Εκδήλωση πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Παρασκευής 20 Φεβρουαρίου στο Μπλοκ 15 του Στρατοπέδου Χαϊδαρίου, εκεί όπου ήταν φυλακισμένοι οι 200 κομμουνιστές που την Πρωτομαγιά του 1944 εκτελέστηκαν από τους ναζί Γερμανούς κατακτητές στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και η ίστορία τους ήρθε στο προσκήνιο με τον πιο απροσδόκητο τρόπο, χάρη στις συγκλονιστικές φωτογραφίες από την εκτέλεσή τους.
Ανακοίνωση της Λαϊκής Συσπείρωσης Χαϊδαρίου αναφέρει ότι εκατοντάδες άνθρωποι αψήφισαν τη βροχή και το κρύο και ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της Τομεακής Οργάνωσης Νοτιοδυτικών Συνοικιών του ΚΚΕ και της Τομεακής Οργάνωσης Νοτιοδυτικών Συνοικιών της ΚΝΕ, με αφορμή τις φωτογραφίες που είδαν το φως της δημοσιότητας και απεικονίζουν τους 200 κομμουνιστές πριν από την εκτέλεσή τους, οι οποίες συγκλόνισαν βαθιά τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού μας.
Η ανακοίνωση συνεχίζει:
Στο άνοιγμα της εκδήλωσης μίλησε ο δήμαρχος Χαϊδαρίου Μιχάλης Σελέκος, ο οποίος αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών και στα γεγονότα που προηγήθηκαν.
Υπενθύμισε πως το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου ήταν το μεγαλύτερο και πιο σκληρό στρατόπεδο συγκέντρωσης στα Βαλκάνια, στο οποίο φυλακίστηκαν χιλιάδες αγωνιστές. Ήταν ένα κολαστήριο, με στόχο να προκαλεί φόβο και να αποτρέπει τον υπόλοιπο λαό από το να αντισταθεί στους ναζί.

Όμως, όπως είπε, τόσο οι 200 κομμουνιστές όσο και χιλιάδες άλλοι δεν υπέκυψαν και έκαναν το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου και το Μπλοκ 15 σύμβολο παλικαριάς, αυτοθυσίας, αγώνα και ελπίδας για την τελική νίκη του λαού μας. Οι φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν αποδεικνύουν όλα όσα έχουν γραφτεί και ειπωθεί μέσα από τις πολυάριθμες μαρτυρίες.
Αναφερόμενος στις στιγμές πριν από την εκτέλεση, ανέφερε πως, όταν μαθεύτηκε η απόφαση για την πραγματοποίησή της, υπήρξε ξεσηκωμός προκειμένου να ακυρωθεί. Ωστόσο, οι ναζί ήθελαν να στείλουν ένα ισχυρό μήνυμα σε όσους αντιστέκονταν.
Οι 200 δεν λύγισαν ούτε όταν ήξεραν πως θα εκτελεστούν. Αντίθετα, το βράδυ πριν από την εκτέλεση έστησαν γλέντι, ενώ τα ξημερώματα, πριν από τη μεταφορά, φώναξαν βροντερά το «παρών». Ανάμεσά τους και ο Ναπολέων Σουκατζίδης, που αρνήθηκε να εξαιρεθεί από την εκτέλεση και να μπει άλλος στη θέση του — στάση που χαρακτήριζε όλη του τη ζωή ως στέλεχος του ΚΚΕ.
Ο Μιχάλης Σελέκος τόνισε επίσης πως οι φωτογραφίες δείχνουν ακριβώς αυτό το θάρρος και το σθένος τους, την περιφρόνηση προς τους εκτελεστές και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Στις φωτογραφίες φαίνεται σαν οι 200 να κοιτάζουν εμάς και όχι εμείς αυτούς, σαν να λένε πως δεν πήγε χαμένος ο αγώνας και η θυσία τους, ότι τη θέση τους πήραν χιλιάδες άλλοι.
Όπως είπε, ούτε αυτή ούτε άλλες εκτελέσεις μπόρεσαν να φοβίσουν και να κάμψουν το φρόνημα και την αντίσταση του λαού και, λίγους μήνες αργότερα, οι Γερμανοί κατακτητές έφυγαν από τη χώρα, ενώ τον Μάιο του 1945 η κόκκινη σημαία υψώθηκε στο Βερολίνο, επιβεβαιώνοντας την καθοριστική συμβολή του Κόκκινου Στρατού και των αντιστασιακών κινημάτων στο τσάκισμα του φασισμού. Και επειδή σήμερα υπάρχει τεράστια προσπάθεια παραχάραξης της Ιστορίας από την ΕΕ, κυβερνήσεις και άλλους, αλλά και εξίσωσης των φασιστών με τους κομμουνιστές, πρέπει να τους «τρίψουμε στη μούρη» αυτές τις φωτογραφίες, που αποδεικνύουν ποιοι αγωνίστηκαν κατά του φασισμού, όταν κάποιοι ήταν γερμανοτσολιάδες.
Ο δήμαρχος Χαϊδαρίου έκλεισε λέγοντας πως πρέπει να ικανοποιηθεί το αίτημα το Μπλοκ 15 να μετατραπεί σε Μουσείο Εθνικής Αντίστασης.
Στη συνέχεια τον λόγο πήρε, για την κεντρική ομιλία, ο Νίκος Καραγιάννης, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Οικονομικού Ελέγχου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ και μέλος του Γραφείου της Οργάνωσης Περιοχής Αττικής.

Ξεκινώντας την ομιλία του, ανέφερε πως η εκδήλωση αυτή γίνεται στα ίδια χώματα απ’ όπου, πριν από 82 χρόνια, οι σύντροφοί μας, οι 200 λεβέντες κομμουνιστές, την Πρωτομαγιά του 1944 οδηγήθηκαν για εκτέλεση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, αφού το προηγούμενο βράδυ είχαν στήσει τον τελευταίο χορό, αγέρωχοι, περήφανοι, έχοντας βαθιά μέσα στην ψυχή τους την ακλόνητη πίστη ότι «εμείς έχουμε το δίκιο, θα είμαστε νικητές, γιατί τίποτα δεν μπορεί να αντιστρέψει αυτή την ιστορική ανάγκη».
Τόνισε πως οι 200 της Καισαριανής, όπως και άλλοι αλύγιστοι σύντροφοί μας, έδωσαν τη ζωή τους για εκείνα τα ανώτερα ιδανικά που δίνουν πραγματικό περιεχόμενο στη λέξη άνθρωπος. Οι φωτογραφίες που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας πάγωσαν το βλέμμα και την ανάσα, γιατί, τραβηγμένες 82 χρόνια πριν, «προσωποποιούν» τους συντρόφους μας — τους 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή.
«Αν ανατρέξουμε στη ζωή των 200, θα δούμε ότι είναι στενά συνυφασμένοι με όλες τις κορυφαίες στιγμές της ταξικής πάλης στη χώρα μας από τον Μάη του ’36. Παντού, σε όλους τους ταξικούς αγώνες της περιόδου του Μεσοπολέμου, βλέπουμε μπροστάρηδες κομμουνιστές — τον Σουκατζίδη, τον Τσίρκα, όλους τους 200.
Ως “σάρκα από τη σάρκα” του λαού — απλοί άνθρωποι του μόχθου, εργαζόμενοι, αγρότες, νέοι των λαϊκών στρωμάτων — συναντήθηκαν με την κομμουνιστική ιδεολογία και δράση, ό,τι πιο ριζοσπαστικό και πρωτοπόρο έχει γεννήσει η εποχή μας. Ακριβώς επειδή διαπαιδαγωγήθηκαν μέσα “στη φωτιά” των μεγάλων ταξικών αγώνων, με την ιδεολογία που βάζει το “εμείς” πάνω από το “εγώ”, ανυψώνοντας έτσι την προσωπικότητα, βάδισαν ως το τέλος με ανιδιοτέλεια και το κεφάλι ψηλά. Αυτό δίνει αποστομωτική απάντηση σε όσους αναρωτιούνται γιατί επέλεξαν αυτούς», είπε.
Συνέχισε λέγοντας πως κυνηγήθηκαν και εξορίστηκαν ως κομμουνιστές από την αστική κυβέρνηση Τσουδερού και το καθεστώς Μεταξά, γιατί η αστική τάξη της χώρας στο πρόσωπό τους έβλεπε τον κίνδυνο για τη δική της εξουσία. Ως «επικίνδυνους» για την αστική εξουσία τους αντιμετώπισαν και οι Γερμανοί κατακτητές.

Σημείωσε πως «η θυσία των 200 θα είναι εκεί για να μαρτυρά για πάντα το κενό που χώριζε, χωρίζει και θα χωρίζει τους δύο κόσμους: τον γερασμένο, σάπιο, ιστορικά ξεπερασμένο κόσμο της εκμετάλλευσης, της αδικίας, των ιμπεριαλιστικών πολέμων, τον καπιταλισμό· και τον νέο κόσμο, όπου αυτοί που παράγουν τον πλούτο, οι εργαζόμενοι, θα τον απολαμβάνουν, έχοντας οι ίδιοι στα χέρια τους την εξουσία και την οικονομία, τον σοσιαλισμό – κομμουνισμό».
Όπως είπε χαρακτηριστικά: «Η Ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στο αίμα και τους αγώνες των ανθρώπων, που δεν μπορεί να θαφτεί.
Εκφράζεται και στο παλλαϊκό αίτημα που “ξεχείλισε”, απαιτώντας τα ντοκουμέντα αυτά να σταματήσουν να βρίσκονται στο παζάρι και να γυρίσουν εκεί που ανήκουν, στον ελληνικό λαό, στους δήμους Καισαριανής και Χαϊδαρίου, στο ΚΚΕ, επιβάλλοντας επί της ουσίας και τις ανάλογες κινήσεις για την απόκτησή τους.
Εκφράζεται στις δεκάδες επιστολές των συγγενών των 200, που δηλώνουν περήφανοι για τη στάση τους. Εκφράζεται στην ανιδιοτελή προσφορά εκατοντάδων λαϊκών ανθρώπων να ενισχύσουν οικονομικά το ΚΚΕ, ώστε να αναλάβει την αποκατάσταση του μνημείου του Σκοπευτηρίου».
Υπογράμμισε επίσης πως το «καλούπι» δεν σπάει, γιατί είναι η ίδια η ταξική πάλη, η εκμετάλλευση και η αδικία όταν γίνονται απόφαση αγώνα, όταν συναντιούνται με το «κάλεσμα» της Ιστορίας.
Χθες: στις φυλακές και τις εξορίες, στο βουνό, στις εργατογειτονιές και στα προσφυγικά, στις διώξεις και στην παρανομία.

Αλλά και σήμερα: κάτω από το βάρος των αντεπαναστατικών ανατροπών, κάτω από την πίεση για συμμετοχή σε αστικές κυβερνήσεις, για συμβιβασμό με το σύστημα με το μαστίγιο και το καρότο, στην πρώτη γραμμή της ταξικής πάλης, κρατώντας τη φλόγα άσβεστη, κρατώντας γερά το «κόκκινο νήμα» της ηρωικής διαδρομής του, βγάζοντας πολύτιμα διδάγματα για το σήμερα και το αύριο των νέων κοινωνικών «σεισμών» που είναι μπροστά.
Διαμορφώνοντας, με οδηγό την επαναστατική θεωρία, σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, βάζοντας σήμερα τον πήχη πιο ψηλά για να αντιστοιχηθεί όλη του η δράση στους μεγάλους επαναστατικούς σκοπούς του, για να μειώνει συνεχώς την απόσταση ανάμεσα σε «λόγια και έργα», για Κόμμα έτοιμο να προωθεί την επαναστατική πάλη κάτω από όλες τις συνθήκες, έτοιμο στο κάλεσμα της Ιστορίας για τον σοσιαλισμό – κομμουνισμό.
Ολοκλήρωσε την ομιλία του τονίζοντας πως «Στο κάλεσμα της Ιστορίας για τον σοσιαλισμό θα ξαναγεννηθούν οι νέοι τιτάνες. Κρατάμε σφιχτά το κόκκινο νήμα των αλύγιστων, συνεχίζουμε στον δρόμο της ανατροπής!»