ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ ΤΕΛΙΚΑ Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ;
Μισός αιώνας έχει περάσει από το καλοκαίρι του 1974 που η χώρα επιχειρούσε να αποκαταστήσει τη συνταγματική τάξη, να σταθεροποιήσει θεσμούς, και να επανατοποθετηθεί στον κόσμο.
Τα πρώτα χρόνια της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας δεν ήταν περίοδος ομοψυχίας. Οι πολιτικές συγκρούσεις ήταν έντονες και συχνά σκληρές. Ωστόσο, πίσω από τις κομματικές αντιπαραθέσεις υπήρχε κάτι που σήμερα σπανίζει: υπήρχε ιδεολογία.
Το κεντρικό διακύβευμα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου —και ίσως το πιο κρίσιμο για τη μετέπειτα πορεία της χώρας αν εξαιρεθεί η αποκατάσταση της δημοκρατίας, αφορούσε την αναζήτηση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.
Στην καρδιά αυτού του προβληματισμού βρισκόταν η ταυτότητα των δυνάμεων που θα το υλοποιούσαν. Θα ήταν οι ιδιώτες, το κράτος, ένα μικτό σύστημα ;
Πως θα μπορούσε να επιτευχθεί μια βιώσιμη ανάπτυξη, παράλληλα με την κοινωνική δικαιοσύνη;
Παρά τις όποιες ιδεολογικές αντιθέσεις, η ιστορική αποτίμηση αναγκάζει ακόμα και τους επικριτές του Ανδρέα Παπανδρέου να αναγνωρίσουν ότι εμπλούτισε τον προβληματισμό αυτό με τρόπο καθοριστικό.
Μετέφερε τη συζήτηση από την επιφάνεια στο βάθος, αναδεικνύοντας ζητήματα που, σε θεωρητικό επίπεδο, άγγιζαν τον πυρήνα των δομικών αδυναμιών της χώρας:
«Στην Ελλάδα δεν υπάρχει παραγωγή διότι δεν υπάρχει Εθνική Αστική τάξη που να παράγει. Υπάρχουν μόνο μεσάζοντες και μεταπράτες».
Με τη διαπίστωση αυτή, δεν έκανε απλώς μια πολιτική κριτική, αλλά περιέγραψε μια υπαρκτή δομική στρέβλωση: την απουσία μιας τάξης με επενδυτικό όραμα και κουλτούρα παραγωγής, σε αντίθεση με ένα σύστημα που ευνοούσε το εύκολο κέρδος μέσω της διαμεσολάβησης.
Αν ανατρέξει κανείς στα αρχεία της εποχής, θα εκπλαγεί από το βάθος και την ποιότητα των αντιπαραθέσεων γύρω από αυτό το θέμα.
Τα χρόνια που ακολούθησαν η Δημοκρατία εδραιώθηκε. Το πολιτειακό λύθηκε οριστικά . Οι θεσμοί λειτουργούν — με αδυναμίες, αλλά λειτουργούν. Εκείνο όμως τα μεγάλο ερώτημα για την παραγωγική ταυτότητα της χώρας, δεν απαντήθηκε ποτέ. Απλώς – με τα χρόνια , έπαψε να τίθεται.
Σήμερα, μισό αιώνα από τότε, και μετά από πολλές εναλλαγές κυβερνήσεων , το ερώτημα εξακολουθεί να τίθεται: τελικά , τι απέγινε με την Εθνική Αστική τάξη ;
Το κεντρικό επιχείρημα της Παπανδρεϊκής ανάλυσης ήταν ότι η ελληνική επιχειρηματική ελίτ δεν παράγει , απλώς διακινεί . Η Ελλάδα, δεν είχε αναπτύξει παραγωγική βάση, δεν είχε βαριά βιομηχανία, δεν είχε τεχνολογική αυτάρκεια, δεν είχε εξαγώγιμα προϊόντα που να αντέχουν στον διεθνή ανταγωνισμό. Τι είχε; Είχε μόνον εισαγωγείς, έμπορους και ξενοδόχους.
Η προσέγγιση του στηρίχθηκε στην «Θεωρία της Εξάρτησης» που προσαρμόστηκε κατάλληλα στα Ελληνικά δεδομένα. Η Ελλάδα αναπτύχθηκε μεν μεταπολεμικά, αλλά η ανάπτυξη της ήταν “εξωγενής”.
Στηρίχθηκε δηλαδή κυρίως σε ξένα κεφάλαια, τα ναυτιλιακά και μεταναστευτικά εμβάσματα και αργότερα τον τουρισμό . Η χώρα δεν απέκτησε ποτέ ισχυρή παραγωγική βάση.
Η ελληνική αστική τάξη, λοιπόν, αδυνατούσε να προσλάβει “εθνικά” χαρακτηριστικά ακριβώς επειδή η οικονομική της δραστηριότητα δεν βασιζόταν στην παραγωγή. Αντί για επενδύσεις στην εγχώρια βιομηχανία, είχε προκύψει ο μεταπρατισμός. Ο Έλληνας επιχειρηματίας είχε μετατραπείτε σε προνομιούχο αντιπρόσωπο ξένων οίκων.
Η πραγματικότητα της εποχής επιβεβαίωνε τον ισχυρισμό καθώς η χώρα εισήγαγε το 80% των καταναλωτικών της αγαθών. Από τις οικιακές συσκευές μέχρι τον βαρύ μηχανολογικό εξοπλισμό, η επιχειρηματικότητα εξαντλούνταν σε μια απλή διαδικασία: εισαγωγή, προσθήκη κέρδους και διάθεση στην αγορά.
Το μοντέλο αυτό, όμως, δημιουργούσε έναν φαύλο κύκλο ανασφάλειας. Ο ίδιος ο επιχειρηματίας, γνωρίζοντας την ευαλωτότητα μιας οικονομίας χωρίς παραγωγική βάση, επέλεγε να φυγαδεύει τα κέρδη του σε λογαριασμούς του εξωτερικού.
Ήταν μια παράδοξη αντίφαση: κερδοσκοπούσε από μια αγορά την οποία ο ίδιος δεν εμπιστευόταν για να επανεπενδύσει.
Μέσα σε αυτό το κλίμα δομικής εξάρτησης, η ιδέα της κρατικής παρέμβασης στους στρατηγικούς τομείς φάνταζε ως η μόνη “λογική” διέξοδος για να σπάσει ο έλεγχος των μεσαζόντων και να ανακτηθεί η εθνική οικονομική κυριαρχία.
Τι έγινε μετά το 1981;
Ο Ανδρέας κέρδισε τις εκλογές του 81. Ή «αλλαγή» ήρθε. Αλλά η «Εθνική Αστική Τάξη» δεν εμφανίστηκε ποτέ. Αυτό που εμφανίστηκε ήταν κάτι διαφορετικό: μια νέα επιχειρηματική ελίτ άμεσα εξαρτημένη από το κράτος.
Εμφανίστηκε όμως και κάτι άλλο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, πολλές μεγάλες ελληνικές βιομηχανίες (κλωστοϋφαντουργίες, τσιμεντοβιομηχανίες, ναυπηγεία) βρίσκονταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας λόγω της πετρελαϊκής κρίσης αλλά και της κακοδιαχείρισης.
Ο Παπανδρέου χρησιμοποίησε τη ρητορική περί “αποτυχίας του ιδιωτικού κεφαλαίου” για να δικαιολογήσει την παρέμβαση του κράτους. Έτσι δημιουργήθηκε το 1983 ο Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ).
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο ΟΑΕ είχε υπό την εποπτεία του περίπου 45 μεγάλες βιομηχανίες (Πειραϊκή-Πατραϊκή, Λαδόπουλος, Σκαλιστήρης κ.α.). Όμως αντί για εξυγίανση, συσσωρεύτηκαν καινούρια χρέη που ξεπερνούσαν τα 1,5 τρισεκατομμύρια δραχμές ( περίπου 4,4 δισεκατομμύρια ευρώ).
Το μόνο που κατάφερε η παρέμβαση αυτή, ήταν να δημιουργήσει μια γενιά «κομματικής γραφειοκρατίας » , μεταφέροντας το κόστος στον φορολογούμενο.
Τα χρόνια που ακολούθησαν καθόρισαν ένα σαφές μοτίβο. Ο ιδιωτικός τομέας μεγάλωσε, αλλά μέσα από «ευρωπαϊκά πακέτα», δημόσιες συμβάσεις, επιδοτήσεις και προνομιακές σχέσεις με την εκάστοτε κυβέρνηση. Η «παραγωγική ανασυγκρότηση» έμεινε σε μεγάλο βαθμό σύνθημα κενό περιεχομένου.
Και ήρθε η κρίση του 2010 που αποκάλυψε την πραγματικότητα.
Όταν οι μηχανισμοί χρηματοδότησης πάψουν να λειτουργούν αποκαλύπτεται η πραγματική δομή μιας οικονομίας. Και αυτό που αποκαλύφθηκε ήταν ότι η Ελλάδα εξακολουθούσε να έχει ανεπαρκή εξαγωγική βάση, χαμηλή βιομηχανική παραγωγή και δομική εξάρτηση από εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες.
Η χώρα δεν πτώχευσε μόνο επειδή υπερδανείστηκε . Πτώχευσε επειδή δεν είχε αρκετή παραγωγική βάση για να αποπληρώσει τα δάνεια της.
Το επιχείρημα του Ανδρέα για τον «μεταπρατισμό» είχε παραμείνει απλώς διαπιστωτικό. Πρακτικά και παρ ότι το κόμμα του και ο ίδιος προσωπικά διαχειριστικέ την εξουσία για πολλές δεκαετίες, δεν άλλαξε τίποτα.
Αν τη δεκαετία του 70και του 80 χώρα εισάγαγε το 80% των καταναλωτικών αγαθών που χρειαζόταν, σήμερα εισάγει το 95% της ψηφιακής τεχνολογίας. Από τα τσιπ και τους server ως τις πλατφόρμες που χρησιμοποιεί το ίδιο το ελληνικό κράτος. Η χώρα δεν παράγει hardware ή λογισμικό — λειτουργεί κυρίως ως υπεργολάβος της Microsoft και της Google. Ο «αντιπρόσωπος» μετεξελίχθηκε σε «System Integrator».
Ο Τουρισμός από την άλλην έχει εξελιχθεί σε μια μονοκαλλιέργεια που λειτουργεί αντίστροφα. Σημειώνει μεν ρεκόρ εσόδων , όμως ένα μεγάλο ποσοστό από τα έσοδα αυτά «επανεξάγονται» , διότι σχεδόν στο σύνολο των πρώτων υλών και των προϊόντων που χρησιμοποιεί η τουριστική βιομηχανία είναι εισαγόμενα.
Έτσι παρά τα ρεκόρ εσόδων των τελευταίων ετών, η χώρα εξακολουθεί να εισάγει περισσότερα απ’ όσα εξάγει. Το παραγωγικό ισοζύγιο παραμένει ελλειμματικό.
Μια οικονομία όμως που εξαρτάται από το αν ο Γερμανός ή ο Αμερικανός έχει τη διάθεση και τα χρήματα να κάνει διακοπές, προφανώς δεν είναι πραγματικά παραγωγική, είναι εύθραυστη και ευάλωτη στη συγκυρία.
Στην ουσία, πρόκειται για μια εκλεπτυσμένη μορφή μεταπρατισμού με βασικά προϊόντα τον ήλιο και τη θάλασσα.
Ασφαλώς κάποια πράγματα έχουν αλλάξει, και αξίζει να σημειωθεί. Μια νέα γενιά Ελλήνων επιχειρηματιών έχει δημιουργήσει δυναμικά αναπτυσσόμενες εταιρείες, ειδικά στο χώρο της τεχνολογίας.
Το καταπληκτικό βέβαια είναι ότι μόλις μια ελληνική εταιρεία εδραιωθεί, ο στόχος της είναι να εξαγοραστεί από κάποιο ξένο κολοσσό (το λεγόμενο «Exit») .
Έτσι, αντί να ιδρύονται εταιρείες που θα παραμείνουν ελληνικές για δεκαετίες, δημιουργούνται εταιρείες προκειμένου να πουληθούν. Ο «μεταπράτης» απλώς προσαρμόστηκε νέο παγκόσμιο οικοσύστημα.
Επίσης, στη χώρα υπάρχουν σήμερα ισχυροί όμιλοι με διεθνή παρουσία.
Έχουν δημιουργηθεί δυναμικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, νέες τεχνολογικές startups, σημαντικά επιχειρηματικά σχήματα .
Η διαφορά είναι ότι αυτό συμβαίνει χάρη στην εγγύτητα τους με το κράτος, τις δημόσιες συμβάσεις και τις διάφορες ευρωπαϊκές ροές χρηματοδότησης – που επίσης περνάνε από το κράτος.
Αυτό το σύνολο ασφαλώς, δεν συγκροτεί «εθνική αστική τάξη» με την ιστορική έννοια του όρου .
Πρόκειται περισσότερο για ένα επιχειρηματικό σώμα προσαρμοσμένο στις ευκαιρίες της συγκυρίας και της παγκοσμιοποίησης, παρά για μια τάξη που συγκροτεί εθνικό παραγωγικό μοντέλο. Με άλλα λόγια, η «αστική τάξη» υπάρχει ως οικονομικό μέγεθος· δεν υπάρχει όμως ως ιστορικός φορέας κάποιου συλλογικού σχεδίου.
Πενήντα χρόνια και ακόμα ρωτάμε τα ίδια
Πενήντα χρόνια λοιπόν μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, το ερώτημα για την «Εθνική Αστική Τάξη» εξακολουθεί να τίθεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
Η Δημοκρατία μας ωρίμασε θεσμικά, δεν ωρίμασε όμως στρατηγικά.
Συνηθίσαμε να συζητούμε για διαχείριση — όχι για κατεύθυνση. Για ποσοστά — όχι για πρότυπα. Για επικοινωνία — όχι για παραγωγή.
Κι όμως, τα ερωτήματα επιμένουν.
Τι είδους οικονομία θέλουμε;
Θέλουμε επιχειρηματικότητα που δημιουργεί μακροχρόνια αξία ή επιχειρηματικότητα που προετοιμάζει το επόμενο exit;
Θέλουμε τουρισμό ως συμπλήρωμα ή ως μονοκαλλιέργεια;
Θέλουμε να είμαστε παραγωγοί η καταναλωτές ;
Η Ιστορία δεν μας χρωστά απαντήσεις. Το μόνο που μας χρωστά είναι η επανάληψη των ίδιων ερωτημάτων, τουλάχιστον ώσπου να τα αντιμετωπίσουμε στα σοβαρά.
Το ζήτημα συνεπώς δεν είναι αν υπάρχει «Εθνική Αστική Τάξη». Στην πραγματικότητα, το ερώτημα δεν ήταν ποτέ αυτό. Το ζήτημα είναι αν υπάρχει εθνικό σχέδιο. Και δεν πρόκειται για θεωρητικό ερώτημα αλλά για ουσιαστική πολιτική επιλογή που κάποια στιγμή πρέπει επιτέλους να πραγματοποιηθεί.
(Δημοσιεύθηκε στην ΕΣΤΙΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 1/3/26)