Ο Σταθμός Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων είναι χρήσιμος κοντά στην πόλη!

Εξοικονόμηση πόρων μέσω Μικρού Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων στο

γράφει ο Κίμων Ε.

Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα στο «Χαϊδάρι Σήμερα» υπάρχουν σκέψεις για δημιουργία Σταθμών Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων (ΣΜΑ) από το Δήμο Χαϊδαρίου.

Έχοντας επιχειρηματολογήσει δημόσια για την ανάγκη διερεύνησης τέτοιας επιλογής, επισημαίνω:

  1. Η οικονομική ωφέλεια (εξοικονόμηση καυσίμων, οχημάτων, εργατοωρών) αλλά και ο περιορισμός του κυκλοφοριακού φόρτου που συνεπάγεται η μεταφορά με ένα μεγάλο όχημα των φορτίων 3-4 απορριμματοφόρων, επιτυγχάνεται όταν ο σταθμός είναι κεντροβαρικός. Δηλαδή όταν είναι κοντά στις μεγαλύτερες ποσότητες απορριμμάτων. Γεωγραφικά αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα ή γύρω από τις περιοχές του κέντρου του Δήμου μας, με εξωτερικά όρια Στρατόπεδο, ΨΝΑ, περιαστικά δάση, Δρομοκαΐτειο.

Δημιουργία ΣΜΑ στην , λόγω ενδεχόμενης ύπαρξης και εκεί δημοτικής περιουσίας, σημαίνει μετακίνηση απορριμματοφόρων μέσω της πολυσύχναστης Λ. Αθηνών, σχεδόν στο ίδιο δρομολόγιο προς ΣΜΑ Σχιστού, που ακολουθείται σήμερα δίχως σημαντικό περιορισμό κόστους και προβληματική απόσβεση επένδυσης.

Συνεπώς, μείωση οικονομικού κόστους, δηλαδή λιγότερα δημοτικά τέλη και περιβαλλοντικό όφελος, δηλαδή μικρότερη ρύπανση και μικρότερη συμβολή στην κυκλοφοριακή συμφόρηση, προϋποθέτουν «σπάσιμο αυγών» κοντά στην πόλη!

  1. Ένας σταθμός μεταφόρτωσης απορριμμάτων δέχεται σκουπίδια που αρχικά συλλέγουν τα γνωστά μας απορριμματοφόρα, αδειάζουν στη συνέχεια σε μία χοάνη και φορτώνονται σε μεγάλα οχήματα. Μεταφέρονται αυθημερόν και προ της λήξης λειτουργίας του, ο σταθμός πλένεται και διασφαλίζεται η απουσία οσμών και άλλων οχλήσεων. Αυτό σημαίνει πως το προσωπικό λειτουργεί όπως στο χειρουργείο: η εργασία στην υγειονομική εγκατάσταση λήγει όταν τελειώσει η υγειονομική απαίτηση. Ίσως λοιπόν να χρειάζεται και δεύτερη βάρδια.
  2. Η εκτίμηση κόστους – οφέλους για μια τέτοια εγκατάσταση εξαρτάται και από τη μέθοδο διαχείρισης των αποβλήτων. Εάν προχωρήσει η διαδικασία πολλών ρευμάτων, δηλαδή διαλογής οργανικών (αποφάγια) χωριστά, πλαστικού, γυαλιού, μετάλλου, υφασμάτων, φυτικών κ.ά. χωριστά, με διαφορετικούς κάδους ή σημεία συγκέντρωσης, τότε η χρησιμότητα ΣΜΑ περιορίζεται. Η κεντροβαρική χωροθέτηση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη και η τελική απόφαση προϋποθέτει άρτια μελέτη, δηλαδή και δημοσιοποίηση (επιτέλους!) του απολογιστικού κόστους της σημερινής διαδικασίας (και των τελευταίων ετών, π.χ. σε βάθος δεκαετίας). Έτσι θα καταλάβουμε πόσο πετρέλαιο καίμε, τι ανταλλακτικά πληρώνουμε, πόσες ώρες απαιτούνται κ.ά. Δίχως αυτή τη γνώση δεν ξέρουμε «πού πάνε τα τέσσερα». Στη περίπτωση όπου οι διαδικασίες ανακύκλησης και αξιοποίησης των αποβλήτων αποδώσουν και επιτύχουμε μικρό ποσοστό απόρριψης, η βιωσιμότητα ενός σταθμού της κλίμακας που περιγράψαμε παραπάνω μπορεί να διασφαλιστεί και με συνεργασία με γειτονικούς δήμους.