Σε μια πρόσφατη απόφασή του το ΣτΕ έκρινε άδικη την εισαγωγή των αθλητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ως ειδική κατηγορία. Η απόφαση αυτή βασίστηκε στο ότι η εισαγωγή των αθλητών με αυτόν τον τρόπο δεν συνάδει με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. Ο ελληνικός λοιπόν αθλητισμός, ο οποίος τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε ύφεση, έχει να αντιμετωπίσει ένα ακόμη σημαντικό πλήγμα. Αν και υπήρξε έντονη αντίδραση από τους ίδιους τους αθλητές και μερικούς από τους φορείς, όπως η Ε.Ο.Ε., το θέμα δεν διευθετήθηκε πλήρως με μέρος της κοινής γνώμης να υπερασπίζεται την απόφαση. Γιατί όμως είναι τόσο σημαντικό να στηρίξουμε τη θέση των αθλητών και ποιοι κίνδυνοι ελλοχεύουν σε αντίθετη περίπτωση

γράφει ένας νεαρός Χαϊδαριώτης πρωταθλητής

Αρχικά, όσο αφορά το γεγονός της αναξιοκρατίας, κανένας αθλητής δεν εισήχθη ποτέ εις βάρος κάποιου μη αθλητή. Κάθε σχολή έχει ένα συγκεκριμένο αριθμό θέσεων αποκλειστικά για αθλητές και αυτοί διαγωνίζονται μεταξύ τους, ώστε να τις κερδίσουν αν και εφόσον τηρούνται και κάποια επιπλέον κριτήρια (90% της κανονικής βάσης εισαγωγής). Άρα οι θέσεις αυτές ποτέ δεν ήταν στην διάθεση των υπόλοιπων υποψηφίων των Πανελλήνιων ή κατατακτήριων εξετάσεων. Επιπλέον, η εισαγωγή ενός φοιτητή σε κάποιο Τ.Ε.Ι. ή Α.Ε.Ι. της χώρας δεν εξασφαλίζει την αποφοίτησή του από αυτό. Από τη στιγμή που αποκτά το πτυχίο του έχει αναγνωρισθεί από τη σχολή του ως πλήρως καταρτισμένος για την άσκηση του επαγγέλματός του, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο μπήκε στη σχολή αυτή, αναιρώντας έτσι το επιχείρημα “δεν χρειαζόμαστε αθλητές – επιστήμονες αλλά καλούς επιστήμονες”. Εξάλλου, παρόμοιο τρόπο εισαγωγής έχουν και τα άτομα των υπόλοιπων ειδικών ομάδων (ομογενείς, άτομα με ειδικές παθήσεις).

Το κομμάτι της ισότητας είναι και αυτό εξαιρετικά ασταθές. Ιδιαίτερα όταν αναφερόμαστε σε ένα σύστημα εισαγωγής όπως αυτό των Πανελλαδικών εξετάσεων, που διέπεται από κάθε άλλο παρά την ισότητα, αφού κάθε μαθητής αποκτά ¨προβάδισμα¨ ανάλογό με το οικονομικό υπόβαθρο της οικογένειάς του. Παραβλέπεται λοιπόν το γεγονός πως ένας μαθητής χωρίς την οικονομική δυνατότητα και με μόνη βοήθεια το δημόσιο σχολείο αλλά και την ατομική του προσπάθεια ανταγωνίζεται τους μαθητές-μηχανές  των ιδιωτικών σχολείων, οι οποίοι δεν ασχολούνται καν με τα υποχρεωτικά μαθήματα γενικής παιδείας, και που συμπληρώνουν το χρόνο τους με ατελείωτες ώρες ιδιαίτερων μαθημάτων από ακριβοπληρωμένους καθηγητές. Με ανάλογο τρόπο, οι αθλητές υψηλών επιδόσεων, δηλαδή αυτοί που κατακτούν πανελλήνιες και διεθνείς νίκες, στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν το μέλλον τους, αναγκάζονται να υπόκεινται σε βαρύτατη πίεση ώστε να συνδυάσουν τον πρωταθλητισμό με τις μαθητικές τους υποχρεώσεις. Ειδικά οι αθλητές που στελεχώνουν τις εθνικές ομάδες, έχουν συγκεκριμένες υποχρεωτικές προπονήσεις που τους επιβάλλονται από φορείς όπως η εκάστοτε Ομοσπονδία, οι σύλλογοί τους ή ακόμα και η WADA, και που χωρίς αυτές δεν θα μπορούν να ανταπεξέλθουν στις εθνικές και διεθνείς διοργανώσεις. Οι πολύωρες λοιπόν αυτές προπονήσεις καθώς και υπόλοιπες αγωνιστικές υποχρεώσεις (ταξίδια, αγώνες) δεν επιτρέπουν στους αθλητές να αφιερώσουν τον απαραίτητο κατά τα άλλα χρόνο που απαιτείται για το διάβασμά τους. Το πρόβλημα μάλιστα εντείνεται όταν ο αθλητής-εξεταζόμενος έχει ως στόχο μια σχολή με υψηλή ζήτηση και απαιτήσεις. Έτσι, η πριμοδότηση των αθλητών δεν υφίσταται ως  διευκόλυνση αλλά ως εξομάλυνση της ήδη υπάρχουσας διαφοράς μεταξύ των δύο κατηγοριών (αθλητές και μη). Θα ήταν ωφέλιμο σε αυτό το σημείο να θυμηθούμε το ρητό του φιλόσοφου Πλάτωνα σύμφωνα με το οποίο ¨δεν υπάρχει τίποτα πιο άνισο από την ίση αντιμετώπιση των άνισων¨.

Ωστόσο, στην πραγματικότητα είναι σημαντικότερο να γνωρίζουμε γιατί η εισαγωγή αθλητών στα ελληνικά πανεπιστήμια και Τ.Ε.Ι. έχει πρωτεύοντα ρόλο τόσο για το γενικό κοινωνικό σύνολο όσο και για τους ίδιους τους αθλητές. Ξεκινώντας με το γεγονός πως η συγκεκριμένη κίνηση του ΣτΕ πάει κόντρα στην κατεύθυνση που δίνουν οι ανεπτυγμένες χώρες, καθώς και η ίδια η Ε.Ε. που στηρίζει την ανώτατη εκπαίδευση των αθλητών με το πρόγραμμά της ¨διπλή σταδιοδρομία¨ (dual career) έχοντας ως στόχο την παράλληλη αθλητική και ακαδημαϊκή εξέλιξη τους. Επιπροσθέτως, καταδικάζεται ο ερασιτεχνικός αθλητισμός στην Ελλάδα, εκμηδενίζοντας τα κίνητρα των νέων να ασχοληθούν με αυτόν και άρα να κερδίζουν ό,τι θετικό έχει αυτός να προσφέρει. Δεν είναι λοιπόν παρά ο ίδιος ο πολιτισμός και η κοινωνία που πλήττονται από την εν λόγω απόφαση. Αξίες όπως το ευ αγωνίζεσθαι, το ομαδικό πνεύμα, ο σεβασμός προς τους άλλους και πνευματικά πλεονεκτήματα όπως η κριτική ικανότητα, η αυτοπεποίθηση και η προσωπική πειθαρχία τα οποία εκπορεύονται και μεταδίδονται μέσα από τον υγιή αθλητισμό θα εκλείψουν από την επόμενη γενιά μιας και θα αναγκαστούν, στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν το μέλλον τους, στην απομάκρυνση από το χώρο του αθλητισμού.

Τέλος, ήρθε η στιγμή να ασχοληθούμε με την αξία της συγκεκριμένης πριμοδότησης για τον ίδιο τον αθλητή. Στη σημερινή εποχή της κρίσης, η στήριξη που δέχεται από την πολιτεία ο κάθε αθλητής είναι περιορισμένη και σε κάποιες περιπτώσεις, αν όχι στις περισσότερες, μηδαμινή. Οι Έλληνες πρωταθλητές παλεύουν κόντρα στις δύσκολες αυτές καταστάσεις και με τεράστιες προσωπικές θυσίες. Η έλλειψη χρηματοδότησης από το κράτος δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την θέση τους απέναντι στους ¨πάνοπλους¨ συναθλητές τους από τις άλλες χώρες. Οι πανελλαδικές εξετάσεις μάλιστα έρχονται σε μια βασική για αυτούς χρονιά η οποία ενώ  θα έπρεπε να είναι από τις πιο παραγωγικές αθλητικά τους αναγκάζει το σύστημα να αποστασιοποιηθούν, άλλους λιγότερο και άλλους περισσότερο, από τις υποχρεώσεις τους. Και όταν μάλιστα λόγω του γεγονότος αυτού μειωθεί η επίδοσή τους, η κοινή γνώμη με ευκολία τους κατακρίνει αγνοώντας την κατάστασή τους. Το κίνητρο της πριμοδότησης δεν θα πρέπει να χαθεί διότι μαζί του θα χαθεί και το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού ερασιτεχνικού αθλητισμού από τις επερχόμενες γενιές.

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω πως για την θεμελίωση του δικαιώματος αυτού των αθλητών είναι απαραίτητη ανάγκη η κοινή προσπάθεια όλων μας. Έτσι η κοινή γνώμη, οι ίδιοι οι αθλητές καθώς και το σύνολο των υπεύθυνων φορέων, δηλαδή των ομοσπονδιών, της Ε.Ο.Ε., του υπουργείου Παιδείας και η ΓΓΑ οφείλουν να λειτουργήσουν όλοι μαζί για την επίτευξη του στόχου αυτού. Και αν κάποιος θεωρεί πως δεν τον αφορά κάτι τέτοιο πρέπει να έχει στο μυαλό του πως αφήνοντας την ειδική κατηγορία των αθλητών να καταργηθεί είναι πιθανό ή και αναμενόμενο να ακολουθήσει η αμφισβήτηση και των υπόλοιπων ειδικών κατηγοριών με καταστροφικά για τη δημόσια παιδεία αποτελέσματα.