Αφιερωμένο στον σκοπό της πύλης του Πενταγώνου, την ώρα που «την έπεφτε» ο Ρουβίκωνας

του Ευγένιου Καλαϊτζόπουλου

1992 Σάββατο βράδυ. Στρατόπεδο κάπου στην Δ Μακεδονία. Γύρω από αυτό βουλγαρόφωνα χωριά.

Ήμουν λοχίας υπηρεσίας. Στις δύο τα ξημερώματα με ξυπνούν από την πύλη του στρατοπέδου. Τρεις στρατιώτες από το «κλεινόν άστυ» (που σημαίνει ότι δεν είχαν ιδέα για τις ιδιαιτερότητες της περιοχής) οι οποίοι είχαν έξοδο κάναν «τσαμπουκά» για γκόμενα σε ένα bar.

Οι ντόπιοι λεβέντες, αφού τους κάναν αλογατάκια στην καρπαζιά, τους κυνήγησαν με τ’ αγροτικά μέχρι την πύλη.

Όταν έφτασα εκεί, οι τρεις δικοί μας είχαν κρυφτεί μέσα στο φυλάκιο της πύλης, ο σκοπός είχε ήδη σκίσει την τελαμώνα και ήταν έτοιμος να βάλει την γεμιστήρα στο G3. Ψημένο και σοβαρό παλικαράκι.

Από έξω καμιά 10αρια μισομεθυσμένοι είχαν στρέψει τα φώτα από τ αγροτικά και μας τυφλώναν, είχαν πέσει πάνω στην πύλη να την ρίξουν και 2-3 από δαύτους σκαρφάλωναν πάνω της.

Τ’ αγριεμένα τούτα παιδάκια ήταν δουλεμένα στα χωράφια, με χέρια σαν φουρναρόφτυαρα. Όταν ήταν ξεμέθυστα μια χαρά για παρέα ήταν.
Από το τηλέφωνο της πύλης δεν απαντούσε κανένας αξιωματικός, η πύλη κόντευε να πέσει.

Βάλαμε τις γεμιστήρες, αρχίσαμε να ρίχνουμε στον αέρα, πάνω από τα κεφάλια τους. Τέτοιο πανηγύρι είχε να ζήσει η περιοχή από το ’49.

Την άλλη μέρα, στην αναφορά του Τάγματος, είχαμε την τιμή ο Διοικητής του Σώματος Στρατού, να μας επισκεφτεί. Πήραμε ως εύφημο μνεία από 40 μέρες φυλακή έκαστος και στα κρυφά χτυπήματα στην πλάτη και προξενιό με τις κόρες των αξιωματικών.

Μετά από πέντε μηνύσεις (Δήμος, σύλλογοι, ΜΚΟ αλλά και από πολίτες) και 15 δικαστήρια, μαζί με τις εφέσεις ξεμπλέξαμε, εγώ και ο στρατιώτης, 12 χρόνια μετά.

Σ’ όλα τα δικαστήρια η Πολιτεία απούσα, ο Στρατός υπερασπίστηκε τον εαυτό του με τους δικούς του νομικούς και επειδή εμείς πλέον ήμασταν πολίτες πληρώσαμε όλα τα κερατιάτικα από την τσέπη μας.