτουργού, του εγκληματία. Υπάρχει μια παράδοξη έλξη στον τηλεθεατή και στον αναγνώστη, μια έλξη που τον φέρνει πιο κοντά σε αυτό που νιώθει το θύμα».

Στην αφήγηση ενός φόνου υπάρχει αυτό που ο κ. Σαββόπουλος χαρακτήρισε «οικουμενικότητα της φαντασίωσης του φόνου». Μας εξήγησε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε αισθανθεί κακία και επιθετικότητα για άλλους. Ο παρατηρητής λοιπόν, είτε είναι τηλεθεατής είτε αναγνώστης, προσπαθεί να καταλάβει ποιες είναι οι βαθύτερες εσωτερικές αιτίες και οι συγκυρίες που οδηγήσαν τον αυτουργό στο έγκλημα, ώστε να πείσει τον εαυτό του ότι ο ίδιος είναι πολύ διαφορετικός από τον θύτη. Ότι αυτός δεν θα έκανε ποτέ κάτι αντίστοιχο.

Έπειτα, εξηγεί ο κ. Σαββόπουλος, ο παρατηρητής εγκαταλείπει την επιθυμία του να καταλάβει τον αυτουργό και περνάει αναφανδόν στο «στρατόπεδο» του θύματος. Ειδικότερα, «όταν αυτή η ταυτισιακή διαθεσιμότητα, δηλαδή αυτήν η ετοιμότητα του θεατή να ταυτιστεί με τον αυτουργό διαψεύδεται, τη θέση της παίρνει η εκδικητικότητα. Έτσι, αρχίζει και αναπτύσσεται όχι μόνο μια συμπάθεια ταύτισης του τηλεθεατή-παρατηρητή με το θύμα, αλλά και επιθυμία για εξόντωση του εγκληματία. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο θεατής ενδέχεται να νιώσει ότι μπορεί να γίνει θύμα ο ίδιος, το παιδί του, η γυναίκα του ή κάποιος δικός του άνθρωπος».

Γι’ αυτό συχνά ο παρατηρητής θέλει η τιμωρία στον αυτουργό να είναι βαριά, ώστε να λειτουργήσει προστατευτικά στο κοινωνικό πλαίσιο, «Σαν ένα είδος επανόρθωσης για το κακό που έγινε», λέει ο κ. Σαββόπουλος. Και καταλήγει: «Γιατί κάθε έγκλημα δεν είναι έγκλημα μόνο στο άτομο που υφίσταται τη βία, αλλά είναι ένα έγκλημα στους θεσμούς της κοινωνίας. Αυτό το έγκλημα στον έναν συγκλονίζει το όλο. Γιατί μπορεί να σκεφτείς ότι ένας φόνος ή ένας βιασμός, για παράδειγμα, μπορεί να συμβεί και σε εσένα ή σε κάποιον δικό σου άνθρωπο ανά πάσα στιγμή. Τίποτα δεν είναι σίγουρο».

Πηγή: ow.gr