Τελικά ποιος νίκησε; Ο γιος του Κυριάκου ή ο Βαγγέλης;

γράφει ο Μενέλαος Χρόνης

Ξεκινάμε τη σημερινή απόπειρα ανάλυσης του εκλογικού αποτελέσματος με αυτόν τον τίτλο, βασικά για να εξιτάρουμε το ενδιαφέρον σας. Είναι άλλωστε αρκετά συχνή η αναφορά πολλών συμπολιτών μας στην οικογενειοκρατία.

Ωραία, τώρα που φτάσατε την ανάγνωση μέχρις εδώ, χάρη στον πιασιάρικο τίτλο, σημαίνει ότι υπάρχουν πιθανότητες να πάτε μέχρι το τέλος. Αλλά όχι και σίγουρα, γιατί στο μεταξύ μπορεί και να το θεωρήσετε το κείμενο “δεύτερο” και να το παρατήσετε στη μέση. Μα μήπως δεν ισχύει το ίδιο για κάθε υποψήφιο που έχει σαν εκλογική βάση του ένα κόμμα, ένα όνομα, μια ομάδα, την εκκλησία κοκ; Ξεκινάνε μεν με κάποιο bonus, αλλά όλοι στο τέλος κερδίζουν; Όχι βέβαια. Στη διαδρομή κρίνεται ο καθένας και στο τέλος βαθμολογείται στην κάλπη. 

Σήμερα λοιπόν θα μιλήσουμε και για Ντηνιακό και για Βαγγέλη, μαζί και χωριστά. Σε ποια δοσολογία το καθένα όνομα είχε μερίδιο στην χτεσινή επιτυχία;

Ο πρωτόβγαλτος πολιτικά, γιος του Κυριάκου, κρίθηκε το 2014. Πήρε 17 και κάτι τοις εκατό και έμεινε στην τρίτη θέση. Τότε τι κατάφερε το όνομα; Βοήθησε βασικά για να φτιαχτεί ένας συνδυασμός με αρκετά παλιά υλικά, ώστε να μην μπει, πράγματι, ο Βαγγέλης στον πολιτικό στίβο από το μηδέν. Αλλά  αποδείχτηκε ξεκάθαρα ότι η πατρική πολιτική κληρονομιά δεν αρκούσε. Άλλωστε, όσο κι αν η ανάμνηση “Κυριάκος” άφησε θετικές εντυπώσεις σε μια μεγάλη μάζα του εκλογικού σώματος από τις δεκαετίες του 1980 – 1990, σε πολλούς νεότερους ήταν άγνωστη. Και επιπλέον η δεύτερη θητεία Ντηνιακού (1998-2006) δεν είχε τις επιτυχίες και τη λάμψη της πρώτης, ενώ “κληροδοτήθηκαν” και αρκετές προσωπικές ρήξεις του πατρός με ανθρώπους που έπαιζαν ρόλο στα πολιτικά πράγματα της πόλης.

Μετά την αποτυχημένη εκλογική απόπειρα του 2014 άλλαξαν πολλά, αν και έμεινε ζωντανό το κρίσιμο: η επιθυμία για πολιτική. Ο Βαγγέλης αποφάσισε, παρά το απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μείνει στο παιχνίδι. Αλλά με τον δικό του τρόπο πια και με βάση τα συμπεράσματα που έβγαλε από την πρώτη του οδυνηρή επαφή με την κάλπη.

Πριν από 2-3 χρόνια, συνάντησα τον Κυριάκο Ντηνιακό στο Γραμματόσημο. Κάποια στιγμή τον ρώτησα τι γνώμη είχε για μια ανακοίνωση του Βαγγέλη. Με κοίταξε με απορία και μου είπε: “Δεν την γνωρίζω, δεν μου λέει και πολλά πια. Οι νέοι σήμερα κάνουν αλλιώς πολιτική… είναι κι αυτές οι τεχνολογίες που εμείς δεν καταλαβαίνουμε…”.

Οι στρατηγικές επιλογές του Βαγγέλη Ντηνιακού μετά το 2014 ήταν, όπως έδειξε η δράση του, να φτιάξει σχεδόν από την αρχή έναν πολυσυλλεκτικό -άρα απαραιτήτως ανεξάρτητο- συνδυασμό, να γνωριστεί κοινωνικά με την πόλη όσο το δυνατό πιο ανοιχτά, να δημιουργήσει μια ομάδα ανθρώπων της ηλικίας του. Όλα αυτά προϋπέθεταν ενεργή πολιτική παρουσία εντός και εκτός Δημοτικού Συμβουλίου.

Αν γυρίσει κανείς πίσω στο 2014, δεδομένης της 5χρονης θητείας -με τον τότε νόμο- του Μιχάλη Σελέκου, ο χρόνος μέχρι τις επόμενες εκλογές του 2019 ήταν ένα πραγματικό “βουνό” για τον Ντηνιακό. Διότι η αντιπολίτευση στους Δήμους είναι έργο άχαρο, με ελάχιστες ευκαιρίες για να αναδειχτείς πολιτικά. Όλο “το χαρτί” είναι του δημάρχου. Και ο Βαγγέλης δεν ήταν καν αξιωματική αντιπολίτευση.

Ας κάνουμε εδώ μια σύγκριση με την αντίστροφη πορεία του επίσης πρωτοεμφανιζόμενου το 2014 Ηρακλή Δρούλια, με πολιτική προίκα τότε τον κρατικό ΟΣΚ και από τον ίδιο πολιτικό χώρο της κεντροαριστεράς. Είχε πάρει ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό, το οποίο με δουλειά και επιμονή θα μπορούσε να γίνει βάση για μελλοντική επιτυχία. Ο Ηρακλής λοιπόν έκανε ελάχιστες πολιτικές κινήσεις. Έδινε την εντύπωση ότι περισσότερο λοξοκοίταγε την κεντρική πολιτική σκηνή, παρά τα συμβαίνοντα στο .

Όμως όταν αφήνεις κάτι, σε αφήνει και αυτό. Και ο Η. βρέθηκε εκτός του πολιτικού παιχνιδιού στο Χαϊδάρι, ενώ έβλεπε νεαρά στελέχη του να βρίσκουν θελκτικό και με προοπτική το πολιτικό πρότζεκτ του δραστήριου Βαγγέλη. Με δεδομένη και την εκούσια απάρνηση του Ανδρέα Μποζίκα του ρόλου του ως αξιωματική αντιπολίτευση στο Δημοτικό Συμβούλιο, ο Β. εμφανίστηκε σαν βασικός αντιπολιτευτικός πόλος απέναντι στη διοίκηση Σελέκου, άρα και κύριος απολήπτης της φθοράς της. Τον ευνόησε και η στενά κομματική τοποθέτηση του Θοδωρή Σπηλιόπουλου, ο οποίος ανέπτυξε σε όλο αυτό το διάστημα έντονη και σοβαρή πολιτική δραστηριότητα, αλλά πλήρωσε στο τέλος την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ. Η Νέα Δημοκρατία, από την πλευρά της, εμφανίστηκε χωρισμένη, αλλά και με την ακατανόητη τακτική να “κοιμάται” αυτοδιοικητικά για χρόνια και να προσπαθεί με σπασμωδικές κινήσεις της τελευταίας στιγμής να κερδίσει τον Δήμο, ποντάροντας αποκλειστικά στον κομματικό πατριωτισμό (παρόλα αυτά, κάποιοι κομματικοί και από εδώ κατηγορούσαν τον Β. Ντηνιακό ως παραλήπτη πολιτικής προίκας…). Και σ’ αυτόν τον χώρο λοιπόν, ο Β. βρήκε τις θύρες ανοιχτές για να κάνει τις προτάσεις του σε αξιόλογους νέους υποψήφιους, ακόμα και έναν πρόεδρο της Τοπικής Οργάνωσης της ΝΔ κατάφερε να προσεταιριστεί! Έτσι το σχέδιο για ανάδειξη ηγετικού αντιπολιτευτικού προφίλ και πολυσυλλεκτικότητα ολοκληρώθηκε βήμα βήμα με απρόσμενα επιτυχημένα αποτελέσματα.

Την περίοδο 2017 – 2018 ήρθε η ώρα της ποιοτικής αναβάθμισης της δουλειάς. Η ομάδα του από προσοντούχους νέους ανθρώπους κατάφερε να παρουσιάσει αξιόλογες μελέτες για διάφορα θέματα της πόλης (Ακτή Σκαραμαγκά κτλ.) και να πάρει βραβεία για καινοτόμες δράσεις, πείθοντας ένα ακροατήριο στην πόλη ότι πρόκειται για συνδυασμό με προοπτική. Πιο συγκεκριμένα, για κάτι περισσότερο από τυπική διαχείριση του Δήμου και με την ελπίδα ότι θα γίνουν στο Χαϊδάρι προοδευτικές δράσεις σαν αυτές που υλοποιούνταν στο Περιστέρι, το Αιγάλεω, ακόμη και την Αγία Βαρβάρα.

Ο Μιχάλης διέγνωσε στο πρόσωπο του Β. Ντηνιακού τον βασικό του αντίπαλο για την διεκδίκηση της “τοπικής διοίκησης”, όπως την αποκαλεί ο ίδιος, και γρήγορα έστρεψε σ’ αυτόν τα πολιτικά του βέλη . Τελικά ωφέλησε πολιτικά τον αντίπαλό του, γιατί τον έφερε οριστικά στα μάτια της κοινής γνώμης στην πολυπόθητη ηγετική θέση της αντιπολίτευσης. Ο Μ. σταδιακά, από το 2018, άρχισε να εκτοξεύει τα εναντίον του Β. Ντηνιακού πολιτικά του πυρομαχικά, όπως την σχέση του Κυριάκου Ντηνιακού με τον (μη) σταθμό Μετρό στο Χαϊδάρι κ.ά. Η μεταξύ τους μάχη άναψε, συμπιέζοντας περισσότερο τους άλλους υποψήφιους, που βρέθηκαν στην παράδοξη θέση να αντιπολιτεύονται περισσότερο τον Β. Ντηνιακό παρά τον δήμαρχο (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Απ. ), παραχωρώντας και οι ίδιοι τον ρόλο αυτόν στον Ντηνιακό! Η πολιτική οξυδέρκεια αυτών των επιλογών κρίνεται εκ του αποτελέσματος.

Το σίγουρο είναι ότι όλος αυτός ο θόρυβος κατέστησε πρωταγωνιστή τον Βαγγέλη, που εστίασε την κριτική του στο πεδίο της καθημερινότητας, τον κατεξοχήν χώρο όπου κρίνεται από τους δημότες ένας Δήμος. Η προσωπική του αναγνωρισιμότητα (καθαρά σαν Βαγγέλης πια) και η άτυπη “παράσταση νίκης” για το “Χαϊδάρι Ξανά” ανέβηκαν στα ύψη. Στην πραγματικότητα από νωρίς έμειναν Σελέκος – Ντηνιακός να διεκδικούν με βεβαιότητα τις δύο πρώτες θέσεις.

Στο μεταξύ ο Β. Ντηνιακός κατάφερε και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό: Χάρη στην εκτόξευσή του στο τοπικό πολιτικό σκηνικό και την παράλληλη επαφή του με πολύ κόσμο στο Χαϊδάρι, εντόπισε και εξασφάλισε υποψήφιους “μαμούνια”. Η λέξη μπορεί να είναι ξένη στο πολιτικό λεξιλόγιο, αλλά αποδίδει την ενεργητικότητα και την εξαιρετική επίδοση σε σταυρούς πολλών νέων και πρωτόβγαλτων ανθρώπων -και δεν μιλάμε μόνο γι’ αυτούς που εξελέγησαν. Αποδείχτηκε ότι σχεδόν όλοι είχαν διεισδυτικότητα σε ευρύτερα περιβάλλοντα. Για παράδειγμα, πολλοί έλεγαν “ποιοι δεξιοί θα ψηφίσουν τον τάδε ή τον δείνα δικό μας που πήγε με τον Βαγγέλη; Θα ψηφίσουν έναν ορίτζιναλ δεξιό στον φυσικό του χώρο, στον Κέντρη”. Δομικό πολιτικό λάθος στις δημοτικές εκλογές, αφού έτσι σκέφτεται ένας μικρός κύκλος ανθρώπων, όχι η μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων που έχουν πια χαλαρή σχέση με τα κόμματα και μετακινούνται με άνεση. Άλλωστε ο καθένας είχε σε αυτές τις εκλογές τη δυνατότητα να ψηφίσει στη μία κάλπη κόμμα και στην άλλη δήμαρχο.

Ακόμη και παλιά πολιτικά στελέχη του κεντροαριστερού χώρου (και παλιοί συνεργάτες του Κυριάκου) δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν τις επιδόσεις των νέων προσώπων του Βαγγέλη και έτσι η ανανέωση είναι εντυπωσιακή. Αποδείχτηκε ότι ήταν λαϊκό αίτημα. Οι 14 σύμβουλοι του Β. Ντηνιακού έχουν σίγουρα δύσκολο έργο μπροστά τους: Να προσαρμοστούν γρήγορα στη διοίκηση και να “βάλουν” μπροστά τις μηχανές, σε κύρια σημεία του προγράμματός τους, γιατί ο πολιτικός χρόνος στη διοίκηση τρέχει σαν το νεράκι…

Στα αδύνατα σημεία του Β. Ντηνιακού μπορεί να συγκαταλέξει κάποιος την απροθυμία του να “λυθεί” στο βήμα, φοβούμενος το λάθος. Την περισσότερο τεχνοκρατική εμφάνισή του, ενώ ο ψηφοφόρος θέλει και το συναίσθημά του (οι παλιότεροι θυμόμαστε τις απίθανες ατάκες του Κυριάκου, που γεμάτος αισθαντισμό και πειστικότητα έλεγε “ήρθα σήμερα να μιλήσω στη γειτονιά σας, τη Φιλοθέη της δυτικής Αθήνας…”). Το “μαζεμένο” στυλ του Βαγγέλη στην προσωπική επαφή έκανε κάποιους να τον θεωρούν απόμακρο και σνομπ (εδώ είχε να αναμετρηθεί με το αδιαμφισβήτητο χάρισμα του Μιχάλη Σελέκου). Ωστόσο αυτά είναι πράγματα που άλλοι τα θεωρούν σεμνότητα και σοβαρότητα.

Στα γεγονότα του τελευταίου μήνα δεν θα σταθούμε πολύ, καθώς τα παρακολούθησαν όλοι στενά. Το δίδυμο Ντηνιακού – Σελέκου μπήκε στον δεύτερο γύρο με σαρωτικό άθροισμα σχεδόν 67%, αφήνοντας στους υπόλοιπους 4 να μοιραστούν κάτι πάνω από 30%. Το μεγάλο προβάδισμα με 15% του Βαγγέλη (αύξησε 1,5 φορά το ποσοστό του από το 2014, φτάνοντας το 41%) αποδείχτηκε απροσπέλαστο κατά τη δεύτερη Κυριακή, όσο κι αν η ομάδα τού Χαϊδάρι Ξανά “γονάτισε” μπροστά στην πεισματική αντεπίθεση ενός έμπειρου κομματικού μηχανισμού σαν το ΚΚΕ. Ανοιχτή στήριξη δεν βρήκε από κανέναν άλλο συνδυασμό. Τελικά οι 8 μονάδες διαφορά (54%) είναι μια καθαρή νίκη, αλλά όχι καταστροφική για τον αντίπαλο.

Θα σταθούμε και στο γεγονός τής λάθος εκτύπωσης ψηφοδελτίων της παράταξης Χαϊδάρι Ξανά, που προκάλεσε πολιτικό σοκ το απόγευμα του Σαββάτου, 25 Μαΐου, παραμονή της πρώτης Κυριακής. Έχει πολιτική αξία ο σχολιασμός που μάς έδωσε πολύπειρο στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ: “Σοβαρό λάθος ναι, αλλά υπάρχει και η άλλη ανάγνωση. Τέτοιο όγκο και αποτελεσματικότητα κινητοποίησης για την ενημέρωση των πάντων και για την αλλαγή ψηφοδελτίων σπίτι-σπίτι μέσα σε ένα βράδυ, δύσκολα θα πετυχαίναμε ακόμα και εμείς στις οργανώσεις της ΚΝΕ τη δεκαετία του ΄80! Τα άκυρα που βρέθηκαν στην κάλπη ήταν ελάχιστα και τρίβω τα μάτια μου γι’ αυτό. Όλο αυτό δείχνει δύναμη”.

Νέος ένοικος λοιπόν στο Δημαρχείο Χαϊδαρίου. Νέες ελπίδες για όσους τον πιστεύουν, νέες ανησυχίες για όσους τον αρνούνται. Η σύνθεση του Δημοτικού Συμβουλίου και η απουσία καθαρής πλειοψηφίας υπόσχονται ενδιαφέρουσα πολιτική ζωή στο Χαϊδάρι. Ωστόσο δεν θα κριθούν όλα μέσα στο Δημαρχείο και στο Δημοτικό Συμβούλιο. Αν οι πολίτες διατηρήσουν το πολιτικό ενδιαφέρον που έδειξαν στην προεκλογική περίοδο, θα έχουν και λόγο και μερίδιο στη λήψη των αποφάσεων. Η πολιτική υγεία της πόλης κρίνεται βασικά από την ευθύνη των δημοτών.

Κλείνουμε επανερχόμενοι στο ερώτημα του τίτλου: Ποιανού είναι αυτή η νίκη; Πόσο ρόλο έπαιξε το όνομα; Η δική μας απάντηση δόθηκε με τα προηγούμενα: Η αφετηρία έχει τη σημασία της, αλλά δεν είναι η απάντηση σε κάθε πολιτική πρόκληση. Με άλλα λόγια, αν φτάσατε μέχρι το τέλος ενός τόσο μεγάλου άρθρου, δεν είναι μόνο ο τίτλος που σας κράτησε.

Τώρα αρχίζει για τον Βαγγέλη Ντηνιακό και την ομάδα του ένα άλλο πολιτικό κεφάλαιο, πιο δύσκολο, αλλά και πιο δημιουργικό από το πρώτο.

Να και το αντίστοιχο άρθρο για τη νίκη του Μιχάλη Σελέκου, το 2014: Ο “κύριος με την κοτσίδα”, που έγινε ο “κύριος 70%”.

Σημείωση: Θα ακολουθήσουν και άλλα άρθρα με τη γνώμη της εφημερίδας για τη δράση των υπόλοιπων παρατάξεων.