Αξιολόγηση  στο  Δημόσιο – Μια  ακόμη  χαμένη  ευκαιρία;

Στις 27 Φεβρουαρίου του 2016 δημοσιεύθηκε σε ΦΕΚ ο Νόμος 4369/2016. Στο «ΜΕΡΟΣ Β΄ –  ΣΥΣΤΗΜΑ  ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ» με υπότιτλο : «Αξιολόγηση, Στοχοθεσία, Κοινωνική λογοδοσία και συμμετοχή», παραδόθηκε στην κοινωνία ολόκληρη, στο σώμα της Δημόσιας Διοίκησης, στο σύνολο των Δημοσίων Υπαλλήλων και στις συνδικαλιστικές τους ηγεσίες το νέο πλαίσιο (υποχρεωτικο πιά), προς το οποίο το Δημόσιο έπρεπε να προσαρμοσθεί.

γράφει ο Δημήτρης Σταυρίδης, Γραμματέας του Συλλόγου Υπαλλήλων Δήμου Χαϊδαρίου

Από την πρώτη στιγμή της δημοσίευσης του ο Νόμος αυτός ξεσήκωσε σφοδρότατες αντιδράσεις και έτυχε συνολικής, σχεδόν, απόρριψης τόσο από τις ηγεσίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης, όσο και από τις ηγεσίες των συνδικαλιστικών παρατάξεων, προεξάρχουσας της τριτοβάθμιας ΑΔΕΔΥ, αλλά και του συνόλου των δευτεροβάθμιων Ομοσπονδιών του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος.

Είναι, όμως, ο Νόμος πράγματι τόσο κακός;

Είναι τόσο κακός, όσο και εκείνος του Κυριάκου Μητσοτάκη;  Θυμίζω πως με τις διατάξεις του Νόμου Μητσοτάκη προβλέπονταν (μεταξύ άλλων) συνθήκες ακραίου ανταγωνισμού μεταξύ των Δημοσίων Υπαλλήλων και αξιολογήσεις που οδηγούσαν σε υποχρεωτικές ποσοστώσεις και σε απολύσεις.

Είναι, λοιπόν, εξίσου κακός;

Δεν είμαι νομοτεχνικός, ούτε μεγάλη εξειδίκευση διαθέτω γύρω από τη σχετική νομοθεσία. Γράμματα όμως γνωρίζω και μπόρεσα να διαβάσω και να καταλάβω πως ο επίμαχος Νόμος 4369/2016 ούτε για τα σκουπίδια είναι ούτε ολοκληρωτική κατάργηση και πλήρη απόσυρση του αξίζει. Παρατήρησα μάλιστα πως ενσωματώνονται σ’ αυτόν και κάποιες καινοτομίες (για τις οποίες δε φαντάζομαι να έχει αντίρρηση το συνδικαλιστικό δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα).

Εισάγει, για παράδειγμα, την αμφίδρομη αξιολόγηση του προσωπικού, που σημαίνει ότι οι υφιστάμενοι όχι μόνο κρίνονται, αλλά πλέον κρίνουν και οι ίδιοι και αξιολογούν τους προϊσταμένους τους.

Εισάγει την έννοια της Ολομέλειας, Τμήματος.

Δίνει έμφαση στην αξιολόγηση των δομών.

Θα μου πείτε: υπερασπίζεσαι το Νόμο;

Όχι, σας απαντώ! Δεν είναι αυτός ο σκοπός μου.

Γιατί, ο Νόμος και διορθώσεις θέλει και αποσαφηνίσεις ζητά και βελτιώσεις απαιτεί.

 Και δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη σπουδή του Υπουργείου να αξιολογήσει το δημοσιοϋπαλληλικό προσωπικό, χωρίς να ασχολείται καθόλου με την αξιολόγηση των δομών μέσα στις οποίες αυτό εργάζεται.

Ούτε μπορώ να δικαιολογήσω την αβελτηρία, τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και την αδράνεια ετών στη δημιουργία νέων Οργανισμών και Οργανογραμμάτων των Υπηρεσιών, που αντί να συνάδουν με τις ταχύτητες που επιβάλλει η Πληροφορική, προσιδιάζουν μάλλον σε εποχές που κυριαρχούσε η ταχύτητα του αραμπά.

Ούτε μπορώ να μη σχολιάσω ειρωνικά το γεγονός ότι οι Προϊστάμενοι Τμημάτων και Διευθύνσεων, που καλούνται να πραγματοποιήσουν τις αξιολογήσεις του προσωπικού των Υπηρεσιών στις οποίες προϊστανται, είναι τοποθετημένοι με ανάθεση και δεν έχουν αναδειχθεί μέσα από μια διαδικασία αξιοκρατικών κρίσεων.

Επιβάλλεται, όμως, να καυτηριάσω την αψυχολόγητη προσπάθεια της κυβέρνησης, που προσπάθησε να ξεπεράσει τις αντιδράσεις του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος με την ψήφιση της τροπολογίας Γεροβασίλη. Μιας τροπολογίας, που υπονομεύει, αν δεν τιμωρεί,  τη συνδικαλιστική δραστηριότητα και ευνοεί την επιλογή λύσεων ατομικών εις βάρος λύσεων συλλογικών.

Πέραν, όμως, όλων αυτών, η ανάγκη για «Αξιολόγηση, Στοχοθεσία, Κοινωνική λογοδοσία και συμμετοχή» (όπως αυτή αναγράφεται στον υπότιτλο του Νόμου) παραμένει. Και επικρέμαται ως ένα μεγάλο ερωτηματικό πάνω από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος, ζητώντας από αυτές ξεκάθαρη απάντηση.

Την Αξιολόγηση, τη Στοχοθεσία, την Κοινωνική λογοδοσία και τη συμμετοχή, τις θέλουμε ή κάνουμε πως τις θέλουμε;

Αποδεχόμαστε πως οι έννοιες αυτές είναι βασικές για τη λειτουργία μιας Δημόσιας Διοίκησης σε μια σύγχρονα οργανωμένη δημοκρατική κοινωνία; Κατανοούμε ότι από τη σωστή εφαρμογή τους (εδώ, πεδίον δόξης λαμπρό: όχι οποιαδήποτε εφαρμογή, όχι εκείνη τουλάχιστον που θα συρρικνώσει το δημόσιο τομέα και θα παραδώσει κερδοφόρους τομείς του βορά σε επιχειρηματικά συμφέροντα) θα βγεί ωφελημένος ο πολίτης, η κοινωνία, η χώρα και (μέσα σ’ όλους) και εμείς;

Εδώ, κατά την ταπεινή μου άποψη, τόσο η ΑΔΕΔΥ, όσο και το σύνολο των δευτεροβάθμιων Ομοσπονδιών του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος δεν απαντούν με τρόπο πειστικό.

Δε μπαίνουν στον κόπο να αντιπροτείνουν κάποιο εναλλακτικό, συγκεκριμένο και συνεκτικό πλαίσιο αρχών.

Δεν προβάλλουν κάποιον εναλλακτικό ρεαλιστικό τρόπο αξιολόγησης της λειτουργίας του Δημοσίου, τόσο συνολικά, όσο και επιμέρους και της αποτίμησης των παρεχομένων προς τους πολίτες υπηρεσιών από αυτό.

Χάνεται η ευκαιρία να μπούμε σε έναν συντεταγμένο, ανοικτό και ειλικρινή διάλογο με την Πολιτεία, ώστε να καταλήξουμε και να αποδόσουμε στους όρους «Αξιολόγηση, Στοχοθεσία, Κοινωνική λογοδοσία και συμμετοχή»  ένα νόημα  συμπεφωνημένο.

Ένα νόημα, από το οποίο θα προκύπτουν με σαφήνεια οι δικές μας υποχρεώσεις και τα δικά μας δικαιώματα, αλλά και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις της πολιτείας προς τις δομές τις οποίες υπηρετούμε.

Μόνο έτσι είμαστε συνακόλουθοι με τις διακηρύξεις μας και μόνον έτσι στα αιτήματα μας τείνει ευήκοα  ώτα η κοινωνία.

Τα υποστηρίζω αυτά.

Και δηλώνω, για να μην υπάρξει παρεξήγηση, πως συνεχίζω και σήμερα να υλοποιώ την ειλημμένη απόφαση της ΑΔΕΔΥ και της ΠΟΕ-ΟΤΑ για «Απεργία – Αποχή από την αξιολόγηση του Νόμου 4369/2016», άσχετα με τις προσωπικές μου επιφυλάξεις, παραμερίζοντας την προσωπική μου οπτική, γιατί έχω μάθει να λειτουργώ υπερασπιζόμενος τις συλλογικές διαδικασίες και όχι τις ατομικές επιλογές.

Χαϊδάρι 24 – 10 – 2017

 

Με τη στοχοθεσία επιδιώκεται η βελτίωση της αποτελεσματικότητας και συλλογικής δράσης της διοίκησης, η πληρέστερη εκπλήρωση της αποστολής της Υπηρεσίας, και η ανταπόκριση της στις ανάγκες της κοινωνίας.