Κυνηγός χαρτονομισμάτων σε Εθνική Οδό – Λ. Σχιστού!

Τον είδαμε το Σάββατο το μεσημέρι να περπατάει στην άκρη του δρόμου με σκυμμένο το κεφάλι, στη λεωφόρο Αθηνών, στο ύψος του Δαφνίου με κατεύθυνση τον Σκαραμαγκά. Δεν έδειχνε να βιάζεται ούτε να τον απασχολεί που τα αυτοκίνητα σφύριζαν δίπλα του. Ο δρόμος είναι ταχείας κυκλοφορίας, καταλήγει στην εθνική οδό Αθηνών-Κορίνθου, πεζοδρόμια δεν υπάρχουν, αλλά ούτε και πεζοί. Μόνο ο κ. Γιάννης να προχωρά στις παρυφές του οδοστρώματος, σύρριζα στο προστατευτικό κιγκλίδωμα. Κάπνιζε και κουβάλαγε μια υφασμάτινη τσάντα. Εμοιαζε σχεδόν αμέριμνος.

«Καλησπέρα» του είπαμε σταματώντας λίγο παρακάτω. «Μήπως έχετε χαθεί;» «Οχι, απλώς περπατάω» είπε απλά. «Κοιτάω να δω μήπως βρω τίποτα», πρόσθεσε βλέποντας προφανώς την απορία μας. «Από τον κόσμο πέφτουν διάφορα πράγματα, όπως τρέχουν με ανοιχτά παράθυρα». Εννοούσε χρήματα. «Ομως δεν υπάρχει πια τίποτα, ο κόσμος δεν έχει πια λεφτά, πώς να του πέσουν;». Ο κ. Γιάννης είναι σήμερα 55 ετών και οργώνει τις λεωφόρους και τις εθνικές οδούς από τα 42 του. Θυμάται ακριβώς πότε. Ηταν ανήμερα τον τελικό του Euro, Ελλάδας – Πορτογαλίας. Τότε είχε ένα καρότσι και μάζευε σίδερα και άλλα πράγματα και τα πήγαινε για σκραπ. (Είχε έρθει στην Αθήνα στα 40 του, τρέχοντας μακριά από την οικογένειά του που τον κυνηγούσαν να τον παντρέψουν. Τόσο δεν ήθελε). «Εκείνη την ημέρα έγινε κάτι φοβερό» θυμάται. «Ετσι όπως προχωρούσα με το καρότσι σκέφτηκα ότι εάν είναι να φύγει από κανένα αμάξι κάποιο χαρτονόμισμα, με τον αέρα θα καρφωθεί εδώ, στο συρματόπλεγμα. Ε, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, σηκώνω τα μάτια και βλέπω ένα 20άρικο κολλημένο εκεί. Κάπως έτσι μου έγινε συνήθειο να ψάχνω στους δρόμους». Εκείνο το βράδυ, πήγε σε μια ταβέρνα στον Ασπρόπυργο. «Είδα το ματς, έφαγα. Και πλήρωσα», λέει χαμογελώντας όπως όταν θυμάσαι μια ωραία στιγμή.

Οι εποχές τότε ήταν «καλές», μια φορά –λέει– είχε βρει σε μια μέρα 17 εικοσάρικα. «Προφανώς είχαν πέσει όλα μαζί από έναν άνθρωπο, αλλά, τι να κάνω, να πιάνω έναν έναν να ρωτάω εάν έχασαν ένα εικοσάρικο;». Μια άλλη φορά, πάντως, έκανε την καλή του πράξη. Ενώ περπατούσε, είδε με τα μάτια του να πέφτουν από ένα αυτοκίνητο δύο δέματα. Ηταν σφραγισμένα. «Τα μάζεψα γιατί σκέφτηκα ότι ο οδηγός θα γυρίσει να τα βρει. Πήγα προς ένα βενζινάδικο και περίμενα εκεί. Πράγματι γύρισε και χάρηκε πολύ που του τα έδωσα. Μου είπε “δεν ξέρεις πόσο σημαντικά ήταν για μένα” και μου έδωσε 6 ευρώ. Ε τόσα είχε, καλά ήταν». Ηταν η μέρα που ένιωσε λίγο φύλακας της εθνικής οδού.

Αν και τα καλοκαίρια είναι η καλύτερη εποχή γι’ αυτό το κυνήγι, το φετινό ήταν πολύ στεγνό. «Ολο το καλοκαίρι βρήκα μόνο τρία δεκάρικα». Παλιότερα έβλεπε κι άλλους να οργώνουν σαν κι αυτόν το οδόστρωμα. «Ομως έσπασαν γιατί δεν υπάρχει τίποτα πια». Κάποτε η λεωφόρος Σχιστού – Σκαραμαγκά ήταν θησαυρός, αλλά και εκεί τα ευρήματα σπανίζουν σήμερα. Ο ίδιος, πάντως, συνεχίζει μέχρι σήμερα κάθε μέρα να βγαίνει στον δρόμο, στη λογική του τζογαδόρου: Κι αν σου κάτσει; «Είναι που μ’ αρέσει και να περπατάω».

Πηγή: kathimerini.gr, Λίνα Γιάνναρου