Το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων (1943), αντίποινα ή προσχεδιασμένο έγκλημα;

Χαϊδάρι Σήμερα Το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων (1943), αντίποινα ή προσχεδιασμένο έγκλημα;

Αντίποινα (για την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων) ή προσχεδιασμένο έγκλημα;
(Αντίλογος στα γραφόμενα για το ζήτημα αυτό στο καινούργιο βιβλίο τού κ. Β. Λάζαρη, «Η Αχαΐα στην Κατοχή 1941-1944»).
Πάτρα, 28 Νοεμβρίου 2014

Του  Σπύρου Α. Θεοδωρόπουλου

Το 4ο κεφάλαιο του ως άνω βιβλίου, (σελ. 221-250), είναι αφιερωμένο στο «Καλαβρυτινό Ολοκαύτωμα».
Αποφαίνεται εκεί ως ιστορικός (της Αχαΐας) ο κ. Λάζαρης ότι το Ολοκαύτωμα αυτό, (8-13.12.1943), δεν ήταν αντίποινα για την εκτέλεση -από τους αντάρτες τού ΕΛΑΣ- των Γερμανών αιχμαλώτων τής μάχης τής Κερπινής, (16/17.10.1943), αλλά προσχεδιασμένο έγκλημα που αποσκοπούσε στην εξάλειψη της μόνιμης απειλής που αντιπροσώπευε για τη Βέρμαχτ το ισχυρό και -ακριβώς γι’ αυτό- ιδιαίτερα επικίνδυνο «επαναστατικό κομμουνιστικό κέντρο» τών Καλαβρύτων. (Δες «Η Αχαΐα στην Κατοχή 1941-1944», [στο εξής ΗΑΣΚ], σελ. 222, 227, 249).
Φτάνει, μάλιστα, ο συγγραφέας στο σημείο να υποστηρίξει ότι τα περί αντιποίνων είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, «εκ των υστέρων [μετά, δηλαδή, από τη σφαγή / καταστροφή] ισχυρισμός» τής γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης, και «μια συνειδητά ψεύτικη δικαιολογία», την οποία «έσπευσε να υιοθετήσει η αγγλική προπαγάνδα, αλλά και η ολότητα σχεδόν του ελληνικού πολιτικού αστικού κόσμου» [!!] (Δες ΗΑΣΚ σελ. 221, 246).

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ούτε περί «ισχυρισμού» -και μάλιστα «εκ των υστέρων»- πρόκειται, ούτε περί «συνειδητά ψεύτικης δικαιολογίας». Πρόκειται, καθαρά και ξάστερα, περί αντιποίνων. Ακραίων, βαρβάρων, κτηνωδών, απανθρώπων, φρικωδών αντιποίνων. Αλλά σαφώς αντιποίνων.
Στο ίδιο συμπέρασμα φαίνεται να καταλήγουν, στο σύνολό τους, και οι σύγχρονοι πιστοί υπηρέτες τής Κλειούς. Της Κλειούς και μόνον, εννοείται…
Εξηγούμαι:

1.- Η από 25.11.1943 βασική διαταγή τού υποστρατήγου Λε Σουίρ, διοικητή τής 117 Μεραρχίας Κυνηγών [Καταδρομών], για την «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’», (απόσπασμα της οποίας δημοσιεύεται και στο βιβλίο τού κ. Λάζαρη, σελ. 228-229), ορίζει ξεκάθαρα ως στόχους τής Επιχείρησης αυτής, αφενός μεν την εξουδετέρωση τών ανταρτών και του αντιστασιακού κινήματος μέσα στην περιφέρεια Πάτρα-Μαζέικα (Κλειτορία)-Καλάβρυτα-Τρυπιά (Ελαιώνας) Αιγίου, αφετέρου δε την «αναζήτηση και [τα] αντίποινα για την εξαφάνιση του 5ου [Λόχου] του 749 Συντάγματος Καταδρομών στις 18.10.1943, στην περιοχή Ρωγών». (Δες Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», έκδ. Εστίας, Αθήνα 2003, σελ. 707-709).

2.- Η από 1.12.1943 διαταγή τού 749 γερμανικού Συντάγματος Κυνηγών [Καταδρομών] για την ίδια «Επιχείρηση», (η οποία ουσιαστικά δεν είναι παρά ανάλυση και εξειδίκευση της ως άνω διαταγής τού μεράρχου Λε Σουίρ), ορίζει ως έναν από τους στόχους τής Επιχείρησης αυτής την «αναζήτηση των μελών τού 5/749 Λόχου Κυνηγών που αιχμαλωτίσθηκαν στις 18.10.43 κοντά στους Ρογούς, με ετοιμότητα επιβολής αντίστοιχων αντιποίνων». Αντιποίνων, δηλαδή, (όπως το διαβάζω ελόγου μου), σχετιζομένων με την αιχμαλωσία τών συγκεκριμένων Γερμανών στρατιωτών, και αναλόγων με την τύχη που τους έχει επιφυλαχθεί. (Δες «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’», έκδοση της Δ/νσης Ιστορίας Στρατού τού [ελληνικού] Γ.Ε.Σ., Αθήνα 2012, σελ. 91, καθώς και Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, ό.π., σελ. 319).

3.- Η από 8.12.1943 διαταγή (σήμα) του Λε Σουίρ, ορίζει:
«Ως άμεσο αντίποινο [για την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων], διατάσσεται η εκτέλεση του ανδρικού πληθυσμού και η πυρπόληση των χωριών». (Δες Χ. Φ. Μάγερ, ό.π., σελ. 365). Σημειώνω ότι η εκτέλεση των εβδομήντα τόσων Γερμανών αιχμαλώτων στου Μαγέρου, (μια άγρια μα και πανέμορφη τοποθεσία κοντά στο Μάζι [Ελατόφυτο] Καλαβρύτων), έχει πραγματοποιηθεί στις 7.12.1943 και έχει γίνει γνωστή στον Λε Σουίρ το πρωί τής επομένης, 8.12.1943.
Επειδή ο κ. Λάζαρης ουσιαστικά αμφισβητεί την ύπαρξη της διαταγής αυτής, (δες ΗΑΣΚ σελ. 237), θα δώσω δυο ακόμα στοιχεία που νομίζω ότι συνηγορούν υπέρ τού αντιθέτου.
Στην από 18.12.1943 «Έκθεση Πεπραγμένων» τής μεραρχίας του για το διάστημα 1-15.12.1943, ο ίδιος ο υποστράτηγος Λε Σουίρ σημειώνει για την 8.12.1943: «…Το Απόσπασμα Γκνας [….] καταλαμβάνει με έφοδο το Μάζι [.…], για να απελευθερώσει τους 78 Γερμανούς αιχμαλώτους. Με εξαίρεση ορισμένους φυγάδες [διαφυγόντες], οι αιχμάλωτοι εκτελέσθηκαν στις 7.12.[1943] στα υψώματα ΒΑ του Μαζίου. Ως άμεσα αντίποινα διατάχθηκαν η διά τυφεκισμού εκτέλεση του ανδρικού πληθυσμού και η πυρπόληση των οικισμών…..». (Δες «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’», ό.π., σελ. 125).
Εξ άλλου, 56 χρόνια από τότε, (1999), απλοί Γερμανοί στρατιώτες που είχαν λάβει μέρος στη δυσώνυμη εκείνη «Επιχείρηση» ως ασυρματιστές, σε επιστολές τους προς τον (μακαρίτη πια) Μάγερ και, βεβαίως, όχι -αυτοί τουλάχιστον- στα πλαίσια εξυπηρέτησης «υπερασπιστικών αναγκών τους», επιβεβαιώνουν απολύτως τη φρικτή εκείνη διαταγή. (Δες Χ. Φ. Μάγερ, ό.π., σελ. 366).

4.- Νέα διαταγή τού Λε Σουίρ, με ημερομηνία 10.12.1943, μεταξύ άλλων, ορίζει: «Ως αντίποινα για τα δολοφονηθέντα μέλη τών 1/749 και 5/749 Λόχων Κυνηγών, πρέπει να ισοπεδωθούν οι περιοχές Μαζέικα και Καλάβρυτα». (Δες «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’», ό.π., σελ. 102).

5.- Στην «Ημερήσια αναφορά Αρχιστρατήγου ΝΑ Ευρώπης» της 10.12.1943, αναγράφεται: «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’ συνεχίζεται χωρίς επαφή με τον εχθρό [….]. Σύμφωνα με τη μαρτυρία δύο στρατιωτών που κατάφεραν να διαφύγουν, 78 Γερμανοί στρατιώτες τού απαχθέντος την 18.10 5/749 Λόχου Κυνηγών, φονεύθηκαν από συμμορίτες στην οροσειρά ΝΑ των Καλαβρύτων. Μέτρα αντιποίνων σε εκτέλεση».

Για αντίποινα στα πλαίσια της «Επιχείρησης ‘Καλάβρυτα’», γίνεται λόγος και στην «Ημερήσια αναφορά Αρχιστρατήγου ΝΑ Ευρώπης» και των επομένων τριών ημερών, (11, 12 και 13.12.1943).

Τέλος, στην «Ημερήσια αναφορά Αρχιστρατήγου ΝΑ Ευρώπης» της 14.12.1943, την επομένη δηλαδή της συμφοράς, αναγράφεται: «Κοντά στα Καλάβρυτα ανευρέθηκαν 70 πτώματα των μελών τού 5/749 [Λόχου Κυνηγών] που δολοφονήθηκαν. Πυρπολήθηκαν 3 τοποθεσίες στο πλαίσιο αντιποίνων. Τα Καλάβρυτα έχουν καταστραφεί ολοσχερώς. 511 άνδρες κάτοικοι εκτελέσθηκαν διά τυφεκισμού». (Δες «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’», ό.π., σελ. 148-149).

Κατόπιν όλων αυτών, (και πολλών ακόμα ιστορικών στοιχείων που δεν γίνεται, βέβαια, να χωρέσουν σ’ ένα κείμενο σαν αυτό εδώ), πώς είναι δυνατόν ένας ιστορικός να υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται στην πραγματικότητα περί αντιποίνων, αλλά περί «εκ των υστέρων ισχυρισμού» τής γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης, (σύμφωνα με τον οποίον επρόκειτο περί αντιποίνων), και περί «συνειδητά ψεύτικης δικαιολογίας», που λέει ο κ. Λάζαρης; Πώς είναι λογικά δυνατόν να μιλάμε για «εκ των υστέρων ισχυρισμό», όταν τόσες συγκεκριμένες διαταγές / αναφορές που έχουν προηγηθεί της Μεγάλης Σφαγής, αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο;

Κατά τον συγκεκριμένο συγγραφέα, το γεγονός ότι η αρχική διαταγή τού μεράρχου Λε Σουίρ για την «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’», (η οποία απέβη -τελικά- καταστροφική), εκδόθηκε, όπως είδαμε, στις 25.11.1943, (δηλαδή «δώδεκα ημέρες πριν από την εκτέλεση των γερμανών αιχμαλώτων από τους ελασίτες», όπως επισημαίνει και ο κ. Λάζαρης), δείχνει ότι ο πραγματικός λόγος για το φρικώδες Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, δεν ήταν η εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων. (Δες ΗΑΣΚ, σελ. 231). Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’» δεν συνδέεται μόνο με την εκτέλεση των εβδομήντα τόσων Γερμανών αιχμαλώτων στου Μαγέρου, (7.12.1943), στην οποία προφανώς αναφέρεται εν προκειμένω ο εν λόγω ιστορικός. Έχει προηγηθεί, (18.10.1943 ή ελάχιστες μέρες αργότερα), και έχει γίνει πολύ σύντομα γνωστή στη γερμανική στρατιωτική διοίκηση, η εκτέλεση των τριών Γερμανών αιχμαλώτων, τραυματιών τής προαναφερθείσης μοιραίας μάχης τής Κερπινής, (16/17.10.1943), που νοσηλεύονταν στα Καλάβρυτα. Η εκτέλεση αυτή, η οποία έγινε με κατ’ εξοχήν βάρβαρο και απάνθρωπο τρόπο, (εν συνδυασμώ, βεβαίως, με την εκτέλεση στου Μαγέρου), ήταν καθοριστικής σημασίας για την τύχη τής πόλης, διότι έκαμε τους (έτσι κι αλλιώς αδίστακτους και κτηνώδεις) γερμαναράδες να λυσσάξουν κυριολεκτικά απ’ το κακό τους και να διψούν για άγρια εκδίκηση.
Γράφει γι’ αυτούς ο κ. Λάζαρης: «Τρεις γερμανοί τραυματίες, εξάλλου, που είχαν επίσης αιχμαλωτισθεί στην ίδια μάχη και είχαν νοσηλευθεί στο νοσοκομείο των Καλαβρύτων, παραδόθηκαν σε μια ομάδα ελασιτών και εκτελέσθηκαν έξω από την πόλη, στην περιοχή των μεταλλείων».
Η διατύπωση αυτή, δεν αποδίδει, κατά τη γνώμη μου, με πληρότητα αυτό που πράγματι έγινε. Δεν «είχαν νοσηλευθεί» οι τρεις αυτοί Γερμανοί στρατιώτες• νοσηλεύονταν ακόμα στο νοσοκομείο, όντας τραυματισμένοι σοβαρά. Και τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει εκείνο το αόριστο «παραδόθηκαν» που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας; Οι πηγές λένε ότι το ιατρικό προσωπικό που είχε (για ευνόητους λόγους) περιποιηθεί «εξαιρετικά» τους τρεις Γερμανούς τραυματίες, αντέδρασε εντονότατα στην απόφαση των ΕΛΑΣιτών να τους πάρουν [τους τρεις Γερμανούς] μαζί τους (αποχωρώντας από τα Καλάβρυτα), και επέμειναν να παραμείνουν οι τελευταίοι στο νοσοκομείο για αποθεραπεία. Σύμφωνα, μάλιστα, με τη μαρτυρία μιας γυναίκας την οποία το Ολοκαύτωμα σημάδεψε πολύ βαθιά, τής ακατάβλητης Καλαβρυτινής κ. Γιώτας Κωνσταντοπούλου, ο γιατρός τού νοσοκομείου Π. Χάμψας ήρθε στα χέρια με τον αντάρτη (και επίσης γιατρό) Παυλόπουλο, ο οποίος επέμενε (και τελικά κατάφερε) να πάρει τους τρεις Γερμανούς τραυματίες μαζί του. (Δες Μ. Φιλοσόφου, «Κατοχή και Αντίσταση στην Αχαΐα», Διδ. Διατριβή, Πάτρα 2009, σελ. 515).
Επειδή ακριβώς έβλεπαν τι ολέθριο σφάλμα πήγαινε να γίνει, και τι συνέπειες θα μπορούσε το σφάλμα αυτό να έχει για την πόλη, αντέδρασαν επίσης έντονα ο Πρόεδρος της Κοινότητας Χ. Παπανδρέου, ο Γυμνασιάρχης, ο Επιθεωρητής Παπαβασιλείου, ο καπετάνιος τού ΕΛΑΣ «Κολοκοτρώνης» και άλλοι επίσημοι Καλαβρυτινοί. Δυστυχώς δεν τους πέρασε. «Οι νεαροί Γερμανοί, που ένιωσαν ότι το τέλος τους πλησίαζε, ‘έβαλαν τα κλάματα όταν οι νοσοκόμες τούς σήκωσαν [νύχτα] από τα κρεβάτια τους’ παραδίδοντάς τους σε εκείνους που ήθελαν να εκδικηθούν το θάνατο του γυμνασιόπαιδα [Κων/νου Παυλόπουλου]».
Την επομένη τής απαγωγής τους αυτής από το νοσοκομείο, οι τρεις τραυματισμένοι αιχμάλωτοι βρέθηκαν νεκροί μέσα σε έναν λάκκο, (κατ’ άλλους πηγάδι), στα λιγνιτωρυχεία τής περιοχής Ξυδιά, σε μικρή απόσταση από τα Καλάβρυτα, εκτελεσμένοι από τους συνοδούς τους ΕΑΜοΕΛΑΣίτες. Τα σώματά τους ήταν ‘φρικωδώς’ κακοποιημένα. (Δες Χ. Φ. Μάγερ, ό.π., σελ. 275-276. «Οι Καλαβρυτινοί δεν αντελήφθησαν όμως τη στιγμή εκείνη ότι μια μέρα θα αναγκάζονταν να λογοδοτήσουν για τη δολοφονία τών τριών Γερμανών», σημειώνει με περίσκεψη ο Χ. Φ. Μάγερ. Δες, επίσης, την από 30.12.1943 σπουδαία [πλην, περιέργως, σχεδόν εξαφανισμένη σήμερα από προσώπου γης] Έκθεση του ως άνω Επιθεωρητού Θ. Παπαβασιλείου, στο Α. Λενής, «Το Δράμα τών Καλαβρύτων», έκδ. της Ι.Μ. Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, Αίγιο 2013, σελ. 33, 34, 39).
Αξίζει, νομίζω, να σημειωθεί ότι στο «Ιστορικό Αρχείο Κανελλόπουλου», υπάρχει φωτογραφία στη λεζάντα τής οποίας σημειώνεται: «Τα πτώματα των δολοφονηθέντων τριών Γερμανών αιχμαλώτων από την ΟΠΛΑ Καλαβρύτων στη θέση Ξυδιά (Οκτώβριος 1943). Φωτογραφία από το αρχείο τού Σμηνάρχου Μίχου». Αν αυτό, (δηλαδή ότι εκτελέσθηκαν από την ΟΠΛΑ), αληθεύει ή όχι, δεν είναι, απ’ ό,τι ξέρω, εξακριβωμένο.

Στις 25.11.1943 που υπογράφεται η παραπάνω αρχική / βασική διαταγή τού Λε Σουίρ για την «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’» και, βεβαίως, την 1.12.1943 που υπογράφεται η τελική εφαρμοστική διαταγή τού 749 γερμανικού Συντάγματος Κυνηγών [Καταδρομών] για την ίδια «Επιχείρηση», η γερμανική στρατιωτική διοίκηση ξέρει, (δες Μ. Φιλοσόφου, ό.π. σελ. 514), ότι οι τρεις τραυματισμένοι Γερμανοί αιχμάλωτοι έχουν ήδη εκτελεσθεί (και μάλιστα -ας το επαναλάβω- με κατ’ εξοχήν βάρβαρο και απάνθρωπο τρόπο), και έχει αποφασίσει ότι οι διαπραγματεύσεις, (εβδομάδων ήδη), για την απελευθέρωση των υπολοίπων εβδομήντα τόσων Γερμανών αιχμαλώτων δεν είναι δυνατόν να συνεχισθούν. Οι υπεύθυνοι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, απαιτούν πλέον απελευθέρωση 50 Ελλήνων κρατουμένων για κάθε Γερμανό αιχμάλωτο, απελευθέρωση συγκεκριμένων Ελλήνων κρατουμένων που βρίσκονται ακόμα και στη Γερμανία, «πιθανώς και εκείνη του προέδρου (sic) του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδη» και άλλα ακόμα, ελάχιστα ή και ουδόλως ρεαλιστικά, σε μια, μάλιστα, στιγμή που οι ασυνήθιστα ‘στρυμωγμένοι’ και εξαγριωμένοι Γερμανοί απειλούν ανοιχτά να μην αφήσουν τίποτα όρθιο σε όλη την περιοχή και κανέναν ζωντανόν, αν πάθουν κάτι και οι (υπόλοιποι) αιχμάλωτοι. Η εξέλιξη οδηγούσε, με μαθηματική ακρίβεια, στις πύλες της κολάσεως.
Έτσι, ο Λε Σουίρ αποφάσισε να αναζητηθούν οι αιχμάλωτοι, και να γίνει προσπάθεια να απελευθερωθούν δια της βίας τών όπλων. (Δες Χ. Φ. Μάγερ, ό.π., σελ. 290-294). Αποτέλεσμα της απόφασης αυτής, είναι η ως άνω διαταγή του της 25.11.1943 για την «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’», καθώς και η από 1.12.1943 (εφαρμοστική τής διαταγής του αυτής) τελική διαταγή τού 749 γερμανικού Συντάγματος Κυνηγών [Καταδρομών] για την ίδια «Επιχείρηση».
Υπογραμμίζω ότι η τελευταία αυτή διαταγή, δεν προβλέπει ούτε πυρπολήσεις / ισοπεδώσεις τών οικισμών μιας ολόκληρης περιοχής, ούτε εκτελέσεις τού ανδρικού πληθυσμού τους γενικώς. Προβλέπει, ας το επαναλάβω, την «αναζήτηση των μελών τού 5/749 Λόχου Κυνηγών που αιχμαλωτίσθηκαν στις 18.10.43 κοντά στους Ρογούς, με ετοιμότητα επιβολής αντίστοιχων αντιποίνων». Αντιποίνων, δηλαδή, σχετιζομένων με την αιχμαλωσία τών συγκεκριμένων Γερμανών στρατιωτών, και αναλόγων με την τύχη που τους έχει επιφυλαχθεί.

Επομένως, η Μεγάλη Σφαγή δεν είχε προαποφασισθεί. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, είναι, νομίζω, απολύτως σαφές ότι εκείνο που εξέτρεψε την «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’» και οδήγησε, τελικά, στο αποτρόπαιο ανοσιούργημα του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος, ήταν η ασύνετη και αλόγιστη εκτέλεση των εβδομήντα τόσων Γερμανών αιχμαλώτων στου Μαγέρου Μαζίου, (‘Γερμανογκρέμι’), η οποία ήρθε ως συνέχεια της σαδιστικής εκτέλεσης των τριών τραυματισμένων Γερμανών αιχμαλώτων κοντά στα Καλάβρυτα, πενήντα περίπου μέρες νωρίτερα.
Διαβάζουμε για την σφαγή στου Μαγέρου (7.12.1943): «Γερμανοί [στρατιώτες] και Έλληνες [πολίτες] αντίκρισαν ένα φρικτό θέαμα: στη σχεδόν κατακόρυφη πλευρά τής χαράδρας, που ήταν σκεπασμένη με δέντρα και βάτα, κρέμονταν τα πτώματα [των εκτελεσμένων Γερμανών στρατιωτών]. Πολύ λίγα πτώματα είχαν όντως κατρακυλήσει μέχρι την κοιλάδα. ‘Φορούσαν μόνο κουρέλια και, εν μέρει λόγω της πτώσης στην απόκρημνη πλαγιά βάθους 100 μ., ήταν ακρωτηριασμένα σε μεγάλο βαθμό’». Και παρακάτω: «Απερίγραπτη ήταν η οργή τών Γερμανών [στρατιωτών] στη θέα τών νεκρών συντρόφων τους που κρέμονταν σαν σκιάχτρα στα δέντρα, τσακισμένοι, φορώντας κουρέλια και μερικοί δεμένοι ακόμα μεταξύ τους». (Δες Χ. Φ. Μάγερ, ό.π., σελ. 400-401).

Στη σελίδα 227 του βιβλίου του, ο κ. Λάζαρης παραθέτει απόσπασμα ενός ‘απόρρητου εγγράφου’ που έστειλε ‘ο μέραρχος Λε Σουίρ’ στο 68ο γερμανικό Σώμα Στρατού «στις 25 του Οκτώβρη [1943] … την ημέρα δηλαδή, που σταμάτησαν οι εν λόγω διαπραγματεύσεις» [μεταξύ ανταρτών και Γερμανών για το ζήτημα των Γερμανών αιχμαλώτων] ). Κατά τον συγγραφέα, το ‘έγγραφο’ αυτό «φανέρωνε την παρμένη πια [τότε] απόφαση της καλαβρυτινής επιχείρησης…».
Το απόσπασμα έχει ως εξής: «Αντίποινα δεν διετάχθησαν ακόμη από την [117η] μεραρχία, γιατί οι κάτοικοι αυτού του χωριού, [δηλαδή των Καλαβρύτων], μάλλον δεν διατηρούν σχέσεις με τις συμμορίες. Με την απόρρητη διαταγή Ρ. Ic, αρ. 719/43 από 22.10.1943 έγινε πρόταση προς το Γενικό Επιτελείο να πραγματοποιηθούν σχετικά αντίποινα με την χρησιμοποίηση της αεροπορίας για την ρίψη εμπρηστικών [;] βομβών. Προς το παρόν η μεραρχία δεν διαθέτει αρκετές δυνάμεις, τουλάχιστον δύο ενισχυμένα τάγματα πεζών, για μια μεγαλύτερη επιχείρηση στην περιοχή των Καλαβρύτων και δυτικά».
Κατά τον κ. Λάζαρη, το ‘έγγραφο’ αυτό ανατρέπει την άποψη ότι το Καλαβρυτινό Ολοκαύτωμα οφειλόταν στη ‘θανάτωση’ από τους ΕΛΑΣίτες τών Γερμανών αιχμαλώτων, και επιβεβαιώνει τη θέση (του) ότι [το Ολοκαύτωμα] ήταν «συνέπεια εφαρμογής συγκεκριμένης απόφασης του γερμανικού στρατού να εξαλείψει οριστικά την εναντίον του συνεχή απειλή […..], αφανίζοντας το καλαβρυτινό κομμουνιστικό επαναστατικό κέντρο». Διότι αποδεικνύει, υποστηρίζει ο συγγραφέας, ότι από τις 22.10.1943, πριν δηλαδή εκτελεσθούν οι Γερμανοί αιχμάλωτοι, (Μαγέρου, 7.12.1943), έχει προταθεί η καταστροφή τών Καλαβρύτων με εμπρηστικές βόμβες. (Δες ΗΑΣΚ, σελ. 227).
Αν και εδώ δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοπαρατηρήσει, ας σημειώσω:
α) Το ‘απόρρητο έγγραφο’ (αναφορά) δεν πρέπει να το έστειλε ο Λε Σουίρ, (έλειπε με άδεια), αλλά ο αναπληρωτής του ο Μπούρκβεν. (Στο τέλος τής αναφοράς αυτής, κάτω από τη «δυσανάγνωστη» υπογραφή, αναγράφεται: «Συνταγματάρχης και Αναπληρωτής Διοικητής τής Μεραρχίας»).
β) Οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν σταμάτησαν «στις 25 του Οκτώβρη», αλλά έναν μήνα αργότερα, οπότε (25.11.1943) εκδόθηκε, όπως έχω ήδη εξηγήσει, και η βασική διαταγή τού (επανελθόντος στη θέση του) Λε Σουίρ για την «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’». Στις 22.10.1943, πέντε, δηλαδή, μέρες μετά την αιχμαλωσία τού ‘Λόχου Σόμπερ’ στην Κερπινή (17.10.1943), ο Μπούρκβεν είχε προτείνει στον διοικητή τού 68ου Σώματος Στρατού Πτέραρχο Φέλμυ, «να εφαρμοσθούν ανάλογα αντίποινα [για την αιχμαλωσία αυτήν] με τη χρήση εμπρηστικών βομβών», πρόταση που ο Φέλμυ απέρριψε. Τρεις μέρες αργότερα, (25.10.1943), ο Μπούρκβεν έστειλε στον Φέλμυ το ‘έγγραφο’ (αναφορά), απόσπασμα του οποίου παραθέτει παραπάνω ο κ. Λάζαρης. Με την αναφορά του αυτήν, ο Μπούρκβεν δίνει στον προϊστάμενό του εξηγήσεις για την αιχμαλωσία τού ‘Λόχου Σόμπερ’ στην Κερπινή (17.10.1943), κάνει διάφορες εκτιμήσεις και αναφέρει ανεπάρκεια δυνάμεων για την εξουδετέρωση των ‘ισχυρών συμμοριών’ που «έχουν αρχίσει να δημιουργούν ένα κράτος εν κράτει» κ.τ.λ..
Τα αντίποινα, λοιπόν, (με εμπρηστικές βόμβες) για τα οποία κάνει εδώ λόγο ο αναπληρωτής τού Λε Σουίρ, είναι αντίποινα, (μη διαταχθέντα τελικώς από αυτόν), για την αιχμαλωσία τού ‘Λόχου Σόμπερ’, και δεν είναι δυνατόν να ενταχθούν σε κάποιο μυστηριώδες γενικότερο σχέδιο για τον αφανισμό τού «κομμουνιστικού επαναστατικού κέντρου» των Καλαβρύτων. (Δες Χ. Φ. Μάγερ, ό.π., σελ. 283, 292-294 και «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’», ό.π., σελ. 74-75).
γ) Όπως έχω σημειώσει και παραπάνω, την από 22.10.1943 αρχική πρόταση του Μπούρκβεν για αντίποινα με εμπρηστικές βόμβες, ο Φέλμυ την απέρριψε, πιθανότατα διότι την έκρινε βεβιασμένη και αδικαιολόγητη. Ο στρατηγός αυτός, πέραν του ότι ήταν πολύ πιο επιφυλακτικός απέναντι στα αντίποινα απ’ ό,τι ο Λε Σουίρ και πολλοί άλλοι, γνώριζε πιθανότατα ότι οι Καλαβρυτινοί «μάλλον δεν διατηρούν σχέσεις με τις συμμορίες», πράγμα που ο Μπούρκβεν φαίνεται να το έμαθε λίγο αργότερα. Όπως και να έχει το πράγμα, δεν νομίζω ότι το ‘έγγραφο’ αυτό μπορεί να στηρίξει λογικά τη θεωρία πως η καταστροφή τών Καλαβρύτων ήταν «προαποφασισμένη».
Εκτός από τον καταλυτικό Χ. Φ. Μάγερ, ο οποίος, (παρότι Γερμανός ο ίδιος, και γιος σκοτωμένου στην Ελλάδα επί Κατοχής Γερμανού αξιωματικού), μας έχει χαρίσει το πληρέστερο -κατά τη γνώμη μου- και πιο καλά τεκμηριωμένο βιβλίο που έχει γραφεί μέχρι σήμερα για τη Μεγάλη Σφαγή, (εννοώ το «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», βεβαίως), τη θέση ότι πρόκειται για αντίποινα, (για την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων τής μάχης τής Κερπινής), υποστηρίζουν μεταξύ πολλών άλλων:

α) Ο εξαίρετος, (ειδικός περί τα αντίποινα), ερευνητής και καθηγητής Στράτος Δορδανάς. (Δες Σ. Δορδανάς, «Το αίμα τών Αθώων», έκδ. Εστίας, Αθήνα 2007, σελ. 211).

β) Η Δρ Μαρία Φιλοσόφου, η οποία μιλάει σαφώς για «αντίποινα λόγω της σύλληψης και εκτέλεσης 70-80 Γερμανών στρατιωτών μετά τη μάχη τής Κερπινής», παρατηρώντας τελικώς ότι, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι τα «αντίποινα» ήταν «προαποφασισμένα», «η κατάληξη της αιχμαλωσίας τών Γερμανών σε εκτέλεση [….] καθόρισε τη σκληρότητα των αντιποίνων» αυτών. (Δες Μαρία Φιλοσόφου, ό.π., σελ. 500, 539).

γ) Ο εξέχων Βρετανός ιστορικός και καθηγητής Μαρκ Μαζάουερ, ο οποίος μιλάει ξεκάθαρα για «αντεκδίκηση» του «πασίγνωστου ανθέλληνα Λε Σουίρ» για τον θάνατο [εκτέλεση] των αιχμαλώτων ανδρών του. (Δες Μ. Μαζάουερ, «Στην Ελλάδα του Χίτλερ, έκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σελ. 206).

δ) Ο διακεκριμένος «Γερμανοέλληνας» ιστορικός, ειδήμονας περί τα κατοχικά, (αλλά και σχεδόν ‘Καλαβρυτινός’), καθηγητής Χ. Φλάισερ, ο οποίος δέχεται απερίφραστα ότι η εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων έκαμε τον Καρλ Λε Σουίρ να διατάξει «αντίποινα σκληρότερα από εκείνα που είχαν ήδη αποφασισθεί»• σκληρότερα, δηλαδή, προφανώς, από τα αντίποινα που είχε ήδη διατάξει ο ίδιος (με την προαναφερθείσα από 25.11.1943 διαταγή του για την «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’» για την «εξαφάνιση» των αιχμαλώτων τής μάχης τής Κερπινής), ή και από άλλα [;] αντίποινα που είχαν, ενδεχομένως, παγίως ή ad hoc διαταχθεί παλιότερα. (Δες Χ. Φλάισερ, «Στέμμα και Σβάστικα», έκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Αθήνα 2009, τόμ. Α΄, σελ. 360).

Υπήρξαν, βεβαίως, και παλιότερες σκέψεις, προτάσεις, (σαν κι αυτήν που υπέβαλε την 31.8.1943 η 117η γερμανική Μεραρχία στην ανώτατη διοίκηση της Βέρμαχτ ΝΑ Ευρώπης, [δες ΗΑΣΚ σελ. 222] ), ακόμα και σχέδια και διαταγές για να πάψει ο στρατηγικός για τους κατακτητές «κόμβος» τών Καλαβρύτων να βρίσκεται υπό τον άμεσο έλεγχο των ανταρτών, καθώς και για τη «συντριβή των συμμοριών που κινούνταν νοτίως του Αιγίου».
Τελική, όμως, απόφαση / διαταγή για την ισοπέδωση μιας ολόκληρης περιοχής και για τη Μεγάλη Σφαγή, δεν υπήρχε. (Δες Χ. Φ. Μάγερ, ό.π., σελ. 139).
Άσχετα, δηλαδή, με προϋπάρξασες σκέψεις, προτάσεις, διαταγές τών Γερμανών, (που, ωστόσο, ουδέποτε μέχρι τον Δεκέμβριο του 1943 υλοποιήθηκαν), να πληγεί ή και να καταστραφεί η «ανταρτοφωλιά» τών Καλαβρύτων, (μιας κωμόπολης 2.500 περίπου κατοίκων που δεν είχε βγάλει στο βουνό παρά ελάχιστους συγκριτικά αντάρτες), είναι πλέον ξεκάθαρο ότι καταλύτης για τη Μεγάλη εκείνη Σφαγή υπήρξε η (στην καλύτερη περίπτωση) ασύνετη και αλόγιστη εκτέλεση των εβδομήντα τόσων Γερμανών αιχμαλώτων στου Μαγέρου, συνέχεια της εξίσου αλόγιστης, άνανδρης και σαδιστικής εκτέλεσης των τριών τραυματισμένων Γερμανών αιχμαλώτων στο λιγνιτωρυχείο των Καλαβρύτων.
Γιατί, ωστόσο, «ασύνετες» και «αλόγιστες» οι εκτελέσεις αυτές; Είναι δυνατόν μια αντιστασιακή πράξη, ακόμα κι όταν αυτή προκαλεί αντίποινα, να θεωρηθεί συνετή και λελογισμένη; Αναμφισβήτητα, ναι. Αρκεί να εντάσσεται στη λογική τής διεξαγωγής τού όλου πολέμου. «Μετά την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου τον Νοέμβριο του 1942 έγιναν αντίποινα, και κανείς δεν έψεξε ποτέ [γι’ αυτά] τον Ναπολέοντα Ζέρβα και τον Άρη Βελουχιώτη επειδή το έκαμαν». Κι αυτό διότι ο Γοργοπόταμος έπληττε καίρια τον κατακτητή και ως προς τον έλεγχο από αυτόν μεγάλου μέρους της χώρας, και ως προς τις ευρύτερες στρατηγικές επιδιώξεις του, (εφοδιασμός / υποστήριξη του αφρικανικού μετώπου). Με άλλα λόγια, για τη δικαίωση μιας αντιστασιακής πράξης δεν αρκεί η επίκληση των -οπωσδήποτε αξιέπαινων- αγωνιστικών κινήτρων και των προθέσεων μονάχα. Εκείνο που βαρύνει περισσότερο, είναι τα αποτελέσματα και οι συνέπειές της. (Δες σχετικώς Ε. Χατζηβασιλείου, «Βιώματα του Μακεδονικού Ζητήματος», έκδ. Πατάκη 2014, σελ. 262 και 268). Να τι έγραφε σχετικά ο αείμνηστος Γεώργιος Παπανδρέου στις 8.1.1944, ένα περίπου μήνα μετά το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων: «Στην ελληνική ύπαιθρο δεν υπάρχει, όπως στη Σερβία, αληθινό πολεμικό μέτωπο, με μεγάλη περιοχή οριστικά απελευθερωμένη, αλλά περισσότερο κλεφτοπόλεμος, που ενοχλεί, αλλά δεν εμποδίζει τον κατακτητή. [……] Η διεξαγωγή τού Εθνικού Αγώνος πρέπει να καταστεί λελογισμένη και υπεύθυνος. Και ο ανταρτικός πόλεμος είναι επίσης πόλεμος και οφείλει να διεξάγεται σύμφωνα με την στοιχειώδη αρχήν τού πολέμου, ότι πρέπει να επιδιώκεται η μεγίστη ζημία τού εχθρού με την μικροτέραν δυνατήν θυσίαν. Διά τούτο πρέπει να αποφεύγωνται αι απερίσκεπται ενέργειαι, όσαι, με ασήμαντον ζημίαν τού εχθρού, οδηγούν εις το ολοκαύτωμα της υπαίθρου». Πρότεινε, τέλος να καταρτισθεί, κατ’ εντολήν τού Συμμαχικού Στρατηγείου, σχέδιο βάσει του οποίου «θα υπηρετούνται θετικώς οι σκοποί τού Συμμαχικού Αγώνος». (Δες Έκθεση Γεωργίου Παπανδρέου από 8.1.1944, στο Ε. Χατζηβασιλείου, ό.π., σελ. 258-259).
Μα είναι «ασήμαντος ζημία» για τον εχθρό, (θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί εν προκειμένω), η οριστική απώλεια 80 περίπου συνολικά ανδρών του εκείνη την ώρα, πέραν, βεβαίως, της «ταπείνωσης» που με τον τρόπο αυτόν υπέστη; Απαντώ ευθέως:
Μπροστά σ’ έναν τέτοιο όλεθρο, μπροστά σε μιας τέτοιας έκτασης και έντασης καταστροφή, μπροστά στον αφανισμό μιας ολόκληρης περιοχής , μπροστά σε τόσο αίμα, τόσον πόνο και τόσο δάκρυ, με λίγα λόγια μπροστά στο Καλαβρυτινό Ολοκαύτωμα, ναι, η ζημιά για τον βάρβαρο δυνάστη ήταν ασήμαντη.

Είναι βέβαιο ότι οι εκτελέσεις αυτές των Γερμανών αιχμαλώτων, έγιναν με την έγκριση των ανωτέρων κλιμακίων τού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ της περιοχής, ανθρώπων δηλαδή κάθε άλλο παρά ανοήτων ή αφελών. Ο αξιότιμος κ. Λάζαρης υιοθετεί την άποψη ότι έγιναν και με τις ευλογίες / υποδείξεις τής τοπικής Αγγλικής Στρατιωτικής Αποστολής. (Δες ΗΑΣΚ, σελ. 235). Έτσι είναι. Στην Ελλάδα, πάντα φταίει για όλα (και) ο ‘ξένος δάκτυλος’. Εμείς είμαστε οι υπάκουες ‘αρσακειάδες’ που απλώς ενδίδουμε. Με τη θέση του αυτήν, ο συγκεκριμένος ιστορικός αφήνει να εννοηθεί σαφώς ότι ακόμα κι αν «υποτεθεί» ότι το Ολοκαύτωμα ήταν αντίποινα για την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων, υπαίτιοι (ή έστω συνυπαίτιοι) για την εκτέλεση αυτήν ήταν οι Άγγλοι. Τώρα πόση ‘επιρροή’ μπορεί να είχαν, την εποχή εκείνη, στα ψυχωμένα και επαναστατημένα στελέχη τού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, άνθρωποι που, (όπως τουλάχιστον ισχυρίσθηκαν αργότερα κάποιοι από αυτούς τους ίδιους), «αισθάνονταν περισσότερο αιχμάλωτοι παρά σύμβουλοι του ΕΛΑΣ», αυτό είναι μια άλλη ιστορία. (Δες σχετικώς Χ. Φ. Μάγερ, ό.π., σελ. 357-358).

Επί τη ευκαιρία, θα ήθελα να ρωτήσω τον αξιότιμο κ. Λάζαρη και όλους εκείνους που εξακολουθούν -ακόμα σήμερα- να υποστηρίζουν ότι δεν επρόκειτο περί αντιποίνων αλλά περί «προσχεδιασμένου εγκλήματος»: Αφού οι Γερμανοί είχαν προαποφασίσει να αφανίσουν το σπουδαίο αυτό «καλαβρυτινό κομμουνιστικό επαναστατικό κέντρο», για να εξαλειφθεί οριστικά η εναντίον τους συνεχής απειλή, (δες ΗΑΣΚ σελ. 227), γιατί δεν το αφάνισαν τον Σεπτέμβριο του 1943, (ελάχιστες, δηλαδή, μέρες μετά την παραπάνω πρόταση / αίτημα της 117ης γερμανικής Μεραρχίας για ‘ισοπέδωση της περιοχής Καλαβρύτων’), όταν οι ίδιοι [οι Γερμανοί] βρέθηκαν στα Καλάβρυτα, με σημαντικές μάλιστα δυνάμεις, προκειμένου να αφοπλίσουν τους συνθηκολογήσαντες Ιταλούς τής περιοχής; Υπάρχει πειστική απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα;

Έχει -σοφά κατά τη γνώμη μου- ειπωθεί ότι: « Ο ιστορικός είναι κι αυτός άνθρωπος, και αποτελεί τμήμα [……] της μεγάλης ροής της ιστορίας, αλλά σε κάποια στιγμή οφείλει να αφήσει στο πλάι αυτές τις διαστάσεις και να ασχοληθεί ψυχρά και αποστασιοποιημένα (παλιότερα έλεγαν ‘αντικειμενικά’, σήμερα προτιμούμε τη λέξη ‘έντιμα’) με το αντικείμενό του. Καλά τα κίνητρα και τα συναισθήματα, αλλά αυτό που έχει σημασία, […..], είναι το να υπηρετήσεις την επιστήμη σου,….». (Δες Ευάνθης Χατζηβασιλείου [ιστορικός και καθηγητής], ό.π., σελ. 49). Δυστυχώς, όμως, φαίνεται ότι αυτό εξακολουθεί να παραμένει άθλημα για πολύ λίγους αν όχι για ελάχιστους, ειδικότερα όσον αφορά στην τραγική δεκαετία τού 1940….
Η λυσσαλέα και συστηματική προσπάθεια φανατικών επιγόνων τού κατοχικού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, να αποσείσουν τις εναντίον τών σχηματισμών εκείνων βαριές κατηγορίες (όχι μόνον των Καλαβρυτινών) για το Ολοκαύτωμα, και ειδικότερα η (στην καλύτερη περίπτωση) ιστορικά ανέρειστη εμμονή τους να αποσυνδέσουν τελείως το Ολοκαύτωμα από την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων, μοιάζει, (πάντα κατά τη γνώμη μου φυσικά), με την προσπάθεια να εμφανίσει κανείς το ολοφάνερα άσπρο ως μαύρο ή το αντίθετο.
Πρώτος και καλύτερος μεταξύ τών υπερμάχων τής αποσύνδεσης αυτής, ο πασίγνωστος Μίχος [σε κάποιες πηγές εμφανίζεται ως ‘Μίχου’], ο οποίος δεν δίστασε να γράψει μεταπολεμικά: «…οι καπνοί από τη μαρτυρική πόλη ανέβαιναν στον γκρίζο ουρανό τού Χελμού. Το αίμα πληθωρικά ανεβαίνει στο κεφάλι και θολώνει το νου και τη σκέψη. Τους αιχμάλωτους τους ρίξανε από κάποιον γκρεμνό». (Δες Χ. Φ. Μάγερ, ό.π., σελ. 357).
Με άλλα λόγια, η εμβληματική αυτή μορφή τού ΕΛΑΣ και της Αντίστασης, κατέθεσε ενώπιον της ιστορίας τη «μαρτυρία» ότι η εκτέλεση στου Μαγέρου έγινε μετά το Ολοκαύτωμα!!… Και να φαντασθεί κανείς ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν -κατά πάσα πιθανότητα- ένας από εκείνους που υπέγραψαν τη μοιραία διαταγή για την εκτέλεση (στου Μαγέρου) των αιχμαλώτων εκείνων.

Δυστυχέστατα για τους Καλαβρυτινούς και τους γειτόνους τους, το εφιαλτικό εκείνο εξαήμερο, (8-13 Δεκεμβρίου 1943), οι αντάρτες τού ΕΛΑΣ είχαν στο σύνολό τους σκαπετήσει από την περιοχή προς διάφορες κατευθύνσεις, (προκειμένου να μην εγκλωβισθούν εκεί από τους προσεγγίζοντες Γερμανούς -που αναζητούσαν ήδη τους αιχμαλώτους συντρόφους τους- και εξοντωθούν), αφήνοντας έτσι εγκληματικά στην τύχη τους (κυριολεκτικά ως πρόβατα επί σφαγήν) τόσους αθώους• διότι, λέει, ‘δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς’.
Όπως προκύπτει από τις γερμανικές τουλάχιστο πηγές, (που δεν έχουν κανένα λόγο να αποκρύψουν τις γερμανικές απώλειες), «οι αντάρτες δεν παρατάχθηκαν πουθενά [στην περιοχή] για μάχη κατά τη διάρκεια της επιχείρησης [‘Καλάβρυτα’]». (Δες «Επιχείρηση ‘Καλάβρυτα’», ό.π., σελ. 88).
Ελληνική πηγή, (η τοπική εφημερίδα -όργανο του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ- «Ελευθερωτής» τής 30 Ιανουαρίου 1944, ενάμιση δηλαδή μήνα μετά τη Μεγάλη Σφαγή), την οποία παραθέτει ο κ. Λάζαρης, (δες ΗΑΣΚ σελ. 242-243), και από την οποία υποτίθεται ότι προκύπτουν κάποια στοιχεία για το αντίθετο, δεν φαίνεται αξιόπιστη. Και όχι μόνον λόγω των προφανών «υπερβολών» που (και κατά τον ίδιο τον συγγραφέα) περιέχει το δημοσιευόμενο εκεί σχετικό «ανακοινωθέν» τής 3ης Μεραρχίας τού ΕΛΑΣ (Πελοποννήσου), ένα ανακοινωθέν κυριολεκτικά εξωπραγματικό.

Τα ανώτερα κλιμάκια του τοπικού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ είχαν προειδοποιηθεί ρητά και κατηγορηματικά, και είναι απολύτως βέβαιο ότι γνώριζαν, (ήταν δηλαδή σε θέση να προβλέψουν με εξαιρετικά υψηλό βαθμό βεβαιότητας), ποιες θα ήταν οι συνέπειες της εκτέλεσης των Γερμανών αιχμαλώτων. Παρότι, όμως, γνώριζαν πολύ καλά ότι επέκειτο συμφορά, όχι μόνο δεν προσπάθησαν, (ούτε καν ‘για τα μάτια’), οι ΕΛΑΣίτες αντάρτες να προστατέψουν κάπως, με τις έστω «περιορισμένες» δυνάμεις τους, τον άμεσα και θανάσιμα απειλούμενο άμαχο πληθυσμό, (ακόμα κι αν έτσι επρόκειτο να πέσουν ηρωικά και οι ίδιοι), αλλά ούτε καν προσπάθησαν σοβαρά και οργανωμένα να ειδοποιήσουν και να ξεσηκώσουν -έστω και με το ζόρι- τον κόσμο, να φύγει και να σωθεί. (Δες «Ιστορικό αρχείο Κανελλόπουλου», μαρτυρίες Καλαβρυτινών που έζησαν οι ίδιοι το Ολοκαύτωμα κ.τ.λ.).
Προείχε, προφανώς, ο Μεγάλος Σκοπός. Η διαφύλαξη των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, η πύκνωση των τάξεών του πάση -κυριολεκτικώς- θυσία, η απελευθέρωση της χώρας από τον βάρβαρο δυνάστη και βεβαίως το «στήσιμο της Λαϊκής Δημοκρατίας», (όπως ‘δίδασκε’ και το κατοχικό αναγνωστικό «ΤΑ ΑΕΤΟΠΟΥΛΑ», σε παιδάκια τής Γ΄ και Δ΄ Δημοτικού). Και, βεβαίως, μπροστά στον Μεγάλο αυτόν Σκοπό, οι αθώοι τών Καλαβρύτων και των άλλα χωριών, περνούσαν σε δεύτερη μοίρα.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη -εξαιρετικά ‘στενάχωρη’ για κάποιους- διάσταση στο ζήτημα των αντιποίνων γενικότερα, η οποία δεν πρέπει να αγνοείται παντελώς, ειδικότερα στην περίπτωση των (όχι ιδιαίτερα φιλικών και προθύμων απέναντι στις δυνάμεις τού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ) Καλαβρύτων. Στις σελίδες 237-238 της Διδακτορικής Διατριβής του (σε pdf) υπό τον τίτλο «Αντίποινα των γερμανικών Αρχών Κατοχής στη Μακεδονία 1941-44», (Θεσσαλονίκη 2002), ο ήδη καθηγητής Στράτος Δορδανάς, γράφει: «Όμως κριτήριο για τις αποφάσεις τών ανταρτών και τον τρόπο δράσης τους δεν ήταν οι συνέπειες που θα είχαν οι ενέργειές τους στον πληθυσμό αλλά ενδεχομένως η ανάγκη να παρουσιάσουν επιτυχίες σε βάρος της Βέρμαχτ, γεγονός που θα αποδείκνυε την επιχειρησιακή τους ικανότητα και θα λειτουργούσε θετικά στο ηθικό των μονάδων. Στο πλαίσιο αυτό τα αντίποινα αποτέλεσαν ένα βασικό εργαλείο στα χέρια των Γερμανών για την κατάπνιξη της αντίστασης με την επιβολή ενός κλίματος τρόμου, αλλά και ένα μέσο για τους αντάρτες με τη βοήθεια του οποίου φαίνεται πως επεδίωξαν σε ορισμένες περιπτώσεις να πυκνώσουν τις τάξεις τους με πληγέντες και τρομοκρατημένους κατοίκους». Εξ άλλου, ο βραβευμένος από τον Πρόεδρο της [Ελληνικής] Δημοκρατίας (2000) με τον Χρυσό Σταυρό τού Φοίνικα, διαπρεπής Γερμανός ιστορικός και καθηγητής Χ. Ρίχτερ, (ο οποίος, μάλιστα, δεν διάκειται καθόλου εχθρικά προς την πλευρά τού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ), στο βιβλίο του «1936-1946. Δύο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα», (έκδ. Εξάντας 1976, τόμος Β΄ σελ. 77), γράφει χαρακτηριστικά: «Τα μαζικά αντίποινα ήταν ευπρόσδεκτα και για τον Τίτο και για τον ΕΛΑΣ, γιατί συνέβαλαν σε νέες στρατολογήσεις εθελοντών. Έτσι, ως ένα βαθμό, τα προκαλούσαν κιόλας».
«…. η τελευταία κουβέντα», αφηγείται ο Ανδρέας Παπαδημητρίου, «όταν εχώρισα με το μακαρίτη το Γαμβέτα, [τον Γραμματέα τού Πελοποννησιακού Γραφείου τού ΚΚΕ] στον Άγιο Γεράσιμο, στο καλυβάκι που κρυβόταν, μου λέει: […] “Ανδρέα, οι Γερμανοί κάνανε στα Καλάβρυτα εκείνο που είμαστε [sic] εμείς υποχρεωμένοι να κάνουμε κάποια ημέρα”….». (Δες «Ιστορικό Αρχείο Κανελλόπουλου»).
Μόνο και μόνο διαβάζοντας κανείς τη φράση αυτή, αν φυσικά ελέχθη έτσι ακριβώς, (και αν, βεβαίως, το περιεχόμενό της μεταφέρει πραγματικές σκέψεις όσων εκείνο το «εμείς» δήλωνε), κάθε νορμάλ άνθρωπος ανατριχιάζει και αρρωσταίνει. Χίλιες φορές μακάρι να πρόκειται (και πιθανότατα πρόκειται) για μια ακόμα υπερβολή. Κι όταν, τη μεθεπομένη τής σφαγής, οι χαροκαμένες Καλαβρυτινές ριχτήκανε όλες μαζί στον εκεί εμφανισθέντα, μαζί με άλλους ΕΛΑΣίτες, καπετάν Γλαράκη [;] με άγριες διαθέσεις, εκείνος τους φώναξε φεύγοντας: «Τι να σας κάνουμε, προλάβανε οι Γερμανοί, άλλως θα το είχαμε κάνει εμείς». (Δες Χ. Φ. Μάγερ, ό.π. σελ. 424).

Ψέματα και συκοφαντίες τής «μαύρης αντίδρασης» όλα αυτά, ισχυρίζονταν οι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ (και εξακολουθούν να ισχυρίζονται μέχρι σήμερα οι φανατικοί επίγονοί τους). Ψέμα ο δραματικός λόγος τής βαθιά και ανεξίτηλα σημαδεμένης από τη Μεγάλη Σφαγή, μα ακατάβλητης και μαχητικής Καλαβρυτινής κ. Γιώτας Κωνσταντοπούλου, που αφιέρωσε τη ζωή της στην αποκάλυψη και την κατά το δυνατόν διαιώνιση της ιστορικής αλήθειας για το Ολοκαύτωμα. Ψέματα και οι μαρτυρίες για το πόσο “γαλαντόμοι” στάθηκαν οι ΕΑΜοΕΛΑΣίτες απέναντι σε κάποιες βαριόμοιρες Καλαβρυτινές, που τόλμησαν μετά τη σφαγή να τους αντιμιλήσουν ή ακόμα και να τους καταραστούν βαριά για το κακό που τις είχε βρει….. Λάθος αυτά που γνώριζαν και γνωρίζουν, καθώς κι αυτά που πίστευαν και πιστεύουν οι ίδιοι οι Καλαβρυτινοί ως σύνολο, για το τι και γιατί έγινε στον τόπο τους τον εφιαλτικό εκείνον Δεκέμβριο του 1943. Κι «αλήθεια» καθαρή και ολοφάνερη είναι ότι το Ολοκαύτωμα δεν ήταν αντίποινα για την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων αλλά «προσχεδιασμένο έγκλημα». Πράγμα που σημαίνει ότι η τότε (τοπική) ηγεσία τού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ δεν φέρει καμιά απολύτως ευθύνη για τη Μεγάλη εκείνη Σφαγή. Και ότι μόνο αντιστασιακές δάφνες τής πρέπουν.

Καθαρές κουβέντες. Η αντίσταση που προέβαλε η πλευρά τού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ στον βάρβαρο και κτηνώδη κατακτητή, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά από κανέναν. Αναμφισβήτητο είναι επίσης το ότι η πλευρά αυτή, παράλληλα με την αντίσταση στον κατακτητή, προετοίμαζε, (δραστικότατα και αιματηρότατα για τους Έλληνες αντιπάλους της), και το «στήσιμο της Λαϊκής Δημοκρατίας» στη χώρα, αμέσως μετά το τέλος τού πολέμου. Εκτός από το ηρωικό και βροντερό «στ’ άρματα, στ’ άρματα, εμπρός στον αγώνα….», κυριαρχούσε παράλληλα κι ένα άλλο, συνωμοτικό και ψιθυριστό σύνθημα: «Λεπίδι, λεπίδι στην αντίδραση». Ο διαβόητος ερυθρός Ροβεσπιέρος τής Αργολιδοκορινθίας Ζέγγος, (γνωστός και ως Στάθης και Τριαντάφυλλος), σε ‘αυτοκριτικό’ γράμμα του προς την ανώτατη (κεντρική) ηγεσία τού ΚΚΕ, γράφει (Αύγουστος 1944): «Στο μήνα Μάη [1944] πήρα από την ΚΕΠΠ 4 γράμματα τα οποία έγραφαν: “Τώρα που είναι ευκαιρία πρέπει να [ξεπατώσουμε] την αντίδραση, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είμαστε επαναστάτες. Λεπίδι, λεπίδι στην αντίδραση”. Μ’ αυτό το πνεύμα γράφτηκε και κύριο άρθρο στο Μωρηά [εφημερίδα] ‘Λεπίδι, λεπίδι στην αντίδραση’ ». (Δες ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κ. 418, Φ=24/2/102). Και ως «αντίδραση» δεν θεωρούσαν, δυστυχώς, μόνο τους κατάπτυστους συνεργάτες τών κατακτητών, αλλά και όλους ανεξαιρέτως τους αξιόλογους, (ενεργεία ή δυνάμει), ιδεολογικοπολιτικούς αντιπάλους τού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ.
Παρότι ουδείς μπορεί να αρνηθεί ότι με το «Βασίλη μ’ κάτσε φρόνιμα να γίνεις νοικοκύρης» -πολλώ μάλλον με την απεχθή συνεργασία μετά του εχθρού- ελευθερία δεν κερδίζεται, και ότι Αντίσταση σημαίνει και αντίποινα και αίμα, στην περίπτωση των Καλαβρύτων (και βεβαίως όχι μόνο των Καλαβρύτων) οι χειρισμοί από πλευράς ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ ήταν, αν όχι ευθέως εγκληματικοί, τουλάχιστο ασύνετοι / βαριά λαθεμένοι.
Εβδομήντα ένα χρόνια μετά, είναι πια καιρός να ειπωθεί για το φρικώδες Καλαβρυτινό Ολοκαύτωμα η πικρή αλήθεια.
Οι δυστυχείς Καλαβρυτινοί δεν έπεσαν ηρωικά και τιμημένα. Δεν επέλεξαν, δηλαδή, οι ίδιοι να θυσιασθούν. Δεν μαρτύρησαν για τα ιδανικά τους. Ούτε το δέντρο τής ελληνικής Ελευθερίας πότισε, τελικά, το άδικα χυμένο αίμα τους. Ηρωικά έπεσαν, αντιθέτως, π.χ. οι εκατοντάδες κάτοικοι του Δοξάτου και της Δράμας, θερισμένοι και εκείνοι από τα πολυβόλα, στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1941. Για αντίποινα και εκείνοι. Μόνο που τα πολυβόλα εκείνα ήταν βουλγαρικά. Εκείνοι, όμως, είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν. Αν «βουλγαρογράφονταν», (αν δηλαδή δήλωναν ότι είναι Βούλγαροι), θα ζούσαν. Κι όμως, επέλεξαν να μην το δεχτούν. Και πέθαναν γι’ αυτό. Στα Καλάβρυτα και στη γύρω περιοχή δεν έγινε κάτι ανάλογο.
Οι Καλαβρυτινοί πήγαν τζάμπα και άδικα των αδίκων. Εκτέθηκαν, και μάλιστα ερήμην τους, εγκληματικά (ή τουλάχιστον από εγκληματική ασυλλογισιά) προς θυσία, από άλλους, ολοφάνερα «πιο φωτισμένους» και «πιο πατριώτες» από αυτούς τους ίδιους, και εγκαταλείφθηκαν στη συνέχεια παντελώς αβοήθητοι στην εκδικητική μανία τών πληγωμένων ναζιστικών τεράτων, που έβγαλαν επάνω στους αθώους εκείνους όλο το μίσος κι όλο το σκοτάδι που έκρυβε η κολασμένη ναζιστική ψυχή τους.
Όσο «μεγάλο» κι αν μπορεί να ήταν πράγματι, (για τους αγωνιστές τού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ), το όνειρο για έναν κόσμο «όπου η σκλαβιά, η δυστυχία, η εκμετάλλεψη ανθρώπου από άνθρωπο θα είναι άγνωστη και θλιβερή ανάμνηση ενός μαύρου παρελθόντος», (δες Δ. Γληνού, «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ»), το σε αίμα κόστος που επέβαλαν οι σχηματισμοί εκείνοι στη συγκεκριμένη περίπτωση, (και δυστυχώς όχι μόνο σ’ αυτήν), στον βάρβαρο και κτηνώδη δυνάστη, δεν ήταν με τίποτα συγκρίσιμο με το αίμα και το δάκρυ που χύθηκαν εξ αιτίας τού Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος.

Δεν έχουμε καμία απολύτως πρόθεση να δικαιολογήσουμε (άμεσα ή έμμεσα) το αποτρόπαιο εκείνο γερμανικό έγκλημα, το οποίο προσβάλλει και ντροπιάζει τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα, ούτε και να εξισώσουμε τους θύτες με τα θύματα. Ούτε, βεβαίως, να επιρρίψουμε την κύρια ευθύνη για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων στον κόσμο τού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ. Μας ενδιαφέρει, απλά, η ιστορική αλήθεια. Δεν ήταν, στο κάτω-κάτω, ΕΛΑΣίτικα τα πολυβόλα που θέρισαν τους Καλαβρυτινούς στην εφιαλτική Ράχη τού Καπή. Και μου είναι αδύνατον να πιστέψω ότι θα μπορούσαν ποτέ χέρια ελληνικά να διαπράξουν ένα τέτοιο ανοσιούργημα. Έγιναν, βεβαίως, (το φθινόπωρο του 1944), απίστευτης έκτασης και έντασης σφαγές / εκτελέσεις, (και πολλών εκατοντάδων -ίσως και χιλιάδων- αθώων αμάχων), από Έλληνες, (ΕΛΑΣίτες), στο Κιλκίς, στον Μελιγαλά, στους Γαργαλιάνους και αλλού, αλλά εκεί ο κύριος στόχος τού ΕΛΑΣ ήταν η μάζα τών συνεργασθέντων μετά του εχθρού συμπατριωτών μας.
(Τώρα, το πώς και το γιατί δεκάδες χιλιάδες Έλληνες έγιναν εν όπλοις συνεργάτες τού εχθρού, την ώρα μάλιστα που ήταν πια φανερό σε όλους ότι οι Γερμανοί έχαναν τον πόλεμο, αυτό είναι μια άλλη μεγάλη και τραγική ιστορία….)
Είναι γνωστό ότι η ιστορία δεν (πρέπει να) είναι ούτε κάποια «ηθικολογική διαδικασία» ούτε κάποιου είδους ποινικό «δικαστήριο». (Δες και Ε. Χατζηβασιλείου, ό.π., σελ. 274). Σ’ αυτό το πλαίσιο, η χρήση, εδώ, δικαστικής ορολογίας, δεν σημαίνει και πρόθεση ποινικής καταδίκης οιουδήποτε. «Άμεσο δόλο» των υπευθύνων τού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ της εποχής εκείνης στην υπόθεση αυτή, δεν βλέπω.
Άμεσο δόλο θα είχαμε αν οι υπεύθυνοι αυτοί, θέλοντας και επιδιώκοντας ένα ολοκαύτωμα, έδιναν την εντολή που έδωσαν (για την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων στου Μαγέρου), γνωρίζοντας καλά ότι η εκτέλεση αυτή θα οδηγούσε σε ολοκαύτωμα. Υπάρχει, ωστόσο, και ο «ενδεχόμενος δόλος». Ενδεχόμενο δόλο θα είχαμε αν οι παραπάνω υπεύθυνοι, χωρίς να θέλουν και να επιδιώκουν οι ίδιοι ένα ολοκαύτωμα, έδιναν την εντολή που έδωσαν (για την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων), έχοντας προβλέψει ως πιθανό και ενδεχόμενο το τελικά επελθόν αποτέλεσμα και έχοντάς το αποδεχθεί, ή απλώς ελπίζοντας ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν θα επήρχετο τελικώς. Το πιθανότερο είναι να συνέβη ακριβώς αυτό. Μόνο που εκείνοι που διέταξαν την εκτέλεση αυτή, δεν μπορούσαν ίσως να φαντασθούν ότι τα (και γι’ αυτούς σίγουρα και οπωσδήποτε σοβαρά) αντίποινα θα είχαν την έκταση και την ένταση που τελικά έλαβαν.
Υπάρχει, τέλος, και η «ενσυνείδητη αμέλεια». Τέτοια περίπτωση θα είχαμε αν οι διατάξαντες την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων γνώριζαν ότι η εκτέλεση αυτή θα μπορούσε να γίνει αιτία μεγάλου κακού στην περιοχή, πίστεψαν όμως, (και δεν ήλπισαν απλώς), ότι το μεγάλο αυτό κακό δεν θα επήρχετο τελικώς. Η τελευταία περίπτωση, προϋποθέτει οι διατάξαντες την εκτέλεση να ήταν ανόητοι ή αφελείς. Και τέτοιοι, πάντα κατά τη γνώμη μου, δεν ήταν.

Πέρα από αναθέματα, αρές, κραυγές και μεγάλα κούφια λόγια, (που ενίοτε αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα όρια της καπηλείας), είναι πια καιρός να αντικρίσουμε κατάματα την αλήθεια. Όσο σκληρή κι αν (μπορεί να) είναι η αλήθεια αυτή. Την καθαρή και πλήρη αλήθεια, εννοώ, που ελευθερώνει και λυτρώνει πρόσωπα, λαούς, έθνη. Κι αν είναι σωστό ότι, «κανένα βιβλίο ιστορίας δεν περιέχει μιαν οριστική και τελική απάντηση», και ότι υπάρχουν τόσες αλήθειες όσοι και εμείς οι άνθρωποι, ας είναι οι γραμμές αυτές η δικιά μου ταπεινή «αλήθεια».-