Γράφει ο Νίκος Ψαρινόπουλος *

Κάθισε αναπαυτικά στην καρέκλα. Πάτησε με το πόδι το νικελένιο υπομόχλιο, ανεβοκατέβηκε, περιστράφηκε ένα γύρω, ένιωσε άνετα και ζεστά. Ήταν στο δικό του μαγαζί. Κουρείο η «Αλαμπάμα». Το όνομα το είχε δει σε κάποια ταινία. Τον είχε εντυπωσιάσει. Ξύλινο πάτωμα, καθρέφτες, παλιές φωτογραφίες και δερμάτινες πολυθρόνες. Λιτό για να παραπέμπει σε παραδοσιακά κουρεία όπως του μακαρίτη του παππού του. Έφτιαξε και πινακίδα με γράμματα καλλιγραφικά. Το καμάρωνε, επιτέλους αισθάνθηκε αφεντικό του εαυτού του.

Στο μυαλό του ήρθαν εικόνες για το τι πέρασε για να το ανοίξει. Πάνω από 10 χρόνια οικονομίες και δανεικά από όπου βρήκε. Ήταν σίγουρος για τις επιλογές του. Ήξερε από μικρός τι επάγγελμα θα ακολουθήσει. Μετά το στρατό πήγε να μάθει την τέχνη του κουρέα.

Μόλις τελείωσε την σχολή κομμωτικής «Παντρίχ» τον έστειλαν για εξάμηνη, πρακτική άσκηση σε κομμωτήριο, για πληρωμή ούτε λόγος. Από τα πουρμπουάρ έβγαιναν δεν έβγαιναν τα τσιγάρα του. Και η αφεντικίνα δεν είχε καμιά διάθεση να δείξει την τέχνη της. Ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός. Προσπαθούσε να παρατηρεί με προσοχή τις κινήσεις των χεριών της, αλλά αυτή, μόλις τον έπαιρνε είδηση, τον έστελνε να σκουπίσει ή να καθαρίσει την τουαλέτα. Αυτός όμως εκεί επιμονή και το μάτι γαρίδα να μην του ξεφύγει κίνηση. Μόλις τελείωσε η πρακτική του πήρε και το πτυχίο με άριστα από την «Παντρίχ» και αναζήτησε δουλειά.

Το πρώτο αφεντικό ήταν καλό αλλά έδινε τα μισά. Όχι ότι δεν είχε δουλειά το μαγαζί, αλλά έτσι το είχε χούι. Να δίνει μισό μεροκάματο και να τον κλέβει στα ένσημα. Έκανε υπομονή μέχρι να πάρει τον αέρα της δουλειάς.

Πέρασαν μήνες μέχρι να βρει κάποιο αφεντικό που να τον πληρώνει κανονικά αλλά στο τέλος τα κατάφερε. Πολύωρη ορθοστασία, χωρίς να παίρνεις ανάσα, αλλά το μηνιάτικο κανονικό και τα ένσημα σωστά. Επιτέλους πήρε ανάσα. Στο σπίτι η οικονομική κατάσταση δεν ήταν και τόσο καλή. Αναγκάστηκε να βοηθάει στα έξοδα.

Στην δουλειά όμως πήγαινε αέρα. Σωστός καλλιτέχνης. Οι πελάτες έφευγαν ικανοποιημένοι αφήνοντας γερό πουρμπουάρ. Γρήγορα έφτασε να γίνει το πρώτο όνομα στο μαγαζί και οι πελάτες περίμεναν υπομονετικά να τους κουρέψει. Είχε αυτό το κάτι τις, το παραπάνω, που δεν μπορούσε να οριστεί. Το κούρεμα του έμοιαζε με τέχνη. Την τέχνη του γλύπτη. Είχε μάτι, πρόσεχε τα πάντα, το σχήμα του κρανίου, τις γραμμές του προσώπου, το πώς είναι οι φύτρες της τρίχας, τον τύπο της τρίχας, τις τάσεις της μόδας, τα χούγια του πελάτη ακόμη και την ψυχολογική τους κατάσταση.

Οι αποδοχές αυξάνονταν, το αφεντικό ήταν ικανοποιημένο και στην προσωπική του ζωή τα πήγαινε πρίμα. Του μπήκαν ιδέες να ανοίξει το δικό του μαγαζί, το δικό του μπαρμπέρικο. Τότε έπαιρνε χαρτί και μολύβι. Έκανε υπολογισμούς, ρώταγε τις τράπεζες για δάνειο αλλά μετά την κρίση τα επιτόκια ήταν στα ύψη. Δεν αποθαρρυνόταν, είχε ζήσει φτωχά και ήξερε να κάνει υπομονή.
Η φήμη του μεγάλωνε και η κατάσταση στο μαγαζί άλλαξε. Οι πελάτες ζητούσαν από αυτόν να τους κουρέψει. Το αφεντικό άρχισε να τον λοξοκοιτάει. Σαν να φώλιασε ο φθόνος στην καρδιά του. Παρατηρούσε πώς κούρευε, πώς περιποιούνταν τον πελάτη και βαθιά μέσα του κατάλαβε ότι ο υπάλληλος του ήταν καλύτερος από αυτόν. Δεν μπορούσε να το χωνέψει. Τριάντα χρόνια στο κουρμπέτι, φτασμένος επαγγελματίας με μαγαζί με δέκα άτομα προσωπικό και ο υπάλληλος του να είναι καλύτερος από αυτόν;
Το αφεντικό άρχισε να του κάνει παρατηρήσεις για το παραμικρό. Του πέταγε σπόντες και έβρισκε αφορμές να τον προσβάλλει και να τον μειώνει μπροστά στους πελάτες.

Κατάλαβε ότι το κλίμα δεν τον σήκωνε. Κρατούσε χαμηλό προφίλ, στραβοκατάπινε τις προσβολές για να κερδίσει χρόνο. Έκανε υπομονή και συνεχείς υπολογισμούς. Στο τέλος μάζεψε ότι οικονομίες είχε στην άκρη, πήρε δανεικά από φίλους, δάνεια από την τράπεζα και άνοιξε το μαγαζί που ονειρεύτηκε.

Το διακόσμησε λιτά για να μοιάζει με παραδοσιακό μπαρμπέρικο. Στα εργαλεία της δουλειάς του όμως δεν έκανε εκπτώσεις. Η καρέκλα που κούρευε ήταν η καλύτερη της αγοράς, ταπετσαρισμένη με δέρμα πολυτελείας και ανατομική για να αισθάνεται ο πελάτης σαν βασιλιάς. Και τα εργαλεία του ιδιαίτερα και πανάκριβα. Το ξυράφι του ήταν το παραδοσιακό του μπαρμπέρη, χειροποίητο από γιαπωνέζικο ατσάλι με χαραγμένο στην λάμα του το όνομα του κατασκευαστή. Και τα ψαλίδια του επίσης, παραγγελία να ταιριάζουν ακριβώς στα χέρια του. Τα πάντα τα είχε στην πένα.

Τα κατάφερνε με τις υποχρεώσεις του παρά τα υψηλά επιτόκια. Δεν έμεναν βέβαια πολλά. Αλλά ρεγουλάριζε την δουλειά όπως ήθελε αυτός, χωρίς αφεντικά πάνω από το κεφάλι του. Η πελατεία του αυξάνονταν συνεχώς ώσπου ήρθε η επιδημία και βγήκε η διαταγή ότι κομμωτήρια και κουρεία έμεναν κλειστά λόγω του ιού.

Στην αρχή νόμιζε ότι κάποιος του κάνει πλάκα. Άρχισαν όμως να συσσωρεύονται οι λογαριασμοί, τα ενοίκια και οι δόσεις των δανείων. Προσπάθησε να τα φέρει σε λογαριασμό, αλλά δεν έβγαινε. Κλείστηκε στο σπίτι. Φρίκαρε. Τόσα χρόνια τον έτρεφε η δουλειά του. Ήταν τα πάντα για αυτόν. Εκτόνωνε την δημιουργικότητά του. Του ‘λειπε και η επαφή με τους πελάτες, οι συζητήσεις μαζί τους καθώς τους κούρευε. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί αν είναι αληθινά αυτά που του συμβαίνουν. Του μπήκαν παράξενες ιδέες, περί παγκόσμιας συνωμοσίας. Ότι θέλουν να τους χρεοκοπήσουν για να τους ελέγξουν. Αλλά γιατί; Γιατί επέλεξαν αυτόν; Αυτός κοίταγε μόνο τη δουλειά του. Και το να ασχολείται με τρίχες δεν ήταν δα και καμιά ανατρεπτική πράξη.
Η κατάσταση του στο σπίτι χειροτέρευε. Αποφάσισε να βγαίνει βόλτες και να περνά κάθε μέρα μπροστά από το μαγαζί. Παρατηρούσε προσεκτικά τα ακούρευτα κεφάλια των περαστικών. Πρόσεχε τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, τις μύτες τους, αν είχαν πεταχτά αυτιά και σχεδίαζε φανταστικά κουρέματα που θα τους ταίριαζαν.

Του μπήκαν ιδέες. Σκέφτηκε να ανοίξει το μαγαζί στα κρυφά, αλλά τα πρόστιμα ήταν τσουχτερά. Ο νόμος ήταν αυστηρός με τους παραβάτες. Έως και να του πάρουν την άδεια κινδύνευε. Έτσι χάζευε την βιτρίνα και σκούπιζε καμιά φορά απ’ έξω. Φώναξε και ένα γυρολόγο Πακιστανό να καθαρίσει τα τζάμια. Το μαγαζί έπρεπε να δείχνει καθαρό, ας ήταν και κλειστό.

Ένα βράδυ δεν άντεξε, τον κυρίεψε η νοσταλγία. Ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε σαν τον κλέφτη. Του έλειπαν τα εργαλεία του, τα ψαλίδια, οι μηχανές του κουρέματος, η ατμόσφαιρα του κουρείου.

Μάζεψε τους ανεξόφλητους λογαριασμούς από το πάτωμα. Έφερε μια γύρα με τα μάτια του στο μαγαζί. Τα μάτια του καρφώθηκαν στην φωτογραφία του παππού του. Θυμήθηκε τις συμβουλές του. «Ποτέ δεν θα μιλάς πρώτος στον πελάτη, άσε αυτόν να αρχίζει την ιστορία του και εσύ απλά να ρωτάς, χωρίς να γίνεσαι αδιάκριτος, ίσα για να κρατάς την κουβέντα ζεστή». Χαμογέλασε. «Το μαγαζί πρέπει να είναι πάντα καθαρό και η ποδιά σου επίσης». Πήρε την σκούπα στα χέρια και σκούπισε προσεκτικά. Όσα έβλεπε από την λάμπα του δρόμου, δεν ρίσκαρε να ανάψει φως. Κάθισε στην αναπαυτική πολυθρόνα που μύριζε ακόμη δέρμα. Έπιασε την βούρτσα του ξυρίσματος, του έλειψε. Έβαλε σκόνη από αρωματικό σαπούνι. Έριξε νερό στο δοχείο ανακάτεψε προσεκτικά και έφτιαξε πλούσια σαπουνάδα. Μύρισε όμορφα ο χώρος. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είχε να ξυριστεί μέρες. Οι συμβουλές του κουρέα παππού του ήρθαν στα αυτιά του. «Όταν κουρεύεις, θα πρέπει να είσαι στην πένα. Καθαρός, καλοκουρεμένος και ξυρισμένος, να μυρίζεις όμορφα, να μην σιχαίνονται.» «Και το ξυράφι σου θα πρέπει πάντα τροχισμένο. Το χέρι σου σταθερό να νιώθει ασφαλής ο πελάτης. Σου παραδίδει τον λαιμό του, μια λάθος κίνηση και πάει.»

Πέρασε το ξυράφι πολλές φορές από την δερμάτινη λωρίδα. Το δοκίμασε αν κόβει. Κατόπιν το απολύμανε. Κανόνας απαράβατος αυτός. Άπλωσε προσεκτικά και ομοιόμορφα τον αρωματικό αφρό στο πρόσωπό του με την βούρτσα. Του ήρθε στην μύτη η μυρωδιά. Ευχαριστήθηκε με το αποτέλεσμα. Έπιασε σφιχτά το ξυράφι από την λαβή. Στραφτάλισε η λάμα του στο λιγοστό φως. Συγκινήθηκε. Το χέρι του έτρεμε. Με το άλλο του χέρι έπιασε την φλέβα στον λαιμό του, χαμηλά στην καρωτίδα. Από εκεί πάντοτε ξεκινούσε το ξύρισμα. Ένιωσε τους παλμούς του, άκουσε να χτυπά η καρδιά του ζωηρά. Ακούμπησε το καλοτροχισμένο ξυράφι στο πρόσωπο του, έσκαψε την σαπουνάδα μαλακά μέχρι το ξυράφι να ακουμπήσει δέρμα.

https://www.fractalart.gr/alampama/

*  Ο Νίκος Ψαρινόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο ΕΑΠ – Hellenic Open University, ευρωπαϊκό πολιτισμό, και στο Cultural Management. Μένει και εργάζεται στα δυτικά.