«Σελίδες ζωής, από το βιβλίο της θυσίας». Ο γλύπτης Χάρης Λαλές μιλάει για το Μνημείο Εθνικής Αντίστασης



Η πρώτη εντύπωση που μού δημιούργησε η θέα του Μνημείου Εθνικής Αντίστασης, του Χαϊδαριώτη γλύπτη Χάρη Λαλέ, ήταν ότι είναι πολύ λιτό. Αντικρίζοντάς το από απόσταση κατά πρόσωπο, μου φάνηκε ότι πρόκειται απλώς για ένα λείο κομμάτι μέταλλο. Όταν όμως ανέβηκα τα σκαλιά και περπάτησα γύρω του είδαπολλά περισσότερα, τόσο τη μορφή όσο και στο περιεχόμενο.

Στάθηκα να το κοιτάζω από το πλάι, με φόντο το αιματοβαμμένο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου, τον μαρτυρικό τόπο. Η μεγάλη μεταλλική λάμα δείχνει να κινείται, να κλίνει (όπως κάμπτεται ο κορμός των αγαλμάτων της κλασικής ωριμότητας) προς τα «χειρόγραφα» των ηρώων, για να τα διαβάσει και να τα προστατέψει στον κόρφο της, ως πολύτιμα κειμήλια ανθρωπιάς και αυταπάρνησης.



Το μνημείο αυτό είναι ένα παλιό χρέος της πόλης μας: να τιμήσει τη μνήμη των ηρώων που βασανίστηκαν και μαρτύρησαν στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Υλοποιήθηκε με το γλυπτό του Χάρη Λαλέ.
Ζητήσαμε από τον γλύπτη να μιλήσει για το έργο του.
Μενέλαος Χρόνης

Η βιωματική σχέση Χάρη Λαλέ και γλυπτού με το Στρατόπεδο

Χάρης Λαλές,
Χαϊδαριώτης γλύπτης
Επισκεπτόμουν από παλιά την εκδήλωση για το Μπλοκ 15, όπως πολλοί Χαϊδαριώτες. Όταν ξεκίνησα να φτιάχνω αυτό το έργο (σημαίνει μελετώ – σχεδιάζω – υλοποιώ – επιβλέπω), πρώτο μέλημά μου ήταν να ξεσκονίσω τα βιβλία που αναφέρονται στο Χαϊδάρι. Άρχισα από βιβλία Χαϊδαριωτών κρατουμένων, αναφερόμενα στην περίοδο της Αντίστασης ’41 – ’44. Το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου φτιάχτηκε το 1943, την τελευταία χρονιά πριν φύγουν οι Γερμανοί, για να σκορπίσει με την παρουσία του και την τρομακτική του φήμη τον πανικό στον αγωνιζόμενο λαό, που πλαισίωνε τις αντιστασιακές οργανώσεις (ΕΑΜ, ΕΔΕΣ κτλ.).
Η απάντηση των εγκλείστων ήταν από την πρώτη στιγμή «εμείς έχουμε θυσιάσει τη ζωή μας και η ένοπλη αντίσταση πρέπει να συνεχιστεί».
Αυτό που εμείς σήμερα βλέπουμε σαν ηρωική πράξη, σαν θυσία, γι’ αυτούς τους ανθρώπους ήταν πράξη ζωής. Γι’ αυτό και φεύγοντας οι αγωνιστές της Αντίστασης για τους τόπους των εκτελέσεων (200 κομουνιστές στην Καισαριανή, 72 στο Δαφνί, πάρα πολλοί στο νταμάρι βόρεια του Στρατοπέδου, προς Πετρούπολη, στο ασβεστοκάμινο των Κουνελίων και στα πηγάδια του Σκαραμαγκά), άφηναν πίσω τους τα βιβλία της ζωής τους. Ολοκάθαρες σελίδες, αστραφτερές, με γράμματα ψυχής χωρίς ίχνος δάκρυ, σφραγισμένα με το αίμα τους. Κι αυτά τα βιβλία ήταν απλά χαρτάκια, σκισμένα, κομματιασμένα, το ξύλινο πόδι του τραυματία στην Αλβανία, χαρτιά κρυμμένα στη φόδρα, το ίδιο τους το σακάκι. Όσοι δεν είχαν χαρτιά έγραφαν πάνω στα πόδια τους, ξέροντας ότι ακουμπάνε σε πολύ γερές κολώνες μέχρι την τελευταία στιγμή το βιβλίο της ζωής τους. Το οποίο βιβλίο τι ήταν; Σελίδες ηρωισμού; Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ήρωες; Όχι βέβαια! Πρώτα θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανθρώπους, με ιδέες και ιδανικά, με αγάπη που δεν τους είχαν αφήσει να προσφέρουν. Και με όνειρα. Ότι αυτή η χώρα έτσι κι αλλιώς θα ελευθερωθεί.
«Πρωτομαγιά. Γεια σας όλοι. Πάμε στη μάχη. Κώστας, 1-5-44»
«Η κόρη μου η Ρήνα να γίνει δασκάλα. Φιλώ τη γυναίκα μου και το παιδί. Βαγγέλης, 1-5-44» (Ο αγωνιστής ήξερε ότι η μόρφωση είναι ουσιαστικό στοιχείο της ελευθερίας).
«Πατερούλη πάω για εκτέλεση. Νάσαι περήφανος για το μονάκριβο γιο σου. Φιλιά πατερούλη. Ναπολέων, 1-5-44»
«Σήμερα το πρωί πέφτομε για την πατρίδα με γέλιο στα χείλη για την λευτεριά. Μανώλης,8-9-44»

Η επιλογή της μορφής του γλυπτού

Η συγκεκριμένη φόρμα επιλέχτηκε γιατί έχει το κύριο χαρακτηριστικό, όταν μετατοπίζει ο θεατής τη θέση του γύρω του να βλέπει διαφορετική εικαστική άποψη. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στο γλυπτό να δέχεται πολλές ερμηνείες. Μια ερμηνεία λέει ότι είναι το σπαθί του ήλιου. Άλλη ότι είναι ένα μεγάλο βιβλίο. Άλλη βλέπει ένα ιστίο. Και πολλά άλλα.
Όλα αυτά υπάρχουν και υλοποιούνται γιατί είναι έτσι τοποθετημένα και γραμμένα τα μηνύματα. Δεν θα έστεκε εικαστικά τα συγκεκριμένα μηνύματα να είχαν οποιαδήποτε άλλη μορφή και θέση, λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτά είναι σελίδες ενός μεγάλου βιβλίου που λέγεται Στρατόπεδο Χαϊδαρίου – Εθνική Αντίσταση.
Όσο για το υλικό (πρόκειται για ανοξείδωτο χάλυβα inox 316, όπως τα κουτάλια που τρώμε) επιλέχτηκε γιατί έχει τη δυνατότητα με ελάχιστο φως να λάμπει, όπως έλαμπαν οι ίδιοι οι κρατούμενοι εκείνα τα μαύρα χρόνια, και συγχρόνως να καθρεπτίζονται και να πολλαπλασιάζει τη μορφή τού θεατή, ως ερώτηση: Τι κάνεις, πώς ζεις, τι αφήνεις πίσω σου σήμερα εσύ που επισκέπτεσαι το μνημείο;
Γι’ αυτό και δεν φωτογραφίζεται εύκολα, επειδή η φύση γύρω του αντικατοπτρίζεται πάνω του και το γλυπτό βρίσκεται σε αέναη συνδιαλλαγή με το χτες, το σήμερα και το αύριο.