Το Χαϊδάρι παρουσιάζει πολλές ιδιαιτερότητες λόγω της μορφολογίας της πόλης (λόφος Προφήτη Ηλία, Άνω Δάσος), την διαφορετική οικιστική εξέλιξη κάθε γειτονιάς (π.χ. η Γρηγορούσα μπήκε στο σχέδιο το 1967, το Άνω Δάσος το 1985 και η το 1992), αλλά και κυρίως λόγω των μεγάλων οδικών αξόνων που διασχίζουν την πόλη (Λ. Αθηνών και Ιερά Οδός) και δευτερευόντως μικρότερων όπως οι Καραϊσκάκη – Φαβιέρου ,  Αγωνιστών Στρατοπέδου- Ηρακλέους και Κύπρου-Γ. Παπανδρέου.

Για όσους από εμάς μετακινούμαστε καθημερινά, παρά την μείωση της κυκλοφορίας λόγω της φτώχειας, τα προβλήματα, μεγάλα και μικρά, παραμένουν. Αλλού λείπει το αναγκαίο πλάτος, αλλού η στάθμευση ξεχειλίζει, σε κρίσιμα σταυροδρόμια λείπει συντονισμός και φωτισμός και πολλά άλλα.

Προφανώς τα προβλήματα δεν θα πάψουν να υπάρχουν όσο η πόλη εξελίσσεται. Όμως, για όσους έχουμε παρακολουθήσει τις προσπάθειες συμπολιτών μας να καταθέσουν ιδέες και λύσεις που συχνά δεν απαιτούν πολλά χρήματα και περισσότερο αφορούν ρυθμίσεις μικρής κλίμακας, προκύπτει το ερώτημα γιατί δεν ξεκινάμε, δεν προσπαθούμε επίμονα, λίγο-λίγο ώστε να βελτιώνεται σταδιακά η κατάσταση;

Κι όταν γίνονται κάποιες παρεμβάσεις όπως στην Γ. Παπανδρέου, γιατί επιλέγονται οι χειρότερες, κατά τους μελετητές, επιλογές ή/και οι πλέον σύνθετες (π.χ. στην Ηρακλέους και Πλουτάρχου όπου προτιμήθηκαν φανάρια αντί κυκλικού κόμβου και ουσιαστικά καταργήθηκε ο υπάρχων, παράλληλος της Ηρακλέους, δρόμος –τότε προφανώς λεφτά υπήρχαν…).

Γιατί ακόμη οι προτάσεις και επισημάνσεις Φουντούλη για έγκαιρη λήψη μέτρων περί το Μετρό δεν λήφθηκαν υπόψη; Γιατί η πρόταση Τερζάκη, που εγκρίθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο, για να καταστεί ασφαλέστερη η είσοδος και έξοδος από την Αφαία, παραμένει στο συρτάρι (κάτω-κάτω!); Αλλά και η συνθετική πρόταση Χανιωτάκη – Σακάτου – Φουντούλη για έξοδο από το Δάσος μέσω Κυπρίων Αγωνιστών αντί της επικίνδυνης Σατωβριάνδου, γιατί δεν τέθηκε υπόψιν και των συναρμόδιων υπουργείων, ώστε να προχωρήσει η γραφειοκρατία;

Δυστυχώς λείπει διαχρονικά η θέληση και αυτό είναι ορατό στα – παγίδες έξω από σχολεία, στις λακκούβες που βαθαίνουν, όπου και να στρέψουμε το βλέμμα μας.

Γιώργος Ε. Τσουμελέας