Ομφαλός της γης
Μετά τον Εμφύλιο, στα τέλη του 1949 και τις αρχές του 1950, η Αθήνα άρχισε να έρχονται άνθρωποι από την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, την Πελοπόννησο, την Κρήτη, αλλά και από τα καμένα χωριά της Ρούμελης. Κατέβαιναν στην πρωτεύουσα κρατώντας ένα μπόγο στα χέρια κι ένα χαρτί για ένα οικόπεδο στα χώματα, έξω από το επίσημο σχέδιο πόλης. Στις περιοχές αυτές, που τότε κανείς δεν τις έλεγε ακόμα συνοικίες —στην Καισαριανή, στον Βύρωνα, στον Ταύρο, στο Αιγάλεω, στο Περιστέρι, στο Χαϊδάρι, στην Αγία Βαρβάρα, στη Νίκαια, στον Κορυδαλλό, στο Δουργούτι και στην Αγία Άννα— απλώνονταν απλά χωράφια με ελιές και αγκάθια.
Οι χωματόδρομοι δεν είχαν ούτε νερό ούτε φως. Εκεί, οι εργολάβοι πουλούσαν τα οικόπεδα με δόσεις των είκοσι δραχμών τον μήνα, χαράζοντας με ασβέστη στο χώμα ένα υποτυπώδες ιπποδάμειο σύστημα, το οποίο στη συνέχεια έβγαζαν πέρα οι ίδιοι οι άνθρωποι.
Το χτίσιμο του σπιτιού ξεκινούσε πάντα νύχτα
Το χτίσιμο του σπιτιού ξεκινούσε πάντα νύχτα, εξαιτίας ενός άγραφου νόμου που όλοι γνώριζαν: αν προλάβαινες να σηκώσεις τέσσερις τοίχους και να βάλεις μια στέγη από λαμαρίνες η χωροφυλακή δεν μπορούσε πια να το γκρεμίσει. Εδώ ακριβώς φαινόταν η πραγματική συντροφικότητα. Δεν υπήρχαν επαγγελματικά συνεργεία· ολόκληρη η γειτονιά γινόταν ένα σώμα. Ο ένας είχε μάθει να φτιάχνει χειροποίητους τσιμεντόλιθους σε μια λαμαρίνα στην αυλή, ανακατεύοντας τσιμέντο με άμμο από τον Κηφισό, ο άλλος έφερνε το καρότσι κι ένας τρίτος γνώριζε πώς να τραβάει αλφάδι. Οι γυναίκες κουβαλούσαν νερό με κουβάδες από την κοινή βρύση, ζύμωναν λάσπη και έβαφαν με ασβεστόνερο, ενώ τα παιδιά κουβαλούσαν τα κεραμίδια ένα-ένα στα χέρια.
Μέσα σε ένα μόλις Σαββατοκύριακο, ορθωνόταν ένα μονόχωρο σπίτι είκοσι τετραγωνικών με πάτωμα από πατημένο χώμα, μια πόρτα κι ένα παράθυρο που είχε κόψει ο μαραγκός της γειτονιάς. Απ’ έξω μπορεί να έμπαζε ο βοριάς, όμως μέσα άναβε η ξυλόσομπα και πάνω της αχνίζε η κατσαρόλα με τα φασόλια.
Την επόμενη εβδομάδα θα χτιζόταν το σπίτι του διπλανού, με τα ίδια ακριβώς χέρια
Γιατί το χτίσιμο ήταν πάντα και μοίρασμα. Όποιος έχτιζε, χρωστούσε το τραπέζι — όχι ως υποχρέωση, αλλά ως ένα ειλικρινές «ευχαριστώ» για την αλληλεγγύη. Έστηναν λοιπόν ένα τραπέζι από σανίδες πάνω σε καφάσια, προσφέροντας ψωμί, ελιές, ντομάτα, κανέναν κεφτέ και ρετσίνα σε κανάτα. Έπειτα έβγαινε η κιθάρα κι όσο έτρωγαν κι τραγουδούσαν, το σπίτι στέγνωνε. Την επόμενη εβδομάδα θα χτιζόταν το σπίτι του διπλανού, με τα ίδια ακριβώς χέρια.
Έτσι απλώθηκαν οι συνοικίες: μια γραμμή τσιμεντόλιθου τη φορά, μια αυλή που γινόταν δρόμος κι ένας δρόμος που γινόταν γειτονιά. Το κράτος το γνώριζε και το ανεχόταν σιωπηλά, καθώς αυτή ήταν η μόνη κοινωνική πρόνοια που μπορούσε να προσφέρει: να αφήσει τους φτωχούς να αυτοστεγαστούν.
Στην αρχή δεν υπήρχε ηλεκτρικό φως. Το ρεύμα ήρθε πολύ αργότερα, το νερό κατέφθανε με βυτιοφόρα. Τα πρώτα χρόνια οι ταράτσες φτιάχνονταν από λαμαρίνες και πίσσα, κι έτσι το χειμώνα έσταζαν. Μετά ήρθαν τα κεραμίδια, αργότερα ο σοβάς, κι ύστερα ο κήπος με τη λεμονιά, που φυτευόταν πριν ακόμα τοποθετηθεί η εξώπορτα.
Η ώρα της νομιμοποίησης
Χρόνια αργότερα, όταν τα αυθαίρετα νομιμοποιήθηκαν με τους νόμους του 1955 και του 1960, όταν έφτασε η ΔΕΗ και το σχέδιο πόλης αγκάλιασε επιτέλους τα μέρη όπου οι άνθρωποι είχαν ήδη ριζώσει τη ζωή τους, πάνω σε εκείνα τα αρχικά μονόχωρα χτίστηκε κι ένας δεύτερος όροφος για το παιδί που παντρεύτηκε. Όταν τη δεκαετία του ’60 ήρθε η αντιπαροχή, πήρε πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους από τα χαμηλά τους σπίτια και τους ανέβασε στις πολυκατοικίες. Ωστόσο, η μνήμη εκείνης της βαθιάς συντροφικότητας και της αλληλεγγύης δεν έφυγε ποτέ από τα θεμέλια…
Άννα Δανάλη