«Γιατί χαμογελούν οι Κούροι και οι Κόρες της προκλασικής εποχής;»

(Αντι)γράφει ο Τρύφωνας Δάρας

Πριν από αρκετά χρόνια αλίευσα από το «Ναυτίλο», τη γνωστή στήλη του Στάθη στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, το κείμενο που ακολουθεί. Το ανακάλεσα από το αρχείο μου μετά την ανεπίγνωστη απόφαση της κυβέρνησης να καταργήσει ή να υποβαθμίσει τα αρχαιογλωσσικά μαθήματα, χάριν των ιδεοληπτικών τους εμμονών (τους συνιστώ πάντως να διαβάσουν τη διδακτορική διατριβή του εικοσάχρονου παρακαλώ Καρλ Μαρξ «Διαφορά της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας») αλλά και της χρησιμοθηρείας και της πελατειακής λογικής της ήσσονος προσπάθειας στην οποία (θυμηθείτε την απέχθεια στην αριστεία) εθίζουν τη νέα γενιά.

Δεν γνωρίζω τον «αρχαιολάγνο» που το έγραψε, αλλά γνωρίζω πολύ καλά τον Καθηγητή στον οποίο αναφέρεται. Είναι αυτός που με έμαθε να διαβάζω από το πρωτότυπο,να αγαπώ αλλά και να καταλαβαίνω τον Όμηρο, τον Ευρυπίδη, τον Θουκυδίδη, το Δημοσθένη, αλλά και τους μεγάλους λατίνους ποιητές και συγγραφείς (αυτούς όχι από το πρωτότυπο, ομολογώ).

Στη σεπτή του μνήμη το αφιερώνω…


“Πάνε χρόνια, δεν θυμάμαι πια, αν απ’ τα «ΝΕΑ» τότε ή απ’ την «Ελευθεροτυπία» αργότερα, αναρωτιόμουν, γράφοντας για το «αρχαϊκό μειδίαμα» των αγαλμάτων: γιατί άραγε χαμογελούσαν οι κούροι και οι κόρες της προκλασσικής εποχής;

Και επίσης γιατί καμμιά μαρτυρία από τότε ούτε κάποια ερμηνεία σήμερα (είτε από τα τελετουργικά ορμώμενες είτε από τα ήθη) δεν εξήγησαν και δεν εξηγούν ένα τόσο χαρακτηριστικό φαινόμενο – το χαμόγελο τόσων αιώνων εγχάρακτο στα πρόσωπα των θεών και των ανθρώπων.

(Βεβαίως όταν διερωτάται κανείς για τέτοια πράγματα, μάλιστα δημοσίως, στη χώρα των μεταμοντερνικών χατζατζάρηδων αμέσως τρώει τη ρετσινιά του αρχαιολάγνου -ποσώς, οι χατζατζάρηδες) – αλλού είναι η ουσία: μου είχε γράψει λοιπόν τότε ένας φιλόλογος, καλή του ώρα, ένα γράμμα και μου κοινωνούσε τη δική του μυστική ανάγνωση ότι «πιθανόν να χαμογελούσαν τα αγάλματα διότι προμάντευαν και γνώριζαν ότι θα νικούσαν οι άνθρωποι στα μηδικά»…

Χρόνια τώρα στις δύσκολες ώρες ανάβω κεράκι σε αυτήν τη σκέψη (και μακαρίζω τους παίδες που αυτός ο φιλόλογος δίδαξε και διδάσκει)…

Τι  θυμήθηκα….

Όταν προετοιμαζόμουν για να δώσω εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, παρακολουθούσα «Αρχαία Ελληνικά»  στο  φροντιστήριο του «Θεάκου», στην Πλατεία Κάνιγγος. Δυστυχώς, τώρα έχει μετατραπεί σε ταχυφαγείο.

Μια μέρα ο φιλόλογος  μας υπαγόρευσε από στήθους ένα απόσπασμα από τον «Γοργία».

Ύστερα, μας ρώτησε ποιοι θέλαμε να ανέβουμε το πρωί της Κυριακής στον Ιερό Βράχο. Σηκώσαμε όλοι τα χέρια, αλλά τελικά στο ραντεβού εμφανίστηκα μόνος,  καθότι η ώρα της συνάντησης ήταν στις 5 το πρωί! «Προτού ακόμα βγεί  ο ήλιος από τον Υμηττό».

Αισθάνθηκα άσχημα, αλλά όμως μου είπε, το έκανε και για τον εαυτό του! Ξεκινήσαμε ακριβώς. Δεν περίμενε ούτε λεπτό. Όποιος, αργεί σε τέτοια ραντεβού δεν θα έρθει ποτέ γιατί όπως λέει ο Ελύτης στο «Άξιον Εστί», «ο ήλιος, όπως το έχει συνήθειό του, στην ίδια πάντα ώρα χάραζε το φώς του…»

Ήταν Αύγουστος…

Όταν φτάσαμε στο Ερεχθείο,  μόλις είχε αρχίσει να φωτίζεται στην κορυφή, ο σκοτεινός όγκος του Υμηττού.

Ύστερα, οι πρώτες αχτίνες φίλησαν στο πρόσωπο τις Κόρες της Αθήνας, τις Καρυάτιδες.

Έκρηξη κάλλους, λουσμένη απ’ το μοναδικό αττικό φώς!

«Κοίτα πως χαμογελούν και λάμπουν», είπε!

«Είναι ο έρωτας  του αιωνίου ελληνικού φωτός,  με τη ζωή… Την  Αέναη…

Φώς, που δεν φυλακίζεται…

Ζωή, που δεν τελειώνει…»