Θα πρέπει να καταλάβει ότι δεν διεξάγει μια δίκη μόνη της, ούτε για τα βίντεο, ούτε για τη σιδηροδρομική τραγωδία».
Για «δυσαρέσκεια και απογοήτευση των συγγενών» των θυμάτων του εγκλήματος των Τεμπών και για εκτίμηση ότι αυτό «δεν αφορά μόνο την κ. Κωνσταντοπούλου αλλά και την έδρα του δικαστηρίου» έκανε λόγο το πρωί της Παρασκευής ο Αντώνης Ψαρόπουλος μετά την αναβολή επ’ αόριστον της δίκης για τα «χαμένα» βίντεο.
Όπως είπε στην ΕΡΤ «δεν υπήρξε η στοιχειώδης συνεννόηση με την κ. Κωνσταντοπούλου και θα πρέπει να καταλάβει ότι δεν διεξάγει μια δίκη μόνη της ούτε για τα βίντεο ούτε για τη σιδηροδρομική τραγωδία».
«Πρέπει να υπάρχει μια στοιχειώδης συνεννόηση και μια κοινή πλεύση, δεν μπορούμε κατά το δοκούν και παρορμητικά να λέμε πράγματα που δεν συμφωνούν οι υπόλοιποι» πρόσθεσε ο κ. Ψαρόπουλος.
Διευκρίνισε, δε, ότι «πολλά από τα επιχειρήματα της κυρίας Κωνσταντοπούλου τα ενστερνίζονται κατ’ ουσία οι δικηγόροι υπεράσπισης της κατηγορίας αλλά ο τρόπος με τον οποίο εκφράστηκαν δεν ήταν προς όφελος των συγγενών. Απεναντίας ωφελήθηκαν οι κατηγορούμενοι»
Άσκησε, ωστόσο, κριτική και στην απόφαση της έδρας του δικαστηρίου για τα «χαμένα» βίντεο από τα Τέμπη, λέγοντας «από τη μια έχουμε μια μαχητική κατά άλλους άσκηση δικηγορία, ακραία κατά κάποιους άλλους που προφανώς προσέβαλε την έδρα. Ωστόσο η επιλογή της έδρας δεν θα έπρεπε να είναι πρώτα η αποχή. Η δίκη δεν διεξάγεται μόνο από την κυρία Κωνσταντοπούλου αλλά και από τους άλλους δικηγόρους. Αν θεωρούσε ότι θιγόταν από την κυρία Κωνσταντοπούλου που μπορώ να το καταλάβω κατά τον τρόπο με τον οποίο εξέφρασε την άποψή της, θα έπρεπε να ζητήσει την αποβολή και όχι να αποχωρήσει προσβάλλοντας τους υπόλοιπους»
Αναφερόμενος στις πρώτες ημέρες της δίκης για τα Τέμπη, στις 23 Μαρτίου και την 1η Απριλίου, ο κ. Ψαρόπουλος χαρακτήρισε «απολύτως δικαιολογημένες» τις αντιδράσεις των συγγενών, αποδίδοντας την ένταση στις ακατάλληλες συνθήκες.
Όπως σημείωσε, η αίθουσα ήταν ανεπαρκής για μια τόσο μεγάλη δίκη, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους ούτε οι συνήγοροι ούτε οι συγγενείς. Το πρόβλημα, όπως είπε, δεν έχει λυθεί και αναμένεται να επανεμφανιστεί σε επόμενες συνεδριάσεις, ζητώντας τη δημιουργία μεγαλύτερου και λειτουργικότερου χώρου.
Τόνισε επίσης ότι, σε αντίθεση με άλλες μεγάλες δίκες στο παρελθόν, στην περίπτωση των Τεμπών ο αριθμός των εμπλεκομένων είναι ακόμη μεγαλύτερος και υπήρχε ο χρόνος να έχει προβλεφθεί κατάλληλη υποδομή.
Απαντώντας στο ερώτημα αν μπορεί να διεξαχθεί δίκη με τόσο μεγάλο αριθμό παρευρισκομένων, ο ίδιος ήταν κατηγορηματικός:
«Οι ελάχιστοι που πρέπει να βρίσκονται μέσα είναι τουλάχιστον 500 με 600», επισημαίνοντας ότι οποιοσδήποτε περιορισμός θίγει δικονομικά δικαιώματα και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ακυρότητες.