Η στάση των μέχρι πρόσφατα θανάσιμων εχθρών στη Μέση Ανατολή αποδεικνύεται στην πράξη σχεδόν ταυτόσημη απέναντι στη Μόσχα, παρά τις εκκλήσεις της Ουκρανίας και τις πιέσεις των ΗΠΑ. «Κλειδί» τα κοινά τους συμφέροντα.

Το Ισραήλ και οι αραβικές χώρες καταδίκασαν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία στην έκτακτη γενική συνέλευση του ΟΗΕ. Ωστόσο, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της Τουρκίας, εξακολουθούν να παραμένουν αμέτοχες στις κυρώσεις που έχει επιβάλει η Δύση κατά της Μόσχας, τηρώντας πρακτικά ίσες αποστάσεις.

Η τακτική αυτή φαίνεται, μάλιστα, πως έχει προκαλέσει εκνευρισμό και δυσφορία στον Λευκό Οίκο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, καθώς στην Ουάσιγκτον διαπιστώνουν στην πράξη ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν ναι μεν θα στριμωχτεί, αλλά διαθέτει ακόμη πολύτιμες οδούς διαφυγής. 

Κι εσύ, «τέκνον Ισραήλ»;

Ειδικά όσον αφορά στο Ισραήλ, οι Αμερικανοί δεν κρύβουν ότι θα περίμεναν πολλά περισσότερα σε αυτή τη φάση. Κι αυτό διότι θεωρούν περίπου… αχαριστία τη στάση του, δεδομένης της πολιτικής και στρατιωτικής στήριξης που διαχρονικά του παρέχουν – έχοντας, ανάμεσα στα άλλα, προβάλει πολλά βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας για χάρη του, όταν αυτό παραβίαζε κατάφωρα το διεθνές δίκαιο, κυρίως στο Παλαιστινιακό.

«Τώρα πρέπει να αποφασίσετε: Είστε με τους Ρώσους ή είστε με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δύση», δήλωσε χαρακτηριστικά στο CNN και την Κριστιάν Αμανπούρ ο πρώην υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Ουίλιαμ Κοέν. Τα λόγια του δε αντανακλούν τις αντιδράσεις που έχει προκαλέσει ευρύτερα η στάση του Ισραήλ.

Ενδεικτικό αυτής της στάσης – που προκαλεί ακόμη και έκπληξη σε αρκετούς – είναι το γεγονός ότι η κυβέρνηση του Νάφταλι Μπένετ έχει αποφύγει, μέχρι στιγμής, να καταδικάσει ανοιχτά τη Ρωσία για το πλήγμα που δέχθηκε το μνημείο του Ολοκαυτώματος Μπάμπι Γιαρ στο Κίεβο, όπου δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι δολοφονήθηκαν από τους Ναζί το 1941.

Επίσης, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι παρά το αίτημα που έθεσε ο (εβραϊκής καταγωγής) Βολοντίμιρ Ζελένσκι στον Μπένετ για παροχή στρατιωτικής βοήθειας από το Ισραήλ στην Ουκρανία, ο τελευταίος αρνήθηκε – σύμφωνα με τις πληροφορίες της ισραηλινής εφημερίδας Yedioth Ahronoth – περιορίστηκε στην αποστολή ενός φορτίου με ανθρωπιστική βοήθεια και ιατροφαρμακευτικό υλικό.

 

Η Συρία και οι Εβραίοι της Ρωσίας

Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Όπως γράφει η βρετανική The Guardian, το Ισραήλ «από τη μία, είναι υποχρεωμένο να στέκεται στο πλευρό των δυτικών συμμάχων του, να στηρίζει τον Εβραίο πρόεδρο της Ουκρανίας και να βοηθά τον εβραϊκό πληθυσμό της να ξεφύγει από τα δεινά του πολέμου. Από την άλλη, όμως, το Ισραήλ είναι απρόθυμο να ανταγωνιστεί τη Ρωσία, στην οποία βασίζεται για να φέρνει σε πέρας τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις στη Συρία. Πέραν αυτό, οποιαδήποτε κίνηση θα μπορούσε να πυροδοτήσει τον αντισημιτισμό σε βάρος των πολυπληθών εβραϊκών κοινοτήτων Ουκρανίας και Ρωσίας».

Η ίδια εφημερίδα αναφέρει, επίσης, ότι το ισραηλινό μουσείο του Ολοκαυτώματος, το Yad Vashem, απευθύνθηκε προς τον πρέσβη των ΗΠΑ και του ζήτησε να μην συμπεριληφθεί στις κυρώσεις κατά των Ρώσων ολιγαρχών ο Ρομάν Αμπράμοβιτς ο οποίος, αν και υποστηρικτής του Πούτιν, αποτελεί μεγάλο δωρητή πολλών εβραϊκών ιδρυμάτων.

Από την πλευρά της, η ισραηλινή Haaretz θέτει στο τραπέζι μία ακόμη πλευρά που μπορεί να ερμηνεύσει τη στάση του Ισραήλ: «Να κρατήσει ανοιχτή την πιθανότητα να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής ανάμεσα σε Ρωσία και Ουκρανία», εκμεταλλευόμενο τις προνομιακές του σχέσεις με τις ΗΠΑ και τους δεσμούς που υπάρχουν τόσο με τον Πούτιν όσο και με τον Ζελένσκι.

 

Η συμμαχία OPEC και Ρωσίας

Το παράδοξο, θεωρητικά, είναι ότι η τακτική του Ισραήλ είναι σχεδόν ταυτόσημη με εκείνη των Αράβων γειτόνων του, με τους οποίους μέχρι πρόσφατα το χώριζε θανάσιμη έχθρα, όμως εδώ και δύο χρόνια έχουν γίνει εντυπωσιακά βήματα για την εξομάλυνση των σχέσεών τους. «Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλες χώρες του Κόλπου έχει προσπαθήσει να τηρήσουν μια ουδέτερη στάση ανάμεσα στους δυτικούς συμμάχους τους και τη Ρωσία, που είναι εταίρος τους στον OPEC», σημειώνει το πρακτορείο Reuters – και ενώ είναι γνωστό ότι ο Πούτιν βρίσκεται σε στενή επικοινωνία με τον μονάρχη των ΗΑΕ από την αρχή της κρίσης στην Ουκρανία.

Προσπαθώντας να ερμηνεύσουν αυτή τη στάση, ορισμένοι αναλυτές υπογραμμίζουν ότι, εκτός των άλλων, το «μοντέλο Πούτιν» είναι ιδιαιτέρως ελκυστικό για τους ηγεμόνες των μοναρχιών του Κόλπου, που δεν έχουν σχέση με τη δημοκρατία. Σε βαθμό, μάλιστα, που να τον θαυμάζουν και να θέλουν να τον μιμηθούν.

Η αλήθεια, πάντως, είναι πως αυτός δεν είναι ο βασικός παράγοντας που καθορίζει τις ενέργειές τους. Υπενθυμίζεται ότι OPEC και Ρωσία βρίσκονται σε πλήρη συντονισμό εδώ και τουλάχιστον ενάμιση χρόνο, χειραγωγώντας φανερά την παγκόσμια αγορά πετρελαίου, μέσω του πλαφόν στην παραγωγή τους. Με τον τρόπο αυτό, διατηρούν τις τιμές σε πολύ υψηλά επίπεδα, γεμίζοντας τα ταμεία τους με εκατοντάδες δισ. πετροδολαρίων.

Όπως, λοιπόν, εύκολα μπορεί να καταλάβει οποιοσδήποτε, εάν οι Άραβες ήθελαν να πλήξουν τον Πούτιν θα μπορούσαν να ανοίξουν τις κάνουλες της παραγωγής (κάτι που μπορούν να κάνουν πιο εύκολα από κάθε άλλον) και να προκαλέσουν απότομη πτώση των τιμών – και, κατά συνέπεια, των εσόδων της Μόσχας, που σήμερα τα έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Σε μια ακόμη πιο ακραία περίπτωση, θα μπορούσαν να της στερήσουν και πελάτες, τόσο στο πετρέλαιο όσο και στο φυσικό αέριο, υιοθετώντας την γνωστή τακτική του αθέμιτου ανταγωνισμού. 

Το μήνυμα προς τις ΗΠΑ

Είναι φανερό, ωστόσο, ότι έχουν επιλέξει να μην κάνουν τίποτε από τα παραπάνω. Κι αυτό διότι βλέπουν πιο μακριά από τον πόλεμο στην Ουκρανία και καθορίζουν τη στάση τους με βάση τη «μεγάλη εικόνα» των σοβαρών ανακατατάξεων που συντελούνται σε παγκόσμιο επίπεδο – ο οποίες, εκτός των άλλων, έχουν φέρει τους Άραβες στο ίδιο στρατόπεδο με τη Ρωσία στη Λιβύη.

«Εάν θέλετε να αλλάξετε τους κανόνες του παιχνιδιού και να περιορίσετε τις δεσμεύσεις σας προς εμάς, τότε έχουμε το δικαίωμα να είμαστε λιγότερο αφοσιωμένοι προς εσάς». Αυτό είναι το μήνυμα που εκπέμπουν τα καθεστώτα της περιοχής προς τις ΗΠΑ, σύμφωνα με το στέλεχος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων, Κίντσια Μπιάνκο, η οποία σχολιάζει τα δεδομένα που δημιουργεί η σταδιακή αποστασιοποίηση των Αμερικανών από την περιοχή – που κατέστη ξεκάθαρη ειδικά από τη στιγμή που κατάφεραν να γίνουν αυτάρκεις ενεργειακά.

Το ρήγμα είναι ορατό και στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με τη Σαουδική Αραβία, που κάποτε αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο της στρατηγικής της στη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη περιοχή. Αποκαλυπτική δε γι’ αυτό είναι μια (μάλλον οργισμένη) τοποθέτηση του πρίγκιπα-διαδόχου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. 

Μπιν Σαλμάν: «Απλά, δεν με ενδιαφέρει»

«Απλώς δεν με ενδιαφέρει», απάντησε σε ερώτηση του The Atlantic εάν θεωρεί ότι ο Τζο Μπάιντεν δεν τον καταλαβαίνει και τον παρεξηγεί. «Δεν έχουμε το δικαίωμα να σας δίνουμε μαθήματα στην Αμερική. Το ίδιο ισχύει και αντιστρόφως», συνέχισε ο ισχυρός άνδρας του Ριάντ, ο οποίος εμφανίζεται… χολωμένος και από το γεγονός ότι φωτογραφήθηκε ως ο βασικός ένοχος για τη δολοφονία, το 2018, του αντιπάλου του και δημοσιογράφου της Washington Post, Τζαμάλ Κασόγκι, στο σαουδαραβικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης.

Σαν να μην έφτανε αυτό, ο μπιν Σαλμάν όχι απλώς δεν καταδίκασε ρητά και κατηγορηματικά τη Ρωσία, αλλά άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιβάλει… κυρώσεις στις ΗΠΑ! «Όπως έχουμε τη δυνατότητα να ενισχύσουμε τη θέση μας, έτσι έχουμε και τη δυνατότητα να την περιορίσουμε», είπε αναφερόμενος στις τεράστιες επενδύσεις της χώρας του στην αμερικανική αγορά (ομόλογα και επιχειρήσεις), που υπολογίζονται σε 800 δισ. δολάρια. 

Το Ιράν τους ενώνει

Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι στον γεωπολιτικό και οικονομικό χάρτη της Μέσης Ανατολής, Ισραήλ και αραβικά καθεστώτα έχουν κάτι ακόμη που τους ενώνει και τους υποχρεώνει να συντονίζονται: Τον φόβο απέναντι στο Ιράν (με το οποίο η Σ. Αραβία βρίσκεται σε πόλεμο στην Υεμένη) και την ανησυχία για το τι μπορεί να σημαίνει η υπογραφή μιας νέας συμφωνίας με τις ΗΠΑ για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Με δεδομένο ότι η Μόσχα αποτελεί σήμερα τον βασικό σύμμαχο και το κύριο στήριγμα της Τεχεράνης (η οποία απείχε κατά την ψηφοφορία στον ΟΗΕ για τον πόλεμο στην Ουκρανία), είναι λογικό να θέλουν να έχουν ανοιχτούς διαύλους μαζί της, ώστε να μαθαίνουν τα σχέδια της ηγεσίας του Ιράν – και, ει δυνατόν, να επιδρούν σε αυτά.

Το σίγουρο, σε κάθε περίπτωση, είναι το εξής: Η στάση κάθε χώρας και ομάδας χωρών απέναντι στη Ρωσία μετά την εισβολή της στην Ουκρανία δεν εξαρτάται μόνο ή κυρίως από τον πόλεμο και τις εικόνες φρίκης που έρχονται από εκεί. Έχει να κάνει, πάνω από όλα, με την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων σε ένα κόσμο που αλλάζει ραγδαία – και με τη βία.

Πηγή: ΟΤ