Η ιδέα γεννήθηκε πριν λίγες εβδομάδες στη Νάπολη της Ιταλίας, όταν η φτώχεια που έφερε η κρίση του κορωνοϊού άρχισε να σαρώνει κυρίως τις πιο φτωχές επαρχίες: Ένα καλάθι που προέτρεπε τους περαστικούς αν τους περισσεύουν τρόφιμα να τα αφήσουν ώστε να τα πάρει κάποιος που τα έχει ανάγκη. «Chi puo metta, chi non puo prenda» (= αυτός που μπορεί, βάζει. Αυτός που δεν μπορεί παίρνει), το μήνυμα της δράσης.

Η πρωτοβουλία διαδόθηκε αστραπιαία μέσω των social media. Διέσχισε την Αδριατική, έφτασε στην Αθήνα, ρίζωσε στο Χαϊδάρι: Από την προηγούμενη Πέμπτη στις λαϊκές αγορές της περιοχής έχει κάνει την εμφάνισή του ένα χάρτινο κουτί (σε μία πιο… πρακτική εκδοχή του καλαθιού) που προτρέπει τους καταναλωτές: «Όποιος μπορεί, αφήνει. Όποιος δεν μπορεί, παίρνει».

Εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε κανείς να σπεύσει να χαρακτηρίσει το εγχείρημα καταδικασμένο, επικαλούμενος διάφορα κλισέ περί της ιδιοτέλειας της ανθρώπινης φύσης. Όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει: Όπως διαβεβαιώνει μιλώντας στο topontiki.gr ο Κωνσταντίνος Μαμουνάς, μέλος της πρωτοβουλίας «Μένουμε Ενεργοί» και κάτοικος της περιοχής, το καλάθι ήδη έχει γεμίσει αρκετές φορές, ενώ προϊόντα που συγκεντρώνει έχουν ήδη βοηθήσει συμπολίτες μας που τα έχουν ανάγκη.

«Η δράση μας ξεκίνησε την Πέμπτη 9 Απριλίου στη λαϊκή αγορά του Δάσους Χαϊδαρίου με πρωτοβουλία τριών – τεσσάρων ανθρώπων που ξυπνήσαμε το πρωί και είπαμε, ”πάμε να το κάνουμε”», μας λέει ο Κωνσταντίνος. «Γρήγορα αγκαλιάστηκε από τους καταναλωτές αλλά και από τους παραγωγούς και εμπόρους της αγοράς, οι οποίοι όταν έκλεισαν τους πάγκους τους ήρθαν και μας έφεραν τρόφιμα. Επειδή πήγε καλά, συνεχίσαμε και το Σάββατο στην λαϊκή του Χαϊδαρίου –την οποίαν στη συνέχεια ο δήμαρχος έκλεισε», προσθέτει.

«Αυτοοργάνωση, όχι φιλανθρωπία»

Τι διαφορά έχει το «κουτί της αλληλεγγύης» από τις συνήθεις εκστρατείες συλλογής ειδών πρώτης ανάγκης; Ο Κωνσταντίνος εξηγεί ότι πρόκειται για μια διαφορετική αντίληψη που εστιάζει στην αυτοοργάνωση και όχι στη φιλανθρωπία. «Η λογική δεν είναι να μαζεύουμε τρόφιμα και στη συνέχεια να τα μοιράζουμε, όπως συνηθίζεται. Η λογική είναι να υπάρχουν αυτά τα κουτιά στη λαϊκή, στη συνέχεια και στα σούπερ μάρκετ, όπου ο κόσμος θα μπορεί να αφήνει πράγματα και κάποιος που θα έχει πραγματικά ανάγκη να παίρνει μέσα από αυτό το κουτί ό,τι χρειάζεται. Θέλουμε να υπάρχει αυτοοργάνωση του κόσμου και μέσω του κουτιού να ξέρει ότι υπάρχει ένα σημείο αναφοράς. Προφανώς, έχουμε έρθει ήδη σε επαφές με οικογένειες οι οποίες εμπιστευτικά ήρθαν και μας είπαν ότι χρειάζονται στήριξη, οπότε ό,τι μένει θα το πηγαίνουμε εκεί ή σε κάποιο συσσίτιο της κοινωνικής κουζίνας «ο Άλλος Άνθρωπος» και, αν τα καταφέρουμε, και σε καταυλισμούς προσφύγων».

Όσο για το τι πυροδότησε την ενέργεια αυτή, ο Κωνσταντίνος λέει: «Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που ήδη από την περίοδο της προηγούμενης κρίσης ζούνε στην ανέχεια, χωρίς να έχει βελτιωθεί η οικονομική τους κατάσταση. Σκεφτήκαμε λοιπόν πως με κάποιες τέτοιες δράσεις υπάρχει δυνατότητα να δημιουργηθούν δομές αλληλεγγύης. Με το να μπορεί κάποιος να προσφέρει και κάποιος να παίρνει, δηλαδή, να οργανωθεί σιγά σιγά ο κόσμος ενάντια στο βασικό που είναι η πείνα και τα υπόλοιπα ζητήματα που προκύπτουν.

»Ένα επιπλέον στοιχείο είναι η λογική που έχει αυτή η ενέργεια, γιατί συσσίτια γίνονται στο Χαϊδάρι και από τον Δήμο και φιλανθρωπικές οργανώσεις. Οι άνθρωποι βλέπουν όμως ότι η πρωτοβουλία ”Μένουμε Ενεργοί” βάζει το στοιχείο της ταξικής αλληλεγγύης και μιλάει για τον αγώνα και την οργάνωση. Εμείς δεν πιστεύουμε ότι θα σώσουμε τον κόσμο από την πείνα έτσι. Είναι απλώς ένας τρόπος να βοηθήσουμε στην οργάνωση, να καταλάβουν οι άνθρωποι ότι πρέπει να παλέψουν για το φαΐ τους.»

Η ανάγκη υπερνικά τη ντροπή

Στην πράξη λειτουργεί όπως στη θεωρία το κουτί της αλληλεγγύης; «Στην λαϊκή στο Δάσος εγώ το άφησα και έφυγα», μας λέει. «Πήγαμε πιο μακριά και παρακινούσαμε ανθρώπους να αφήσουν τρόφιμα. Υπάρχει ένα αίσθημα ντροπής σε πολλούς, ωστόσο άλλοι ακόμα και όταν ήμασταν εκεί έρχονταν και έπαιρναν γιατί το είχαν πραγματικά ανάγκη. Στο Χαϊδάρι, πολλοί άνθρωποι ήρθαν στο τέλος της λαϊκής, οπότε και συνηθίζεται να ζητούν από τους πωλητές αν μπορούν να τους δώσουν κάποια προϊόντα».

Με την ανάγκη να υπερνικάει τη ντροπή, ο Κωνσταντίνος μας διηγείται την πιο έντονη στιγμή που έζησε μία από αυτές τις μέρες στη λαϊκή αγορά:

«Ήταν δύο γιαγιάδες οι οποίες κυκλοφορούσαν με τα καροτσάκια τους. Από την εμφάνισή τους δεν φαινόταν η φτώχεια στην οποία ζουν. Περίμεναν στη γωνία να έρθουν να μας μιλήσουν, να πάρουν κάτι γιατί δεν είχαν να φάνε. Ζούσαν χωρίς σύνταξη, μόνο με κάποιο επίδομα. Είχαν έρθει στη λαϊκή να ζητήσουν από τους παραγωγούς αν μπορούσαν να τους διαθέσουν κάποια προϊόντα δωρεάν».

Πηγή: topontiki.gr