Ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Στάθης Καλύβας, σε μία παρέμβασή του που έδωσε νέα διάσταση στον διάλογο για τις φωτογραφίες των εκτελεσμένων της Καισαριανής, θέτει το ερώτημα τι ακριβώς συνεισφέρει η ανακάλυψη αυτών των φωτογραφιών και απαντά ότι προσφέρει “συγκινησιακή φόρτιση και πολιτική χειραγώγηση”.
Για να στηρίξει τη θέση του όσον αφορά τη συγκινησιακή φόρτιση, φέρνει το εκ του αντιθέτου παράδειγμα της Λέλας Καραγιάννη, κορυφαίας μορφής της Αντίστασης, η οποία εκτελέστηκε στο Χαϊδάρι με άλλους 59 μη κομμουνιστές αγωνιστές, αναφέροντας ότι η δική τους θυσία δεν φαίνεται να συγκλονίζει και ότι σίγουρα διαφημίζεται πολύ λιγότερο από τους κομμουνιστές της Καισαριανής. Ο Σ. Καλύβας έχει δίκιο. Η ιστορία αυτή δεν συγκλονίζει και δεν συγκλόνισε ποτέ σε ανοιχτό κύκλο την ελληνική κοινωνία. Είναι μια θυσία που πέρασε με σχεδόν απαρατήρητη και ο χρόνος οδήγησε στη λήθη. Πολύ λίγοι γνωρίζουν τι συνέβη το πρωινό της 8ης Σεπτεμβρίου του 1944 στη ματωμένη ρεματιά του Διομήδειου Κήπου.
Πιο συγκεκριμένα, ο Σ. Καλύβας γράφει στο άρθρο του στην Καθημερινή:
Δεν ήταν επίσης λίγοι εκείνοι που ήταν αντιστασιακοί, χωρίς όμως να είναι κομμουνιστές ή να έχουν κάποια πολιτική ατζέντα πέρα από την απελευθέρωση της Ελλάδας. Eχει η θυσία τους παρόμοια αξία με αυτή των κομμουνιστών; Ή έχει μήπως μεγαλύτερη; Η Λέλα Καραγιάννη, για παράδειγμα, υπήρξε μία από τις πιο αποτελεσματικές και ανιδιοτελείς μορφές της αντίστασης στην Ελλάδα. Εκτελέστηκε στο Χαϊδάρι, στις 8 Σεπτεμβρίου 1944, μαζί με άλλους 59 ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, μέλη μη κομμουνιστικών αντιστασιακών οργανώσεων στην πλειονότητά τους. Οι φωτογραφίες μετά την εκτέλεσή τους κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο, όμως για κάποιο λόγο δεν φαίνεται να συγκλονίζουν εξίσου και σίγουρα διαφημίζονται πολύ λιγότερο από τους κομμουνιστές της Καισαριανής. Δεν πολυακούγεται η Λέλα Καραγιάννη, μάλλον γιατί έκανε το «λάθος» να συνεργαστεί στενά με τους Βρετανούς: η προτομή της βανδαλίστηκε ενώ μια πρόσφατη, εξαιρετική βιογραφία της (Στέλιος Περράκης, «Η απίθανη ηρωίδα. Η Λέλα Καραγιάννη και οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες στην Ελλάδα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου», Επίκεντρο, 2022) πέρασε μάλλον απαρατήρητη.
Είχε η Αριστερά το χρέος να αναδείξει τους δεξιούς Αντιστασιακούς;
Αν απομονώσει κάποιος τις φράσεις “Eχει η θυσία τους παρόμοια αξία με αυτή των κομμουνιστών;” και “Οι φωτογραφίες μετά την εκτέλεσή τους κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο, όμως για κάποιο λόγο δεν φαίνεται να συγκλονίζουν εξίσου και σίγουρα διαφημίζονται πολύ λιγότερο από τους κομμουνιστές της Καισαριανής“, αναρωτιέται σε ποιον απευθύνονται. Δυστυχώς ο ιστορικός δεν βάζει υποκείμενο στα ρήματα που χρησιμοποιεί. Αυτή η “λεπτομέρεια” όμως έχει όμως πολύ μεγάλη σημασία. Εννοεί μήπως ότι οι κομμουνιστές και η Αριστερά ευρύτερα έριξαν εσκεμμένα στην αφάνεια την εκτέλεση των δεξιών ηρώων;
Ήταν όμως οι “απέναντι” αυτοί που όφειλαν να “διαφημίσουν” το συγκλονιστικό γεγονός της εκτέλεσης της Λέλας Καραγιάννη; Στην Αριστερά καταλογίζει την ευθύνη;
Αν όχι την Αριστερά, σε ποιους αναφέρεται ο Σ. Καλύβας; Στο κείμενό του δεν φαίνεται να “βάζει στο κάδρο” το δεξιό κράτος μετά τον Εμφύλιο. Ωστόσο τι έκανε αυτό για να κρατήσει ψηλά τη μνήμη των ηρώων και να τιμήσει την υπέρτατη θυσία τους; Προσπάθησε συνειδητά και με μεγάλες εκδηλώσεις να αναδείξει την Αντίσταση του ελληνικού λαού γενικά και τη δεξιά Αντίσταση ειδικότερα; Υπάρχει απάντηση και είναι ακατανόητη: Δεν έκανε τίποτα.
Δεκαετίες αδιαφορίας
Η επί δεκαετίες αδιαφορία δεξιών κυβερνήσεων για τους δεξιούς εκτελεσμένους αντιστασιακούς του Στρατοπέδου Χαϊδαρίου, ανάμεσά τους η Λέλα Καραγιάννη και ο Μανώλης Λίτινας, ή για προσωπικότητες σαν τον Κώστα Περίκο και την Ιουλία Μπίμπα, ήταν σχεδόν ολοκληρωτική.
Τα δεξιά κόμματα, οι δεξιοί βουλευτές, οι δεξιοί δήμαρχοι, οι δεξιοί νομάρχες – περιφερειάρχες, απέφευγαν με συνέπεια το χρέος να οργανώσουν έστω και το ταπεινό ετήσιο μνημόσυνο των εκτελεσμένων στο Χαϊδάρι.
Ακόμα και το Μνημείο στο σημείο της εκτέλεσης το έφτιαξαν μόνοι τους οι συγγενείς των θυμάτων! Στα εγκαίνια του εν λόγω Μνημείου το 2000, είχε παραστεί, προς τιμήν του, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωστής Στεφανόπουλος. Αλλά ήταν μια στιγμιαία εξαίρεση. Μετά πάλι χάθηκαν όλοι, δημόσιοι φορείς και δεξιοί πολιτικοί. Απέμειναν μόνοι να οργανώνουν τα μνημόσυνα οι λιγοστοί ηλικιωμένοι συγγενείς που είχαν μείνει στη ζωή (οι περισσότεροι εκτελεσμένοι ήταν νέοι και δεν είχαν απογόνους), μαζί με τη διοίκηση του Βοτανικού Κήπου Διομήδους. *
Ο κομμουνιστής δήμαρχος και ο “μεγάλος παρτιζάνος”
Τα τελευταία 15 χρόνια έζησα από “πρώτο χέρι” την τραγελαφική κατάσταση της αποχής του επίσημου κράτους ακόμη και από το μνημόσυνο των 59 κρατουμένων του Στρατοπέδου Χαϊδαρίου που εκτελέστηκαν στον Διομήδειο Κήπο. Η εφημερίδα “Χαϊδάρι Σήμερα” έκανε μεγάλες προσπάθειες να “ξυπνήσει” τους υπεύθυνους ώστε να δώσουν στη θυσία την τιμή και την προβολή που της αρμόζει.
Η δικαίωση ήρθε από εκεί που δεν το περιμέναμε. Ο πρώτος δήμαρχος Χαϊδαρίου που ήρθε στο ετήσιο μνημόσυνο και συνέχισε να δίνει το παρών σταθερά, ήταν κομμουνιστής! Πρόκειται για τον Μιχάλη Σελέκο. Ας σημειωθεί ότι τα προηγούμενα οκτώ χρόνια η πόλη είχε δεξιό δήμαρχο…
Η κορυφαία στιγμή που ζήσαμε οι λιγοστοί που πηγαίναμε στο Μνημόσυνο ήταν όταν εμφανίστηκε και μίλησε ο Μανώλης Γλέζος. Ήταν μεγάλος ο αιφνιδιασμός όταν στις 8 Σεπτεμβρίου του 2017 κατέβηκε βοηθούμενος από το αυτοκίνητο ο υπέργηρος αριστερός αγωνιστής και διανοούμενος και στάθηκε με ευλάβεια μπροστά στο Μνημείο της “Μπουμπουλίνας” Λέλας Καραγιάννη, του ΕΔΕΣίτη Μανώλη Λίτινα και των άλλων ηρώων, άσημων αντιστασιακών οργανώσεων της Αθήνας και της Πάτρας.
Αντιλήφθηκα την πρωτοβουλία του σαν εξόφληση ενός παλιού χρέους προς αγωνιστές της “άλλης πλευράς” που έπεσαν για την ίδια πατρίδα. Δεν δίστασε να στηλιτεύσει και την στάση της Αριστεράς απέναντι στην ενιαία αντίσταση του ελληνικού λαού στον κατακτητή: Είπε επί λέξει: “Η Αντίσταση στον κατακτητή ήταν συνολική πράξη του ελληνικού λαού. Αν δεν φοράγαμε κομματικά γυαλιά, θα βλέπαμε ότι η αντιστασιακή πράξη του Κώστα Περίκου, που ανατίναξε την γερμανική ΕΣΠΟ, και οι θυσίες της “Μπουμπουλίνας” Λέλας Καραγιάννη δεν διαφέρουν από την αντίσταση του ΕΑΜ”. Ήταν ένα συγκλονιστικό κήρυγμα εθνικής ενότητας με άξονα την Αντίσταση του ελληνικού λαού (δείτε ολόκληρο το βίντεο της ομιλίας του εδώ: Ο Μανώλης Γλέζος άφησε από το Χαϊδάρι μια πολύτιμη παρακαταθήκη εθνικής ενότητας).
Σταδιακά άρχισαν να εμφανίζονται στην τελετή του μνημοσύνου βουλευτές και υπουργοί της Νέας Δημοκρατίας, χωρίς ωστόσο μέχρι και σήμερα να έχει αναλάβει η Πολιτεία την διοργάνωσή του, παράλληλα με την καθιέρωση και άλλων τιμητικών εκδηλώσεων, που θα δώσουν την ευκαιρία στο ευρύ κοινό να μάθει και να συγκινηθεί και για τη δική τους εκτέλεση.
Ερώτημα που χρήζει ιστορικής διερεύνησης
Περισσότερα λοιπόν έπραξαν οι αριστεροί την τελευταία δεκαετία στον τόπο της θυσίας για να τιμήσουν την Λέλα Καραγιάννη και τους συντρόφους της, παρά όλα τα προηγούμενα χρόνια οι δεξιοί, που είχαν και τα “κλειδιά” του κράτους.
Το ερώτημα που έχει να απαντήσει ο Σ. Καλύβας είναι γιατί φέρθηκε με αυτόν άδικο τρόπο το δεξιό μετεμφυλιακό κράτος στους δικούς του αντιστασιακούς ήρωες. Γιατί, αντί να αναδείξει, συσκότισε τη δράση τους. Αλλά και γιατί άφησε να φτάσει το 1982 για να αναγνωριστεί η Ενιαία Εθνική Αντίσταση από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ δεξιοί πολιτικοί ορθά δήλωναν κατά καιρούς ότι το ΕΑΜ δεν ήταν αποκλειστικά κομμουνιστική οργάνωση και ότι σε αυτό συμμετείχαν Έλληνες κάθε πολιτικής απόχρωσης.
Γιατί λοιπόν αφέθηκε η Αντίσταση να αποτελεί προνομιακό χώρο της αριστερής επικοινωνίας και διανόησης; Γιατί μόνο η Αριστερά διοργάνωσε ένα πλούσιο καλεντάρι επετειακών εκδηλώσεων για την Αντίσταση, ενώ η Δεξιά δεν έκανε τίποτα γι’ αυτή τη μεγαλειώδη έκρηξη πατριωτισμού του ελληνικού λαού στα μαύρα χρόνια της Κατοχής; Είχαν άγνοια; Είχαν άλλους λόγους; Ο Στάθης Καλύβας με σημαντικό ιστοριογραφικό έργο εστιασμένο στη μελέτη του ελληνικού Εμφυλίου, είναι σε θέση να διαφωτίσει τις αιτίες.
* Μόλις το 1995, επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου, το σπίτι της Λέλας Καραγιάννη στην Αθήνα κηρύχτηκε Ιστορικό Μνημείο. Και σε αυτή την περίπτωση πρωταγωνίστησε το σωματείο των συγγενών, με την επωνυμία Σύνδεσμος Φίλων και Απογόνων “Λέλα Καραγιάννη – Μπουμπουλίνα, 1941-1944”. Το 2020 (!) απονεμήθηκε στην ηρωίδα ο βαθμός του Ταξίαρχου επί τιμή.