του Γιώργου Μαλιώτη*

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το πρώτο αριστερό κόμμα στο Δυτικό κόσμο που κέρδισε την κυβέρνηση μεταπολεμικά, μετά την εκλογική νίκη του PCI υπό την ηγεσία Μπερλιγκουέρ τριάντα χρόνια νωρίτερα. Πάντως δεν σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση, όπως έχει συμβεί με αριστερά κόμματα του τρίτου κόσμου (Λατινική Αμερική), αλλά συνεργάστηκε με ένα  αιρετικό κόμμα της πατριωτικής (εθνικιστικής;) δεξιάς, στη βάση μιας αντιμνημονιακής στρατηγικής, πλην όμως ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ηγεμονικό ρόλο σε αυτή τη συνεργασία .

Το μεγάλο επίδικο των εκλογών του 2015 ήταν για την ελληνική κοινωνία η ανατροπή του μνημονίου του 2010 ή έστω η αναίρεσή του σε ένα μεγάλο βαθμό. Η ελπίδα για την αναίρεση (έστω ορισμένων) μνημονιακών πολιτικών που είχαν επιβληθεί βίαια μετά το 2010, έφερε στην εξουσία το σχήμα ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Η στροφή προς τον ΣΥΡΙΖΑ μεγάλων μαζών κεντροαριστερών ψηφοφόρων στην Ελλάδα κυοφορείτο από την προηγούμενη δεκαετία (βλ. δημοσκοπική έκρηξη στο α΄ εξάμηνο του 2008), ωστόσο αυτή η μετακίνηση δεν είχε σταθερό χαρακτήρα, όσο το ΠΑΣΟΚ παρέμενε κόμμα εξουσίας, μολονότι είχε απωλέσει την πολιτική του αξιοπιστία. Χρειάστηκε να συμβούν δραματικά ιστορικά πολιτικά γεγονότα, όπως η χρεωκοπία  της χώρας, και να επιφέρουν την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος, ώστε να πάρει ο ΣΥΡΙΖΑ την ηγεμονία στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς και κεντροαριστεράς και να κερδίσει την εξουσία.

Η χιονοστιβάδα της ιστορικής αυτής καμπής ανέτρεψε συσχετισμούς και ρόλους. Το δυστύχημα για το ΣΥΡΙΖΑ και για την ελληνική κοινωνία (που υπέστη το σκληρότερο μνημόνιο από τα τέσσερα PIGS, σημειωτέον ότι η Ισπανία δεν μπήκε ποτέ σε μνημόνιο καθώς δεν υποθήκευσε τη δημόσια περιουσία της, πιθανά αυτό να έπεφτε πολιτικά πολύ βαρύ για μια χώρα αυτού του μεγέθους και που έχει υπάρξει και παγκόσμια υπερδύναμη στους νεώτερους ιστορικούς χρόνους), είναι ότι κατά την περίοδο 2010-2015 όσο περνούσαν τα χρόνια και δυνάμεις σαν τον ΣΥΡΙΖΑ και τους PODEMOS πλησίαζαν σε κυβερνητική εξουσία ή κυβερνητικό ρόλο, τόσο το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα -που αρχικά ήταν πολύ εκτεθειμένο στο δημόσιο αλλά και ιδιωτικό χρέος των PIGS- , σταδιακά οχυρωνόταν δημιουργώντας μηχανισμούς αντιμετώπισης κρίσεων, οι οποίοι φυσικά παράλληλα έκαναν το ευρωσύστημα ανθεκτικό σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο πολιτικοοικονομικού εκβιασμού από κάποιο από τα PIGS.

Έτσι λοιπόν η στρατηγική ανατροπής του μνημονίου, που υπέγραψε το 2010 ο ΓΑΠ τότε δηλαδή που το ευρωσύστημα δεν είχε δομήσει ακόμα μηχανισμούς αντιμετώπισης κρίσεων και οι ευρωπαϊκές τράπεζες ήταν ιδιαίτερα εκτεθειμένες στα ελληνικό χρέος, από ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ το 2015 περιοριζόταν πλέον σε ένα σχέδιο μερικής αναίρεσης του μνημονίου και μάλιστα μέσω πολιτικής διαπραγμάτευσης, καθώς άλλωστε τα εκρηκτικά που ζώστηκε ο Τσίπρας (capital control) υλοποιώντας τη στρατηγική Βαρουφάκη τον Ιούνιο του 2015, εξοστρακίστηκαν πάνω στη σιδερόφρακτη θωράκιση του ευρωσυστήματος (μόνο τα ομόλογα της Ιταλίας είχαν αύξηση απόδοσης και μάλιστα μέχρι 3,5-4%) (*) και διαχύθηκαν ακίνδυνα στις διεθνείς αγορές από τον ισχυρό άνεμο που αναστάτωνε την ίδια βδομάδα τα διεθνή χρηματιστήρια, την κινέζικη χρηματοπιστωτική κρίση. Τελικά τα θραύσματα ευστόχησαν μόνο στο εσωτερικό της χώρας, μαγνητισμένα από την ανυποχώρητη στάση Τσίπρα στην εξάμηνη διαπραγμάτευση που προηγήθηκε εντός ευρωζώνης.

Το ιερατείο της ευρωζώνης υπό την ηγεσία του Σόιμπλε και της Γερμανίας δεν άφησε κανένα περιθώριο για πολιτική διαπραγμάτευση της αρχικών δεσμεύσεων του 2010 και έτσι το μόνο περιθώριο που έμεινε στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ήταν κάποια εναλλακτικά μίγματα πολιτικής στο πλαίσιο των ισοδύναμων μέτρων. Το τρίτο μνημόνιο ήταν η συνέχεια των δύο πρώτων και συνιστούσε την ανελέητη τιμωρία του αντάρτη Τσίπρα (που είχε το απύθμενο θράσος να διακηρύττει ότι θα σκίσει τα μνημόνια) από τον Σόιμπλε, ο οποίος δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Τσίπρας με το απαγορευμένο για τη γερμανική ευρωζώνη πολιτικό αφήγημα, τον οποίο συνέθλιψε μέχρι εξοντώσεως στις Βρυξέλλες τον Ιούλιο του 2015, όχι μόνο επιβίωσε στην Ελλάδα αλλά κέρδισε και τις εκλογές του Σεπτεμβρίου.

ΣΤΗ ΡΩΓΜΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Στο σημείο αυτό πρέπει να σταθούμε λίγο, γιατί υπάρχει (από τότε) μια μεγάλη συζήτηση από εχθρούς και φίλους του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο εξ αριστερών όσο και εκ δεξιών, αναφορικά με τις πολιτικές αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ εκείνο το ιστορικό για την Ελλάδα (αλλά και για την Ευρώπη) κομβικό χρονικό σημείο του καλοκαιριού του 2015. Το καλοκαίρι του 2015 η επί πενταετία πρωτοφανής επιτάχυνση του πολιτικού χρόνου στην Ελλάδα (σε βαθμό σπάνιο στην πολιτική ιστορία των αστικών κρατών) κορυφώθηκε με μια ιλιγγιώδη περιδίνιση πολιτικών εξελίξεων και συσχετισμών.

Τον Ιούλιο του 2015 η ευρωζώνη διέτρεξε τον κίνδυνο διάσπασης, καθώς ο Σόιμπλε μετά τα capital control εξωθούσε την Ελλάδα εκτός ευρωζώνης (προσωρινή έξοδος – εξυγίανση και μετά επιστροφή;!), κάνοντας μια επίδειξη δύναμης εντός ευρωζώνης ότι αυτός μαζί με τους δορυφόρους του εντός ευρώ δεν φοβόταν μήπως μείνουν μόνοι τους με ένα ανατιμημένο βόρειο ευρώ. Ίσως να μπλόφαρε, αλλά τελικά η Γαλλία και το μπλοκ του Νότου έδειξαν ότι θέλουν πάσει θυσία (άνευ όρων;!) να προστατευθεί η ενότητα της ευρωζώνης.  Έτσι λοιπόν μετά την πρωτοφανή διάχυση ενός απαγορευμένου αφηγήματος (Τσίπρα – Βαρουφάκη) στο eurogroup και σε άλλα όργανα της ευρωζώνης και Ε.Ε  για πέντε ολόκληρους μήνες, στις αρχές Ιουλίου έγινε η επίσης απαγορευμένη συζήτηση για τη διάσπαση της ευρωζώνης. Ήταν η πρώτη φορά που παίχθηκε μια τέτοια παρτίδα πόκερ εντός ευρωζώνης με αφορμή την πιο προβληματική χώρα της και νίκησε κατά κράτος ο Σόιμπλε. Δυστυχώς η γερμανική ηγεμονία διατηρήθηκε και σε επόμενες παρόμοιες παρτίδες, έστω κι αν η νίκη ήρθε πλέον στα σημεία χωρίς να δώσουν οι χαμένοι τα ρέστα τους όπως η Ελλάδα το 2015 (βλ. Ιταλία).

Το καλοκαίρι του 2015 στην Ελλάδα έγινε πλήθος πολιτικών γεγονότων, που το καθένα μόνο του μπορούσε να αποτελεί σταθμό για τις πολιτικές εξελίξεις, κι όμως όλα τα σάρωσε το ορμητικό ποτάμι της ιστορίας. Έχουμε τον Βαρουφάκη να προαναγγέλλει έμμεσα την αποχώρησή του, το ίδιο βράδυ που ήταν δικαιωμένος από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος (!!), έχουμε τη διαφοροποίηση Λαφαζάνη πριν τη συνεδρίαση στις Βρυξέλλες στις 7 Ιουλίου και στη συνέχεια, μετά τον επώδυνο συμβιβασμό, την αποχώρησή του, όπως και περίπου 30 βουλευτών από την Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ, τη στήριξη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ από τα συστημικά κόμματα ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΠΟΤΑΜΙ και την ψήφιση του τρίτου μνημονίου από όλους αυτούς τον Αύγουστο του 2015.

Το σημαντικότερο είναι ότι μέσα σε ελάχιστο πολιτικό χρόνο έγινε διαχείριση μιας σειράς μεγάλων ερωτημάτων/διλημμάτων, τα οποία χαράχθηκαν στο βιβλίο της ιστορίας.

~ Θα μπορούσε να επιβιώσει η χώρα αν αρνιόταν τον επώδυνο συμβιβασμό και προχωρούσε εις το εξής με εθνικό νόμισμα ή διπλό νόμισμα;

~ Θα κατέρρεε η ευρωζώνη σε περίπτωση της πρώτης αποχώρησης μιας χώρας από αυτήν;

~ Μήπως έπρεπε ο Τσίπρας να μην υπογράψει μια συμφωνία αντίθετη με τις αρχές της αριστεράς και του ίδιου και να θέσει την παραίτησή του στη διάθεση του ελληνικού λαού, λέγοντας ότι αν ο λαός κρίνει ότι ένα τρίτο μνημόνιο είναι αναπόφευκτο, αυτό να το εφαρμόσει μια άλλη κυβέρνηση και όχι αυτή του ΣΥΡΙΖΑ;

Τα δύο πρώτα ερωτήματα θα μείνουν αναπάντητα, ωστόσο μετά τα capital control ούτε η ελληνική κοινωνία είχε αντοχή και υπομονή να πάει τη σύγκρουση με τη γερμανική ευρωζώνη μέχρι το τέλος. Στο τρίτο δίλημμα ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας απάντησαν χωρίς δισταγμό ότι μόνο ένα αριστερό κόμμα μπορούσε να “σώσει οτιδήποτε αν σώζεται” σε μια τέτοια δραματική για τη χώρα και την κοινωνία συνθήκη. Την ίδια ώρα μια ουδέτερη ιδεολογικά πολιτική ανάλυση θα έλεγε ότι ποτέ ένα κόμμα εξουσίας δεν παραιτείται από μόνο του από την κυβέρνηση, ισχυριζόμενο ότι δεν υπάρχει μια πολιτική που να μπορεί αυτό το κόμμα να εφαρμόσει, γιατί τότε δεν νομιμοποιείται να ζητήσει ξανά την ψήφο των πολιτών, πρέπει να αυτοδιαλυθεί και να επανιδρυθεί ως κόμμα διαμαρτυρίας.

 Ο ΣΥΡΙΖΑ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟ ΚΟΜΜΑ

Έτσι λοιπόν το Σεπτέμβρη του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την κυβέρνηση με ορίζοντα τετραετίας, καθώς περπατούσε στις σταθερές ράγες του τρίτου και τελευταίου μνημονίου που ολοκληρωνόταν το 2018. Το Σεπτέμβρη του 2015 ο Τσίπρας διέθετε ακόμα σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο, γιατί στο “πολιτικοϊδεολογικό πάγιο” ενός στερεοποιούμενου επί τρία χρόνια κονιάματος αριστερών και κεντροαριστερών ψηφοφόρων προστίθονταν τα “συναισθηματικά ομόλογα συμπάθειας και εμπιστοσύνης” σημαντικής μάζας ψηφοφόρων πολλαπλής ιδεολογικής προέλευσης, προερχόμενων από το ρευστοποιημένο πολιτικό σκηνικό, τα οποία είχε κερδίσει προσωπικά ο Αλέξης Τσίπρας. Ο δεύτερος προσθετέος του πολιτικού κεφαλαίου Τσίπρα, όπως ήταν αναμενόμενο, φυλλορόησε σχετικά γρήγορα κατά τη διάρκεια μιας διακυβέρνησης που όφειλε να εφαρμόσει μνημόνιο, όπως και αυτή που ο ΣΥΡΙΖΑ ανέτρεψε.

Ο Τσίπρας, αφού είχε συρθεί από τον Σόιμπλε στον επώδυνο συμβιβασμό, όφειλε να επεξεργασθεί ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο και να εκφωνήσει το αντίστοιχο αφήγημα. Έτσι λοιπόν πριν τις εκλογές του Σεπτέμβρη πρόβαλε το παράλληλο πρόγραμμα. Ο ελληνικός λαός έδωσε τη νίκη στον Αλέξη Τσίπρα και το Σεπτέμβρη του 2015, αλλά είχε ξεχάσει ήδη πριν από τις εκλογές (!!) όχι μόνο το προεκλογικό αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ του Σεπτεμβρίου του 2015, αλλά και τα καθοριστικά πολιτικά γεγονότα, όπως η ψήφιση του τρίτου μνημονίου τον Αύγουστο του 2015, από όλες τις πολιτικές δυνάμεις.

Το Σεπτέμβρη του 2015 τόσο ο Αλέξης Τσίπρας όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν απόλυτα ειλικρινείς και έντιμοι με τον ελληνικό λαό, όπως ελάχιστες φορές έχει συμβεί στην σύγχρονη ελληνική ιστορία. Κέρδισαν την ψήφο του, ενώ ο λαός ήξερε ότι θα εφαρμοζόταν το τρίτο μνημόνιο που είχε ήδη ψηφιστεί, το δε παράλληλο πρόγραμμα υλοποιήθηκε σε σημαντικό βαθμό, αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία. Πολύ γρήγορα ο ελληνικός λαός άρχισε να γυρίζει την πλάτη όχι μόνο στο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στον ίδιο τον Τσίπρα.

Οι αιτίες και η ερμηνεία αυτής της μεταστροφής είναι πολύ σημαντικά πολιτικά στοιχεία και μπορούν να εξηγήσουν την πολιτική πίεση που δέχεται ο ΣΥΡΙΖΑ και σήμερα ενάμιση χρόνο μετά την εκλογική ήττα του 2019. 

~ Καθώς οι ασφυκτικοί δημοσιονομικοί στόχοι έμεναν σχεδόν αμετάβλητοι, τα εναλλακτικά μίγματα πολιτικής είχαν σε μεγάλο βαθμό το χαρακτήρα μεταφοράς πόρων και υποχρεώσεων από τη μια κοινωνική ομάδα σε μια άλλη. Ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε ταξικό πρόσημο σε αυτή τη μεταφορά εστιάζοντας στην προστασία των ασθενέστερων, ως όφειλε, σαν αριστερό κόμμα. Κάποιες μικροπαροχές και μικροελαφρύνσεις ήταν βάλσαμο για όσους ήταν κάτω από το όριο της φτώχειας, αλλά για πολλούς από αυτούς δεν ήταν αρκετές για να υπερβούν αυτό το κατώφλι.  Την ίδια ώρα τα μεσοστρώματα πλήρωναν μέσω αύξησης της φορολογίας αυτό το λογαριασμό και εξοργίζονταν, γιατί συνεχιζόταν και στο τρίτο μνημόνιο η μείωση του εισοδήματός τους.

~ Υπήρξαν νέες περικοπές σε πολλές συντάξεις, αφού άλλωστε το ΔΝΤ παρέμενε μέσα στο κουαρτέτο των θεσμών, καθώς η λογική Σόιμπλε καθόριζε σταθερά το ελληνικό πρόγραμμα. Το γεγονός ότι οι μειώσεις ήταν ποσοστιαία πολύ μικρότερες από αυτές της πενταετίας 2010-2015 δεν εξευμένισε τους συνταξιούχους και τις οικογένειές τους, που προσδοκούσαν, αν όχι ανάκτηση εισοδημάτων, τουλάχιστον τερμάτισμα των απωλειών.

~ Η ανάπτυξη γύρισε σε θετικό πρόσημο μετά την πρώτη διετία, αλλά εύλογα ήταν αναιμική για τα λίγα χρόνια διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ που είχαν απομείνει. Έτσι λοιπόν η μείωση της ανεργίας δεν συνοδεύτηκε κι από καλές θέσεις εργασίας. Καθώς ο καιρός έχει γυρίσματα, στον τομέα αυτό ήταν η ώρα να δώσει τώρα τις μεγάλες ελπίδες (θεωρώ φρούδες και για αφελείς) το αντίπαλο φιλελεύθερο αφήγημα της ΝΔ, κι έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πιστώθηκε την επιστροφή στην ανάπτυξη μολονότι είχε ξεπροβάλει χαραμάδα φωτός τα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης του.

Δεν θα έπρεπε όμως η ελληνική κοινωνία να τα περιμένει αυτά, αφού το τρίτο μνημόνιο ψηφίστηκε (από όλους) πριν τις εκλογές του Σεπτέμβρη 2015; Η ελληνική κοινωνία όμως έκρινε το ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα με βάση τις υποσχέσεις του το Γενάρη του 2015. Έτσι λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας πλήρωσε -και πληρώνει ακόμα και σήμερα ενάμιση χρόνο μετά την εκλογική του ήττα – ετεροχρονισμένα το συντριπτικό χτύπημα του Σόιμπλε τον Ιούλιο του 2015, μολονότι κανείς δεν μιλάει για εκείνα τα γεγονότα εδώ και χρόνια. Όλοι μιλάνε (δηλαδή τα κόμματα του παλιού δικομματισμού, τα ιδιωτικά media που πολεμούσαν το ΣΥΡΙΖΑ ανελέητα από το 2012 και μετά, αλλά και ένα πλειοψηφικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, που αισθάνθηκε προδομένο σε πολλά προβλήματα που έζησε στο πετσί του και παράλληλα υφίσταται ακατάπαυστη πλύση εγκεφάλου από τα media όλα αυτά τα χρόνια) για τα ψέματα του Τσίπρα, αναφερόμενοι στις υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το Γενάρη του 2015.

Παράλληλα σε ζητήματα κυβερνητικής διαχείρισης καταγράφηκαν κάποια λάθη και αδυναμίες, τα οποία ήταν εν πολλοίς αναμενόμενα για ένα κόμμα χωρίς κυβερνητική εμπειρία. Ωστόσο τα λάθη αυτά μεγεθύνθηκαν εκθετικά από το αντίπαλο σύστημα (παλιός δικομματισμός, μιντιακό σύστημα) και με τη συνδρομή του χειραγωγούμενου από αυτούς αυτοδιοικητικού και συνδικαλιστικού κατεστημένου, δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μίγμα εξώθησης του ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία.

Η σημαντικότερη κρίση που περνάει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η κρίση πολιτικής αξιοπιστίας και αυτό οφείλεται στο ότι, πιεζόμενος διαρκώς ο ΣΥΡΙΖΑ από αντιπάλους και το παγιωμένο μπλοκ εξουσίας της χώρας να απολογηθεί για την ανακολουθία των εφαρμοζόμενων πολιτικών με τις διακηρύξεις του, δεν κατάφερε να αρθρώσει ένα αφήγημα που να είναι ειλικρινές ή έστω πειστικό. Η έντονη αγωνία του να αναδείξει στοιχεία αριστερής πολιτικής μέσα στην ασφυκτική εποπτεία του τρίτου μνημονίου, έκανε τον Τσίπρα να προβάλει (δικαίως) ως αριστερή πολιτική κάθε μικρορύθμιση με κοινωνικό ταξικό πρόσημο, εθελοτυφλώντας στο ότι αυτά μικρή σημασία είχαν σε ένα συνολικό μίγμα πολιτικής που είχε περικοπές συντάξεων και αυξήσεις φόρων και δεν μπορούσε στο σύνολο του να δώσει στην ελληνική κοινωνία στο σύνολό της την ανάσα που χρειαζόταν και προσδοκούσε πριν τις εκλογές του Φλεβάρη 2015. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχοντας επίγνωση των αρνητικών πολιτικών επιπτώσεων του τρίτου μνημονίου, σχεδίαζε εξαρχής να αξιοποιήσει πολιτικά τον τελευταίο χρόνο της κυβερνητικής του θητείας  χωρίς μνημόνιο και θεσμούς,  αλλά με αυξημένη εποπτεία, γι’ αυτό κράτησε με νύχια και με δόντια την κυβέρνηση μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας του. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν η μνημονιακή κυβέρνηση  με τη μεγαλύτερη διάρκεια, αυτό όμως αξιοποιήθηκε από τους αντιπάλους για να διογκώσουν το αρνητικό γι’ αυτήν κλίμα και να διαμορφώσουν κλίμα οργής και ανυπομονησίας για την πτώση της. Ο Τσίπρας από την πλευρά του ήξερε/πίστευε ότι έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε, φάνηκε όμως να ξεχνάει ότι στις εκλογές δεν κρίνονται οι προθέσεις αλλά το αποτέλεσμα. Έτσι υπέστη σοκ μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών.

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Το ιστορικό πλαίσιο της τελευταίας δεκαετίας είναι πολύ ιδιαίτερο για τη χώρα, αφού το 2010 συντελέσθηκε η χρεωκοπία, ακολουθώντας τη παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, που συνιστά επίσης έναν τεράστιο ιστορικό κόμβο. Η διαχείριση της χρεωκοπίας έγινε με δανεισμό από την ευρωζώνη, που προϋπέθετε την εφαρμογή δεκαετούς περίπου μνημονίου. Είναι σαφές ότι έχουμε μια ιστορική καμπή, η οποία συμπιέζει σε κάθε περίπτωση εκτός από την ελληνική κοινωνία και οικονομία και όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας και όχι μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ. Όλο το πολιτικό σύστημα βρέθηκε μέσα στις συμπληγάδες της ιστορικής καμπής.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ όμως αυτές οι συμπληγάδες επέφεραν επιπλέον ιστορικές αλλαγές. Από κόμμα διαμαρτυρίας έγινε κόμμα εξουσίας και ως αριστερό κόμμα επιδίωξε να γίνει καταλύτης πολιτικοοικονομικών ανατροπών σε Ελλάδα και Ευρώπη. Επειδή παραμένει απαγορευμένη όχι μόνο η ανατροπή αλλά ακόμα και οι περισσότερες σοβαρές αλλαγές στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης ο ΣΥΡΙΖΑ δέχθηκε συντριπτικά χτυπήματα από το κυρίαρχο μπλοκ της ευρωζώνης μέχρι να συνθηκολογήσει. Υπάρχει λοιπόν μια τεράστια διαφορά με την προηγούμενη ιστορική αλλαγή που συνέβη στο πολιτικό σύστημα της χώρας, δηλαδή την άνοδο ενός σοσιαλιστικού κόμματος στην εξουσία το 1981. Τότε στην Ευρώπη υπήρχε μια γενική τάση ανόδου σοσιαλιστικών κομμάτων στην εξουσία κι ο Αντρέας “καβάλησε το κύμα”. Τώρα ο Τσίπρας έπρεπε να πάει κόντρα στη ροή του ποταμιού, καθώς αντί να υπερβεί με ποιοτικό άλμα το σοσιαλδημοκρατικό πλαίσιο με βάθεμα της δημοκρατίας και της συμμετοχής, του κοινωνικού ελέγχου στο κράτος και την οικονομία και του οικολογικού προσανατολισμού, ήταν υποχρεωμένος να δίνει μάχη χαρακωμάτων για τα (εγκαταλελειμμένα) οχυρά της σοσιαλδημοκρατίας που βομβαρδίζονταν ανηλεώς.  

Παράλληλα το εγχώριο κατεστημένο, που συνίσταται σε ένα μπλοκ βαθέων και εκτεταμένων μηχανισμών εξουσίας και διαπλοκής (παλιός δικομμματισμός- media- τράπεζες), χτυπάει από το 2016 αλύπητα τον ΣΥΡΙΖΑ αξιοποιώντας την πολιτική του ήττα στην ευρωζώνη, επιδιώκοντας να τον μετατρέψει και πάλι σε κόμμα διαμαρτυρίας. Κι αν αυτό δεν είναι εφικτό να τον καταστήσει ένα υποταγμένο κόμμα εξουσίας, που θα εγκαταλείψει τις αριστερές αξίες και ιδεολογία του και δεν θα αμφισβητεί ούτε το πολιτικό σχέδιο του παλιού δικομματισμού, ούτε τους κατεστημένους μηχανισμούς εξουσίας του.

Η τρέχουσα περίοδος είναι μια περίοδος πολλαπλών δυσκολιών αλλά και προκλήσεων για το ΣΥΡΙΖΑ, όπως οι παρακάτω:

~ Η μεγέθυνση της πολιτικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ στην ελληνική κοινωνία με την αύξηση της πολιτικής του αξιοπιστίας και την ορθή πολιτική του διεύρυνση, ώστε να μπορεί να διεκδικήσει τη νίκη στις επόμενες εκλογές.

~ Η εκπόνηση ενός ρεαλιστικού εναλλακτικού  προοδευτικού πολιτικού σχεδίου για τη χώρα, που αρχικά να διασώζει και μετά να επεκτείνει τα εργασιακά δικαιώματα, το κοινωνικό κράτος και το δημόσιο χώρο, ιδιοκτησία και έλεγχο, πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο καθώς το μεγάλο δημόσιο χρέος και η παλινδρόμηση της ανάπτυξης – ειδικά με το νέο κύκλο παγκόσμιας οικονομικής κρίσης λόγω πανδημίας- αφήνουν μικρά περιθώρια άσκησης τέτοιων πολιτικών.

~ Ο σχεδιασμός και η διεκδίκηση προοδευτικών τομών εντός της νεοφιλελεύθερης μονεταριστικής ευρωζώνης, με τη διαμόρφωση συνεκτικού σχεδίου της ευρωπαϊκής αριστεράς, αλλά και συμμαχιών αφενός με τη ριζοσπαστική σοσιαλδημοκρατία και αφετέρου με τις χώρες του Νότου. Πρόκειται για μια πολιτική ανάγκη που καταδείχθηκε ως επιτακτική από τον πολιτικό χειρισμό μέσα στην Ε.Ε και των δυο μεγάλων παγκόσμιων πολιτικών ζητημάτων του τελευταίου έτους, αρχικά του NEW GREEN DEAL και μετά του ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ (αντιμετώπιση της πανδημίας), που υπολείπεται των απαιτήσεων μιας κοινωνικής και οικολογικής Ευρώπης, όχι μόνο στο επίπεδο της χρηματοδότησης αλλά και στο επίπεδο του πολιτικού σχεδίου.

Οι παραπάνω δυσκολίες και προκλήσεις διαμορφώνουν μια στενωπό στη διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ στην ιστορική καμπή που διατρέχουμε. Αυτό δίνει κρυφές ελπίδες στους ορκισμένους εχθρούς του ΣΥΡΙΖΑ ότι μπορεί να συρρικνωθεί υπό το βάρος των πολλαπλών πιέσεων. Πλανώνται πλάνην οικτράν. Η συμπίεση είναι πιθανή, άλλωστε και τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ τελεί υπό συμπίεση. Η συρρίκνωση όμως συνοδεύεται από εκφυλλιστικά συμπτώματα. Πολλά κόμματα στην ιστορία ήρθαν και έφυγαν αλλά ήταν γεννήματα της συγκυρίας και δεν είχαν πολιτικοϊδεολογική βάση. Ο ΣΥΡΙΖΑ, εκκινώντας ως κόμμα της ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς, έχει στέρεα ιδεολογικοπολιτική βάση, που του επιτρέπει να πορεύεται μέσα στις ιστορικές εξελίξεις.

Πέραν αυτού τα διακυβεύματα του ρεαλιστικού εναλλακτικού προοδευτικού πολιτικού σχεδίου για τη χώρα και των προοδευτικών τομών εντός της  ευρωζώνης συνιστούν ιστορικές ανάγκες και ο ΣΥΡΙΖΑ με το μέγεθος και το ρόλο του σε Ελλάδα και Ευρώπη έχει τον ιστορικό ρόλο του επισπεύδοντος.

* Ο Γιώργος Μαλιώτης είναι στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ στη Δυτική Αθήνα, στον τομέα της ενέργειας και τις ΔΕΚΟ