Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να αναρωτιέται αν ο Δήμος της πόλης του προσφέρει τις υπηρεσίες που του αξίζουν. Στο Χαϊδάρι, όμως, όποιος ισχυριστεί ότι είναι πραγματικά ικανοποιημένος από όσα κάνει ο Δήμος εδώ και πολλά χρόνια, μάλλον θα ακουστεί ως ειρωνεία.
Τι είναι, λοιπόν, αυτό που χρειάζεται για να αλλάξει αυτή η παγιωμένη πραγματικότητα στην πόλη μας;
Η απάντηση, όσο κι αν προκαλεί, ενοχλεί, προβληματίζει ή ξενίζει, είναι μία: Χρειάζεται ο δήμαρχος να είναι «κακός».
Να είναι «κακός» με όσους παρκάρουν πάνω σε πεζοδρόμια και πλατείες, στερώντας από ηλικιωμένους, γονείς με μικρά παιδιά και ανθρώπους με αναπηρία το δικαίωμα στην ασφαλή μετακίνηση.
Να είναι «κακός» με τους κατοίκους που τοποθετούν κολωνάκια, γλάστρες και κάθε είδους εμπόδια σε δρόμους και πεζοδρόμια, λες και ο δημόσιος χώρος μπροστά από τα σπίτια τους είναι ιδιοκτησία τους.
Να είναι «κακός» με τους επαγγελματίες και καταστηματάρχες που, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, μετατρέπουν πεζοδρόμια, πλατείες και παρτέρια σε προέκταση των επιχειρήσεών τους.
Να είναι «κακός» με όσους θεωρούν τα δέντρα εμπόδιο στη θέα τους και τα ακρωτηριάζουν ή τα ξεριζώνουν αυθαίρετα.
Να είναι «κακός» με όσους βανδαλίζουν πλατείες, σχολεία, παιδικές χαρές και δημοτικές υποδομές. Με όσους πετούν μπάζα, σκουπίδια και ογκώδη αντικείμενα όπου τους βολεύει.
Να είναι «κακός» με τους εργαζόμενους του Δήμου που δεν κάνουν τη δουλειά τους, αδικώντας τόσο τους συνεπείς συναδέλφους τους, όσο και τους δημότες που πληρώνουν για να λαμβάνουν ποιοτικές υπηρεσίες.
Να είναι «κακός» με τους εργολάβους οι οποίοι, ενώ πληρώνονται κανονικά, παραδίδουν έργα με κακοτεχνίες, καθυστερήσεις και προχειρότητες που λίγο μετά χρειάζονται επισκευές.
Να είναι «κακός» με όσους επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τον Δήμο ως μηχανισμό εξυπηρέτησης ημετέρων και κομματικών φίλων. Με όσους ζητούν «ένα ρουσφετάκι», «μια εξαίρεση» ή «να κάνουμε τα στραβά μάτια».
Να είναι «κακός» με κάθε κυβέρνηση που αντιμετωπίζει το Χαϊδάρι ως πόλη δεύτερης κατηγορίας, στερώντας της πόρους, έργα πνοής και προοπτικές.
Να είναι «κακός» και με τον ίδιο του τον εαυτό. Να μη συμβιβάζεται με τη μετριότητα. Να μη βολεύεται στις δικαιολογίες. Να μην κρύβεται πίσω από το «έτσι τα βρήκα» ή το «δεν γίνεται».
Γιατί ο Δήμος δεν είναι γραφείο δημοσίων σχέσεων. Ο Δήμος υπάρχει για να εφαρμόζει νόμους, να επιβάλλει κανόνες, να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον και να βελτιώνει την καθημερινότητα όλων των κατοίκων.
Ένας δήμαρχος δεν εκλέγεται για να είναι αρεστός στους φίλους του, στους ισχυρούς και στα κάθε λογής συμφέροντα. Εκλέγεται για να είναι χρήσιμος στο σύνολο των συμπολιτών του.
Οι πόλεις δεν αλλάζουν με χαμόγελα, χειραψίες, φωτογραφίες και βιντεάκια. Αλλάζουν όταν οι κανόνες ισχύουν για όλους. Αλλάζουν όταν υπάρχει ισονομία, θάρρος στις αποφάσεις και συνέπεια στην εφαρμογή τους.
Γιατί, σε τελική ανάλυση, ο «κακός» δήμαρχος για όσους παρανομούν, αυθαιρετούν και απαιτούν προνόμια… είναι ο πραγματικά καλός δήμαρχος για την πόλη.