Το στρατόπεδο – μουσείο του Άουσβιτς και μια πρόταση ανάδειξης του Στρατοπέδου Χαϊδαρίου



Της Άννας-Μαρίας Δρουμπούκη, 

Ιστορικού – Μουσειολόγου*
Η παγκόσμια έκρηξη ενδιαφέροντος για τη συλλογική μνήμη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τους μνημονικούς τόπους δεν παρατηρείται στον ίδιο βαθμό στην Ελλάδα. Στο πρώτο μέρος του άρθρου επιχειρείται μια γενική επισκόπηση των μουσειογραφικών παρεμβάσεων στα κτίρια (μπλοκ) των στρατοπέδων (λάγκερ) Άουσβιτς Ι και Άουσβιτς ΙΙ- Μπίρκεναου. Με βάση αυτή την επισκόπηση, στο δεύτερο μέρος προτείνεται η μουσειολογική ανάδειξη ενός ελληνικού τόπου μαρτυρίου και μνήμης, του στρατοπέδου Χαϊδαρίου, με σκοπό την απελευθέρωσή του από την τωρινή του χρήση, τον επαναπροσδιορισμό της λειτουργίας του και την απόδοσή του στην κοινωνία ως επισκέψιμου χώρου ιστορικής μνήμης.
«Για τους επισκέπτες που εισρέουν στην Ελλάδα κάθε καλοκαίρι η Κατοχή είναι πρακτικά αόρατη, την ώρα που βρίσκονται ξαπλωμένοι στις ηλιόλουστες παραλίες ή εξοικειώνονται με τους ερειπωμένους ναούς και τα θέατρα. Στην Ελλάδα, όπως και αλλού, ο μεταπολεμικός κόσμος κρύβει πολύ καλά την καταγωγή του. Για εκείνους όμως που ξέρουν πού να ψάξουν- πίσω από τους φράχτες των εγκαταλειμμένων εβραϊκών επαύλεων, στη Θεσσαλονίκη, στο Χαϊδάρι, όπου οι καινούριες πολυκατοικίες κόβουν τη θέα προς το χώρο της άλλοτε διαβόητης «Βαστίλης της Ελλάδας», ή πίσω από τους πυκνούς θάμνους που κρύβουν τα εγκαταλειμμένα κι ετοιμόρροπα πολυβολεία των Γερμανών, κατά μήκος του ελικοειδούς ορεινού δρόμου από τα Γιάννενα προς την Άρτα-, οι ουλές από τις κατοχικές πληγές της υπάρχουν ακόμη»(Mazower 1994, 407).
Εισαγωγή
Οι τόποι μνήμης του β’ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελούν τους αγωγούς με τους οποίους επικοινωνούμε με την υλική διάσταση του παρελθόντος. Η υλικότητα της μνήμης είναι αυτή που θα μας απασχολήσει στο παρόν άρθρο. Η περίοδος της ναζιστικής κατοχής στην Ευρώπη είναι από τις ζοφερότερες περιόδους στην ιστορία του εικοστού αιώνα. Η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα εξακολουθεί να τοποθετεί στο επίκεντρο της προβληματικής και των μελετών της τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το φαινόμενο του ναζισμού. Χιλιάδες μελέτες έχουν γραφτεί, και εξακολουθούν να γράφονται, χωρίς να εξαντλούνται τα ζητούμενα, τα ερωτήματα και τα νέα ιστορικά στοιχεία που έρχονται στο φως. Το στοιχείο που διαφοροποιεί αυτόν τον πόλεμο, αποτελεί ένα από τα ανεξάντλητα θέματα που πραγματεύονται επιστήμονες όλων των ειδικοτήτων και, καθώς φαίνεται, θα συνεχίσουν να επεξεργάζονται, είναι ο αφανισμός εκατομμυρίων ανθρώπων που βασιζόταν σε ένα τέλεια οργανωμένο γραφειοκρατικά σχέδιο εξόντωσης πληθυσμιακών ομάδων με μόνο κριτήριο την καταγωγή.
Ο πόλεμος γέννησε έναν νέο όρο, τη γενοκτονία, και η φυλετική ιδεολογία απέκτησε κεντρική σημασία για την αυτοκρατορία του Χίτλερ. Τα SS, το παραστρατιωτικό σκέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (ναζιστικό κόμμα), βρήκαν τους κατάλληλους τόπους για να εφαρμόσουν τα σχέδιά τους, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτωσης, τα οποία χτίζονταν με ταχείς ρυθμούς μετά την έναρξη του πολέμου. Το Άουσβιτς στην Πολωνία ήταν ένα από αυτά, ίσως το εμβληματικότερο όλων. Μετά το τέλος του πολέμου πολλά στρατόπεδα μετατράπηκαν σε επισκέψιμους τόπους μνήμης ή πολλά επαναχρησιμοποιήθηκαν, όπως για παράδειγμα στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου στρατόπεδα, όπως το Μπούχενβαλντ ή το Ζάχσενχαουζεν, χρησιμοποιήθηκαν από τους Σοβιετικούς για την κράτηση Γερμανών.
Ο στόχος του άρθρου είναι διπλός. Καταρχήν στο πρώτο μέρος θα επιχειρηθεί μια γενική επισκόπηση των μουσειογραφικών παρεμβάσεων στα κτίρια (μπλοκ) των στρατοπέδων (λάγκερ) Άουσβιτς Ι και Άουσβιτς ΙΙ- Μπίρκεναου. Με βάση αυτή την επισκόπηση, στο δεύτερο μέρος θα επιχειρηθεί η μουσειολογική ανάδειξη ενός ελληνικού τόπου μαρτυρίου και μνήμης, του στρατοπέδου Χαϊδαρίου, με σκοπό την απελευθέρωσή του από την τωρινή του χρήση, τον επαναπροσδιορισμό τής λειτουργίας του και την απόδοσή του στην κοινωνία ως επισκέψιμου χώρου ιστορικής μνήμης.
Άουσβιτς – Μπίρκεναου

Το Μάρτιο του 1946, λιγότερο από ένα χρόνο μετά τη λήξη του πολέμου, οι οργανώσεις των κρατουμένων του Άουσβιτς και οι πολωνικές αρχές πρότειναν τη δημιουργία ενός μουσείου στο χώρο του στρατοπέδου (Steinbacher 2005, 132). Στις 2 Ιουλίου του 1947, το Πολωνικό Κοινοβούλιο ψήφισε νόμο με τον οποίο ιδρύθηκε το μουσείο του Άουσβιτς (Εικ. 1). Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο αριθμός των επισκεπτών στο μουσείο και στο Μπίρκεναου ήταν γύρω στο μισό εκατομμύριο το χρόνο (Steinbacher 2005, 132). Το 1979, το μουσείο του Άουσβιτς εγγράφηκε στον κατάλογο της παγκόσμιας κληρονομιάς της ανθρωπότητας της Ουνέσκο (Wieviorka 2006, 215). Το στρατόπεδο είναι εμβληματικό όλων των στρατοπέδων συγκέντρωσης και εξόντωσης, συνώνυμο της γενοκτονίας των Εβραίων, καθώς σε αυτό βρήκαν τον θάνατο περίπου 1.000.000 Εβραίοι. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο επιλέξαμε να αξιοποιήσουμε ως μελέτη περίπτωσης το συγκεκριμένο λάγκερ (Εικ. 2).
Η μόνιμη έκθεση του Άουσβιτς 1 χρονολογείται από το 1955, σε μια εποχή κατά την οποία λέγονταν και γράφονταν ελάχιστα για το Ολοκαύτωμα. Έπαιξε ένα πολύ σημαντικό εκπαιδευτικό ρόλο και έγινε σημείο αναφοράς για όλες τις εκθέσεις και τα μουσεία Ολοκαυτώματος που ακολούθησαν. Η συναισθηματική εμπλοκή των επισκεπτών προκαλείται από εκθέματα με ιδιαίτερο συγκινησιακό φορτίο, όπως στην αίθουσα με τις βαλίτσες των κρατουμένων που έφταναν στο λάγκερ ή με τα μαλλιά τους που συλλέγονταν μετά το θάνατο των κρατουμένων προκειμένου να αξιοποιηθούν ως πρώτη ύλη για τη βιομηχανία (Εικ. 3, 4).
Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι φωνές που διατρανώνουν ότι τα μαλλιά δεν επιτρέπεται να εκτίθενται και πως αυτή η έκθεση προσβάλλει την αξιοπρέπεια των θυμάτων. Ο James Young σχολιάζει αρνητικά την έκθεση προσωπικών αντικειμένων των εκτοπισμένων (βαλίτσες, γυαλιά και άλλα) στο μουσείο του Άουσβιτς 1. Αυτά τα αντικείμενα θυμίζουν τα θύματα των Ναζί όπως αυτοί θα ήθελαν να τα θυμόμαστε (Young 1993, 132). Οι επισκέπτες γνωρίζουν τα θύματα μέσα από την απουσία τους. Η Annete Wieviorka σημειώνει πως η έκθεση των μαλλιών σημαίνει τη διατήρηση μιας από τις αποδείξεις του εγκλήματος, ενώ η ταφή τους είναι επιβεβλημένη προκειμένου να διαφυλαχθεί η αξιοπρέπεια των θυμάτων. Γι’ αυτό προτείνει να κτιστεί μια κρύπτη στο μουσείο, εμπνευσμένη από τα μοναστήρια των φραγκισκανών, όπου θα ταφούν τα μαλλιά (Wieviorka 2006, 163-164).
Νέα μουσεία Ολοκαυτώματος δημιουργούνται συνεχώς σε όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα σε μέρη όπου υπήρχαν ή συνεχίζουν να υπάρχουν εβραϊκές κοινότητες. Τόποι που συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με τη ναζιστική κατοχή (πρώην αρχηγεία των SS, φυλακές, χώροι κράτησης, γκέτο) μουσειοποιούνται ή ανεγείρονται σε αυτούς μνημεία. Eίναι η στιγμή που τα γεγονότα αναπόφευκτα μετασχηματίζονται μέσω της ιστορικής ερμηνευτικής προσέγγισης.
Στρατόπεδο Χαϊδαρίου

Κάτοψη των δύο ορόφων του Μπλοκ 15 και των λουτρών του στρατοπέδου του Χαϊδαρίου.
Σχέδιο του κρατουμένου Αντώνη Φλούντζη 
Η παγκόσμια έκρηξη ενδιαφέροντος για τη συλλογική μνήμη του πολέμου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τους μνημονικούς τόπους, δεν παρατηρείται στον ίδιο βαθμό στην Ελλάδα. Η ιστορικός Ρένα Μόλχο έχει μιλήσει για τη μνημοκτονία που συντελείται στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και η ιστορικός Οντέτ Βαρών – Βασάρ έχει επισημάνει την έλλειψη κρατικής μέριμνας για μνημεία και μνημονικούς τόπους που συνδέονται με τη ναζιστική κατοχή και την εξόντωση των Ελληνοεβραίων στην Ελλάδα.
Μολονότι η ναζιστική κατοχή ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία για την Ελλάδα, στην πραγματικότητα εντοπίζεται ένα παράδοξο: η παραμέληση των μνημείων και των χώρων που σχετίζονται με την Κατοχή, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τη συνήθεια της ελληνικής κοινωνίας να προτάσσει τη σημασία της ιστορίας ως μοναδικού αποδεικτικού για την ιστορική της συνέχεια και την πολιτιστική αξία της χώρας. Στην πράξη, οι μνημονικοί τόποι παραμελούνται ή υποβαθμίζονται και δεν αναδεικνύονται επαρκώς, όπως στην περίπτωση του Χαϊδαρίου, των υπογείων της Κοραή (φυλακές της γερμανικής Κομαντατούρ) ή του κτηρίου-πρώην αρχηγείου των SS της οδού Μέρλιν στο
κέντρο της Αθήνας.
Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες προσέγγισης του «δύσκολου παρελθόντος», με μουσεία όπως του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος στα Καλάβρυτα (εγκαίνια 2005), του Μουσείου Μακρονήσου στην Αθήνα (εγκαίνια 2007) και του Μουσείου Πολιτικών Εξορίστων Άη Στράτη στην Αθήνα (εγκαίνια 2006).
Η εμπειρία της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα τραυματική και σχετίζεται άμεσα με το Χαϊδάρι, καθώς εκεί βρισκόταν το μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ελλάδα, αντίστοιχο με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας και της Πολωνίας. Το στρατόπεδο χτίστηκε επί Ι. Μεταξά το 1937. Στη διάρκεια της Κατοχής μεταφέρονταν εκεί αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και Εβραίοι, οι οποίοι στέλνονταν αμέσως μετά στα στρατόπεδα της Πολωνίας, και ιδιαίτερα στο Άουσβιτς. Από το 1946 έως σήμερα χρησιμοποιήθηκε ως στρατόπεδο.
Στους χώρους του πλέον λειτουργεί η Σχολή Διαβιβάσεων, πραγματοποιούνται επιμορφωτικά σεμινάρια για αξιωματικούς και εκπαιδεύονται οι υποψήφιοι έφεδροι αξιωματικοί των Διαβιβάσεων. Η διαφορά του με τα υπόλοιπα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ευρώπη είναι πως τα περισσότερα εξ αυτών, αμέσως μετά από τη συντριβή των δυνάμεων του Άξονα, ανακηρύχθηκαν διατηρητέα ιστορικά μνημεία και με σειρά ενεργειών εξασφαλίστηκε η ανάδειξη και η προβολή τους, ενώ σε ορισμένα από αυτά ανεγέρθηκε μουσείο.
Τα τελευταία χρόνια πάντως έγιναν προσπάθειες για την απελευθέρωση του στρατοπέδου Χαϊδαρίου από την υπάρχουσα χρήση του και την ανάδειξή του σε επισκέψιμο μνημονικό τόπο, μολονότι εξακολουθεί και λειτουργεί ως χώρος στρατιωτικών ασκήσεων που ανήκει στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, με μόνη εξαίρεση το μπλοκ 15, που ανήκει από το 1999 στο Υπουργείο Πολιτισμού. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η απόφαση του Δήμου Χαϊδαρίου το 2005 να κηρύξει ιστορικό τόπο ολόκληρη την έκταση του στρατοπέδου.
Ο Δήμος έχει έρθει επίσης σε επαφή με το Πανευρωπαϊκό Δίκτυο Στρατοπέδων Συγκέντρωσης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με σκοπό την ανάδειξη της ιστορίας του στρατοπέδου μέσω του διαδικτύου
και των εκδόσεων. Παρόλα αυτά, στην πράξη δεν έχει υλοποιηθεί έως τώρα κανένα σχέδιο ανάδειξης
του στρατοπέδου και αποδέσμευσής του από την υπάρχουσα χρήση του. Σήμερα αξιοποιείται μόνο το μπλοκ 15, στο οποίο πραγματοποιούνται σπανίως ξεναγήσεις, με αποδέκτες κυρίως μαθητές σχολείων των γύρω περιοχών (Εικ. 6). Ξεναγήσεις για μεμονωμένους επισκέπτες δεν πραγματοποιούνται, γεγονός που οφείλεται στην απουσία πρωτοβουλιών από τους ιθύνοντες για εκπαιδευτικές δράσεις, στη σχεδόν ανύπαρκτη ενημέρωση για την ύπαρξη του μπλοκ 15, στην κακή σημερινή κατάσταση, αλλά και στη δυσκολία εισόδου στο στρατόπεδο, καθώς απαιτείται ειδική άδεια και χρονοβόρα συνεννόηση με τους υπεύθυνους της Σχολής Διαβιβάσεων.
Μουσειολογική πρόταση 
Από το εσωτερικό του φοβερού Μπλοκ 15, όπου μαρτύρησαν χιλιάδες  αγωνιστές.
Το σύνολο των εγκαταστάσεων του στρατοπέδου Χαϊδαρίου, το μεγάλο μέγεθός του και οι εκατοντάδες χιλιάδες κρατούμενοι που πέρασαν από αυτό, συγκροτούν το μέγεθος του προβλήματος και στοιχειοθετούν τις δυσκολίες της προσπάθειας να μετασχηματιστεί το Χαϊδάρι σε επισκέψιμο μνημονικό τόπο. Αφετηρία και προϋπόθεση της πρότασής μας είναι η απελευθέρωση του λάγκερ, ώστε τα κτήρια να αποτελέσουν επισκέψιμους χώρους. Ο βασικός στόχος των προτάσεων είναι ο μετασχηματισμός του Χαϊδαρίου σε επισκέψιμο χώρο μνήμης, παιδείας και πολιτισμού.
Βασικοί άξονες της πρότασής μας είναι η ανάδειξη του χώρου και η ενεργοποίηση της μνήμης, η ήπια
παρέμβαση στο χώρο του στρατοπέδου, που δεν θα αλλοιώνει το φυσικό τοπίο αλλά θα κάνει κατανοητή τη λειτουργία του και το ρόλο που έπαιζε στη διάρκεια της Κατοχής, η σήμανση χώρων και κινήσεων μέσα από προτεινόμενα διαγράμματα, η οργάνωση επισκέψεων εκπαιδευτικού χαρακτήρα, η ευαισθητοποίηση του ελληνικού και ξένου κοινού και η γνωριμία με το στρατόπεδο, που μέχρι τώρα στους περισσότερους είναι άγνωστο. Εδώ να σημειωθεί πως σε αυτό το κείμενο δεν μπορούν να αναφερθούν αναλυτικά όλες οι προτάσεις ανάδειξης λόγω του περιορισμένου χώρου. Θα προσπαθήσουμε να αναφερθούμε στα κυριότερα σημεία.
Παράλληλα, προτάθηκε η ένταξη του στρατοπέδου σε δίκτυο αντίστοιχων περιπτώσεων, ιστορικών τόπων και στρατοπέδων συγκέντρωσης, καθώς και η σύνδεση με ελληνικούς μνημονικούς τόπους, όπως το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, η Μέρλιν και τα υπόγεια της Κοραή. Συγκεκριμένα, ροτείνουμε τη δημιουργία ιστορικού πολιτιστικού πάρκου, μουσείου («Μουσείο Αντίστασης και Μνήμης» στο χώρο του μπλοκ 15) και μνημείου των αιχμαλώτων του Χαϊδαρίου. Μέσα από την επίσκεψη στο στρατόπεδο θα πρέπει να καταδειχθεί η λογική του στρατοπέδου συγκέντρωσης έτσι όπως την εκφράζει ο G. Agamben: «Είναι η απόλυτη εξουσία πάνω στην ίδια τη ζωή των κρατουμένων, η αναγωγή της ζωής τους στη «γυμνή ζωή» χωρίς δικαιώματα και ιδιαιτερότητες».
Στο μουσείο δεν θα κυριαρχούν τα αντικείμενα αλλά οι εμπειρίες, οι συμπεριφορές και τα βιώματα των ανθρώπων που αιχμαλωτίστηκαν στο στρατόπεδο. Στην Ελλάδα υπήρχε πάντοτε η τάση να συνδέεται ο όρος «μουσείο» με την αρχαιολογία. Στον κατάλογο των μουσείων του Υπουργείου Πολιτισμού δεν βρίσκουμε πολλά ιστορικά μουσεία, και αρκετά από αυτά είναι παράλληλα λαογραφικά και εθνογραφικά. Ιδιαίτερα για την περίοδο της Κατοχής, η απουσία ενός μουσείου που θα προσέγγιζε με σύγχρονη ματιά την εν λόγω περίοδο, είναι μια δυσάρεστη πραγματικότητα. Άλλωστε, τα ιστορικά μουσεία στην Ελλάδα συνδέθηκαν με την προβολή ηρωικών στιγμών της εθνικής πορείας ενώ η σύγχρονη Ιστορία δεν είχε αποτελέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα αντικείμενο μουσειακής αφήγησης.
Τέλος, για την καλύτερη κατανόηση των λειτουργιών των χώρων του στρατοπέδου, προτείνεται η συγκέντρωση βασικών μαρτυριών επιζώντων του Χαϊδαρίου, σε συνδυασμό με βιβλιογραφικές πηγές, αρχεία, εικόνες, σχέδια και παλιές φωτογραφίες, ώστε να δημιουργηθεί ένας οδηγός για τον επισκέπτη, κάτι που βρίσκουμε σε όλα τα μουσειοποιημένα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ευρώπη. Όλα αυτά τα «υλικά μνήμης» θα βρουν τη θέση τους στο χώρο, θα συσχετιστούν με τόπους, κτίσματα, διαδρομές, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο μια άλλη δυναμική και σημασία στο δομημένο τοπίο. Ο «χάρτης μνήμης» μέσα στον οδηγό θα αποτελέσει για τους επισκέπτες ένα στέρεο υπόβαθρο, ένα ντοκουμέντο ολοκληρωμένης ιστορικής μνήμης με πυκνές πληροφορίες, που με μια ιδιαίτερη γραφιστική επεξεργασία θα μπορέσει να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο πληροφόρησης για τους μελλοντικούς επισκέπτες του στρατοπέδου.
Επίλογος
Κεντρική ιδέα της πρότασης παρεμβάσεων στο Χαϊδάρι είναι πως τα ιστορικά μνημεία, ως πολυφωνικοί «μνημονικοί τόποι», συμπυκνώνουν και παρέχουν υλική υπόσταση σε ένα κεντρικό αφήγημα και κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργούν και αναπαράγουν ένα «χρήσιμο παρελθόν» στο παρόν. Το συμπέρασμα που προέκυψε από αυτή τη μελέτη είναι πως χρειάζεται να διανύσουμε μεγάλη απόσταση μέχρι να μπορούμε να μιλήσουμε για ουσιαστική προσέγγιση της μνήμης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. 
Το ναζιστικό παρελθόν σε άλλες χώρες, με κατεξοχήν παράδειγμα τη χώρα των θυτών, τη Γερμανία, εδώ και χρόνια επανερμηνεύεται και γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας και πολλών νέων μελετών. Αυτές οι μελέτες διαπραγματεύονται το «δύσκολο παρελθόν» (αυτό σχετίζεται με τις ενοχλητικές και δυσάρεστες κοινωνικές σχέσεις και όχι με το είδος των ηρωικών ή των προοδευτικών ιστοριών) και την ιστορική του κουλτούρα μέχρι σήμερα, όπως για παράδειγμα στην πόλη της Νυρεμβέργης (Macdonald 2010, 16). Στην Ελλάδα, το παράδοξο της παντελούς έλλειψης μιας συγκροτημένης προσπάθειας επαναπροσέγγισης του πρόσφατου παρελθόντος μέσω της υλικότητάς του, είναι ένα φαινόμενο που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί σοβαρά προκειμένου να διασώσουμε όσα κομμάτια της συλλογικής μνήμης έχουν καταφέρει ως σήμερα να επιβιώσουν.
* Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος της διπλωματικής εργασίας εξειδίκευσης που εκπονήθηκε στο ΠΜΣ Μουσειακές Σπουδές του Πανεπιστημίου Αθηνών με τριμελή επιτροπή τους: Δρ. Μ. Μούλιου, Επίκ. Καθ. Κ. Γαρδίκα, Ο. Bαρών-Bασάρ.

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ελληνόγλωσση
Bαρών-Bασάρ, O. (επιμ.), 1998. Εβραϊκή Ιστορία και Μνήμη. Αθήνα: Πόλις.
Bαρών-Bασάρ, O., 2005. «Άουσβιτς: Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης». Ο Πολίτης 133:24-26.
Bιβιορκά, Α., 2006. Άουσβιτς- 60 χρόνια μετά. Αθήνα: Πόλις.
Λερίου, A., 2006. Χαϊδάρι- Συνάντηση με την ιστορία. Αθήνα: Αλέξανδρος.
Macdonald, S., 2010. «Η ιστορία ως κοινωνικό ζήτημα: Ερμηνεύοντας τη «δύσκολη» κληρονομιά». Τετράδια Μουσειολογίας 7:14-22.
Mazower, M., 1994. Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
Πάντζου, Ν, 2010. «Φορείς τραυματικής ιστορικής μνήμης: Το Μουσείο Πολιτικών Εξορίστων Άη Στράτη στην Αθήνα». Τετράδια Μουσειολογίας 7:49-55.
Ρήγος, A., Γεωργιάδου, β. (επιμ.), 2007. Άουσβιτς. Το γεγονός και η μνήμη του. Ιστορικές, κοινωνικές, ψυχαναλυτικές και πολιτικές όψεις της γενοκτονίας. Αθήνα: Καστανιώτης.
Σταυρίδης, Σ. (επιμ.), 2006. Μνήμη και εμπειρία του χώρου. Αθήνα: Αλεξάνδρεια. 14
Φλάισερ, Χ., 1988, 1995. Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944, τόμος α’ και β΄. Αθήνα: Παπαζήσης.

Χατζηνικολάου, Τ., 2010. «Ιστορικά τεκμήρια και προσωπικά βιώματα.Η πρόκληση των μουσείων σύγχρονης ιστορίας». Τετράδια Μουσειολογίας 7:43-48.
Ξενόγλωσση
Macdonald, S., 2009. Difficult Heritage: Negotiating the Nazi Past in Nuremberg and Beyond. Oxford, New York: Routledge.
Steinbacher, S., 2005. Auschwitz. A History. England: Penguin Books.
Young, J., 1993. The Texture of Memory. Holocaust Memorials and Meaning. New Haven and London: Yale University Press.
Διαδίκτυο
http://www.auschwitz.org.pl/html/eng/start/index.php (τελευταία επίσκεψη 07/03/2007).