Ηρακλεία-Ελευθερία Πέππα

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου και τα λεχθέντα εχθές, επρόκειτο για μια «ασυνήθιστη δράση αναζήτησης», που έδωσε την δυνατότητα να συναντηθούν ένας αιρετός (ο δήμαρχος της πόλης κ. Τσουκαλάς) και ένας καλλιτέχνης, ο Γάλλος, ελληνικής καταγωγής, καλλιτέχνης-τεχνίτης Ελευθέριος Κεχαγιόγλου και να συζητήσουν για την πόλη, ο μεν ως κάτοικος και ο δε ως επισκέπτης, να «αποκρυπτογραφήσουν με τη δική τους ευαισθησία τα νέα δεδομένα της ζωής στην πόλη, τις δυσκολίες, τις χρήσεις -και τη φθορά- που ταλανίζουν την καθημερινότητα και το μέλλον της πόλης».
Σκοπός της χθεσινής εκδήλωσης ήταν η παρουσίαση των εντυπώσεων του ξένου στον τόπο μας καλλιτέχνη και του αιρετού δημάρχου, με ζητούμενο το πώς θα είναι η πόλη, η Ελευσίνα, τα επόμενα δέκα χρόνια και η συζήτηση με το κοινό γι αυτήν την Ελευσίνα του κοντινού μέλλοντος. Πώς την φαντάζονται οι πολίτες και «ποιες είναι οι προκλήσεις αυτής της μετάβασης; »
Κρίνοντας από την προσέλευση του κοινού (περίπου 30 άτομα μαζί με τους δημοτικούς συμβούλους και παράγοντες, ήτοι το πολύ 15 απλοί κάτοικοι), το πώς θα είναι η Ελευσίνα μετά από 10 χρόνια, και, πολύ περισσότερο, το ποιες θα είναι «οι προκλήσεις αυτής της μετάβασης» είτε ελάχιστους απασχολεί, είτε η εκδήλωση προορίζονταν εξ αρχής για το περιορισμένο κοινό που επιμένει να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, που συνήθως διαδραματίζονται εν αγνοία ή απουσία των «πρωτευουσιάνων».
Ο «ξένος» λοιπόν καλλιτέχνης, έχοντας κατά νου την Ελευσίνα του αρχαίου μύθου, την Ελευσίνα του Μητσιά και την Ελευσίνα των δημοσιευμάτων των προηγούμενων δεκαετιών του τύπου για την πιο μολυσμένη πόλη της Ελλάδας, σε συνδυασμό με την «αγέλαστη πέτρα», ήρθε στην πόλη, είδε κάτι διαφορετικό από αυτό που περίμενε κι ενθουσιάστηκε. Ενθουσιάστηκε από τις ήρεμες κι ανθρώπινες γειτονιές, όπου ακόμα υπάρχουν κήποι, λουλούδια, χαμηλές μάντρες, παράθυρα ανοιχτά, από το πράσινο στους δρόμους, τις νερατζιές και τις ελιές, απ’ την ρυμοτομία, απ’ τον αρχαιολογικό χώρο με το μυστήριο που αποπνέει και την ανάταση ψυχής που προσφέρει, απ’ το ηλιοβασίλεμα στην παραλία, όπου τα χρώματα της φύσης ανταγωνίζονται την αυξομείωση της φλόγας των ΕΛΠΕ και το αναβοσβήσιμο (όχι τρεμοφέγγισμα) των φώτων της εγκατάστασης. Ο καλλιτέχνης πρόλαβε και να τρομάξει από τα παροπλισμένα σαπιοκάραβα, από το απόκοσμο του χώρου της τσιμεντοβιομηχανίας πάνω στον αρχαιολογικό χώρο, από την έλλειψη ανοιχτών χώρων, από την θάλασσα, αλλά, όχι πολύ, αφού ακολούθησε τον κύριο δήμαρχο για ένα μπάνιο, όπου «έτυχε» (κατά τα λεγόμενα του κ. δημάρχου) αυτήν την φορά να πέσουν πάνω σε λάδια, αλλά κατά τα λοιπά και άκρως ορθολογιστικά (του κ. δημάρχου) η θάλασσα είναι καθαρή (δείτε την σχετική ανάρτηση του Ευάγγελου Ρόκα).

Με τον έναν ή άλλο τρόπο, ο καλλιτέχνης είδε, ονειρεύτηκε, την Ελευσίνα μετά από 10 χρόνια ως την αναγνωρισμένη εκ νέου «ιερή πόλη» πανευρωπαϊκής σημασίας, ως την «πρώτη ιερή πόλη» της σύγχρονης εποχής, την πρώτη «οικολογική βιομηχανική ζώνη της Ευρώπης», όπου ταυτόχρονα θα αναδεικνύεται το πανανθρώπινο μήνυμα του πολιτισμού της, ως τον τόπο που γέννησε και κράτησε αέναο σπυρί ροδιάς, π’ ανθίζει και καρπίζει κάθε άνοιξη σε ζωή και σε θάνατο.

Ο κ. δήμαρχος από την άλλη, απέφυγε τα «καλλιτεχνικά οράματα» και πρόβαλε το μάλλον αόριστο ή (τουλάχιστον για μένα) δύσκολα κατανοητό όραμα «μιας πόλης, που θα δίνει μέσα από οργανωμένους χώρους στην νεολαία την δυνατότητα να δημιουργεί, έτσι ώστε να ξεπηδήσουν ιδέες, που θ’ αλλάξουν τον τόπο και την χώρα” (μεταφέρω κατά λέξη), επιμένοντας ταυτόχρονα στην θέση του, ότι η Ελευσίνα είναι «μια πολύ όμορφη πόλη» και αυτό πρέπει να βγαίνει προς τα έξω, ότι οι διεκδικήσεις των κινημάτων, αν απέτυχαν, αυτό μπορεί να οφείλεται στο “ανέφικτο” των στόχων που έβαζαν, οπότε η ήττα ήταν αναμενόμενη, ότι για όλα τα μεγάλα προβλήματα της πόλης υπάρχουν ομόφωνα ψηφίσματα του Δημοτικού Συμβουλίου, με τα οποία ζητούνται λύσεις, αλλά… δεν εξαρτώνται όλα από τον Δήμο.

Μάλιστα. Συμφωνώ με τον κ. Δήμαρχο, ότι η Ελευσίνα είναι μια πολύ όμορφη πόλη. Με ίσιους δρόμους, καλή ρυμοτομία, με μονοκατοικίες, με κήπους, με αυλές, όπου ακόμα μπορεί να δει κανείς κότες, με χαμηλές φροντισμένες πολυκατοικίες, με δέντρα στα πεζοδρόμια, με ήπια κυκλοφορία αυτοκινήτων, (ας το πούμε κι έτσι), με ανακύκλωση σκουπιδιών, (ας το πούμε κι έτσι), με όλα δηλαδή τα εξωτερικά, τα πάνω-πάνω στοιχεία, που παγιδεύουν το βλέμμα του επισκέπτη, του όποιου επισκέπτη που έρχεται από την τσιμεντοφραγμένη γειτονιά της Αθήνας ή όποιας άλλης νεοελληνικών, μεταπολεμικών προδιαγραφών πόλης.

Πιο μέσα όμως; Λίγο πιο κεί; Ποιο το μέτρο σύγκρισης; Η Ελευσίνα της δεκαετίας του 70 και του 80, ή, ας πούμε, ο Βόλος της ίδιας εποχής και του σήμερα; Η αποβιομηχάνιση που έφερε ερημιά, οι πτωχεύσεις που έδωσαν στις τράπεζες ακίνητα και κτήρια μεγάλης αξίας, αλλά καμιά δεν διανοήθηκε να επισκευάσει, ανασκευάσει, αναδείξει, επαναχρησιμοποιήσει, όπως έγινε στα Γιάννενα, το Σουφλί, τον Βόλο, την Χαλκίδα, την Λέσβο, την Σπάρτη κι αλλού, σε πολλά αλλού, εκτός της Ελευσίνας; Η συνειδητή επιλογή να μην χτιστούν ψηλές πολυκατοικίες, ή η απαγόρευση λόγω αεροδρομίου;

Το Γαλλικό Ινστιτούτο παρουσιάζοντας το πρόγραμμα «ένας αιρετός – ένας καλλιτέχνης» πρέσβευε, ότι οι καλλιτέχνες προσκαλούνται να εργαστούν πάνω σ ένα χώρο, σ΄ένα τόπο, ΝΑ «ΔΙΑΔΩΣΟΥΝ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ».

Ποιο «βλέμμα» της Ελευσίνας διαδίδεται λοιπόν μέσα από την «Πολιτιστική Πρωτεύουσα», μέσα από την πολιτική του Δήμου της τελευταίας 15ετίας;

Μήπως είναι το βλέμμα του μονόφθαλμου και μάλιστα με καταρράκτη;

Μήπως συγκρίνουμε το ανυπολόγιστο κακό των προηγούμενων δεκαετιών με τα νεκρά ψάρια, τον κόκκινο νυχτερινό ουρανό, την τσιμεντόσκονη στις αυλές, την παντελή έλλειψη περιβαλλοντικών κανόνων, την υπερσυγκέντρωση βαριάς βιομηχανίας με την μετέπειτα “διόρθωση”, λόγω της ορθολογικής μετεγκατάστασης και οικονομικού οφέλους του ΤΙΤΑΝ, με την αναγκαστική εξυγίανση του κόλπου και τους περιβαλλοντικούς σχετικούς περιορισμούς λόγω Ευρωπαϊκής Ένωσης και προστίμων;

Ποια πολιτική, ποια στρατηγική οδηγεί, μπορεί να οδηγήσει στην ανάδειξη της Ελευσίνας σε «πρώτη ιερή πόλη» της σύγχρονης εποχής με «οικολογική βιομηχανία» και συνείδηση ;

Μήπως αυτή που λέει «βάζουμε παντού και πάντα μέγα χορηγό τα ΕΛΠΕ και το ΤΙΤΑΝ», για να δώσουν μερικά λίτρα παραπάνω πετρέλαιο στα σχολεία, επαίνους και λίγα ευρώ σε εισαχθέντες στα ΑΕΙ μαθητές, αθλητικές φόρμες στους συλλόγους, γλαστράκια στους δημότες, δηλαδή όλα αυτά μικρά και αυτονόητα, που παρέχει κάθε οχλούσα σύγχρονη επιχείρηση στο πλαίσιο της «εταιρικής κοινωνικής ευθύνης», για να λάβει εύσημα και να ανεβάσει τις αξιολογήσεις της στην και από την «αγορά»;

Μήπως αυτή που λέει «παρουσιάζουμε με περηφάνεια» μελέτες, πληρωμένες απ’ το ΤΙΤΑΝ για την «αξιοποίηση» του αρχαιολογικού χώρου, που δεν θίγουν στο παραμικρό τα εδαφικά, βιομηχανικά, παραγωγικά κεκτημένα, ή δεχόμαστε χορηγίες απ’ τα ΕΛΠΕ για τα ΑΙΣΧΥΛΕΙΑ (φανερές ή και κρυφές), αφού είναι ο κορυφαίος πολιτιστικός θεσμός της πόλης, με μεγάλη επισκεψιμότητα (απ’ την Αθήνα) για δυό μήνες;

Μήπως είναι αυτή που αφήνει τα νεοκλασσικά κτήρια και τα βιομηχανικά μνημεία της πόλης επιμελώς κρυμμένα και επιτυχώς καταρρέοντα (μα δεν είναι του Δήμου! Κι αν τα πάρει τι θα τα κάνει;…Έλα ντε!)

Μήπως είναι αυτή, που σηκώνει τα χέρια ψηλά «γιατί όλοι οι διαγωνισμοί που προκήρυξε ο ΟΛΕ για την ανέλκυση των ναυαγίων απέβησαν άκαρποι», οπότε τι να κάνουμε… «άλλωστε η θάλασσα είναι καθαρή και προσφέρεται για κολύμβηση», «τυχαίνει» μερικές φορές μόνο να έχει λάδια και μικρές πετρελαιοκηλίδες…

Μήπως είναι αυτή, που με ευγνωμοσύνη αποδέχεται τον αποχαρακτηρισμό από «χερσαία ζώνη λιμένος», του πάρκου στην παραλία και του γηπέδου «Ρουμελιώτης», δηλαδή (και πάλι) του αυτονόητου, και την παραχώρησή τους στον Δήμο, που άλλωστε (σύμφωνα με τα προχθεσινά λεγόμενα του κ. Δημάρχου στην εκδήλωση) «δεν σημαίνει ότι θα έχουν καλύτερη διαχείριση, αν τα πάρει ο Δήμος» (!!!).

Μήπως είναι αυτή, που δέχεται να κατεδαφιστεί ένα κτίσμα μπροστά στον αρχαιολογικό χώρο για να τσιμεντωθεί κυριολεκτικά το προκύπτον οικόπεδο, έστω κι αν έχει αρχαία από κάτω, και πάνω στο τσιμέντο να «πεταχτούν» πέντε-έξι μαρμάρινα σπαράγματα αρχαίων κατασκευών;

Μήπως είναι αυτή, που συναινεί στο να αφήνονται σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα, όπως το κομμάτι της Ιεράς Οδού, η ρωμαϊκή αγροικία με την εξαιρετική και πλήρως σωζόμενη τοιχοποιϊα, τα ψηφιδωτά της «ιεράς οικίας», το μοναδικό προϊστορικό νεκροταφείο, όχι μόνο να χορταριάζουν, αλλά να «τινάζονται στον αέρα» από την άγρια βλάστηση που τα θάβει;

Μήπως είναι αυτή, που τείνει να εξαφανίσει με κάθε επιμέλεια την ιστορία της Λεψίνας, την ιστορία του εργατικού κινήματος και της αντίστασης στην πόλη;

Μήπως είναι η πολιτική της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας» που “διεθνοποιεί” την πόλη, βλέποντάς την ως «μικρογραφία της Ευρώπης», χωρίς να λέει ποιας Ευρώπης και ξεριζώνοντας τις ρίζες της ίδιας της πόλης;

Η εκδήλωση έκλεισε με δυο λόγια μιας γαλλίδας πολεοδόμου, της Maud Le Floc’h, διευθύντριας μιας πρωτοπόρου οργάνωσης, της Le pOlau – pôle arts.urbanisme, που πειραματίζεται με παρεμβάσεις σε πόλεις, χωροταξικές και πολεοδομικές μέσω της τέχνης. Ήταν η μόνη που ΕΙΔΕ ΚΑΙ ΜΙΛΗΣΕ για μια πόλη εγκλωβισμένη, παγιδευμένη από παντού, με τον σπουδαίο αρχαιολογικό της χώρο να ασφυκτιά, με την θάλασσα «κατασχεμένη», όπως χαρακτηριστικά είπε. Και η μόνη που τόλμησε να μιλήσει για πρωτοβουλίες «ανάκτησης», «ανακατάληψης» χώρων, κτηρίων, γειτονιάς, πάρκων, που διεκδικούν, οφείλουν να διεκδικούν οι πολίτες, μέσω συλλογικών δράσεων, καλλιτεχνικών, αρχιτεκτονικών παρεμβάσεων, χωροταξικών αλλαγών, επανάχρησης (που συμβαίνουν βεβαίως αλλού).
Το’ χουν οι γάλλοι φαίνεται με την Ελευσίνα.
Ο Ζακ Λακαριέρ έγραψε επισκεπτόμενος την Ελευσίνα για δεύτερη φορά το 1982, τριάντα δύο χρόνια μετά την πρώτη του φορά: « Η Ελευσίνα, σήμερα, είναι τάνκερ, δοκάρια, παλιοσίδερα, κάργκο που ψυχορραγούν, νεκροταφείο για στραγγαλισμένες γοργόνες, θαμμένες μέσα στο μαζούτ Νηρηίδες. Αλλά είναι, επίσης, η ελπίδα εκείνων που θέλουν να ζήσουν εδώ τη μάχη των αυτόχθονων ενάντια στα τέρατα της θάλασσας, τον αγώνα των Άοπλων που αψηφούν τους Εφοπλιστές. Στην Ελευσίνα είδα μια γυναίκα να ποτίζει στο μπαλκόνι της τις μπουκαμβίλιες και να ξορκίζει το μέλλον. Είδα λουλούδια να βλασταίνουν πάνω στις στείρες μέρες.
Στην Ελευσίνα είδα τη μάχη του αληθινού μέλλοντος ενάντια στο κάλπικο παρόν.»