Οι πανηγυρισμοί το 2019 για την εσπευσμένη “απολιγνιτοποίηση” της χώρας αποδείχτηκαν πρόωροι. Η σοβούσα ενεργειακή κρίση έδειξε ότι ήταν ένα “βήμα στο κενό”, που έβαλε τη χώρα και την κοινωνία σε μπελάδες. Έτσι η κυβέρνηση αναγκάστηκε να εγκαταλείψει άρον άρον το «σφιχτό πρόγραμμα απολιγνιτοποίησης» τουλάχιστον μέχρι το 2025, ενώ πηγές της αγοράς εκτιμούν ότι μπορεί να επεκταθεί χρονικά υπέρ της παραγωγής ενέργειας από τον «μαύρο χρυσό της Ελλάδος» και μετά.

Κάτω από την πίεση των εξελίξεων έχει ήδη υπογραφεί Υπουργική Απόφαση από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας η οποία έκανε αποδεκτό σχετικό αίτημα της ΔΕΗ και παρατείνει τις ώρες λειτουργίας 7 λιγνιτικών μονάδων (Αγ. Δημήτριος 1, 2, 3, 4 και 5, Μελίτη και Μεγαλόπολη 4) και των πετρελαϊκών μονάδων του ΑΗΣ Αθερινόλακκου στην Κρήτη, βάζοντας ουσιαστικά στον πάγο το πρόγραμμα απολιγνιτοποίησης.

Το αίτημα της ΔΕΗ, αλλά και η υιοθέτησή του από το ΥΠΕΝ συνιστούν έμμεση παραδοχή ότι η χώρα δεν είναι έτοιμη για τον εξοβελισμό του λιγνίτη από το μίγμα ηλεκτροπαραγωγής το 2023. Σύμφωνα με τη ΔΕΗ, η παράταση των ωρών λειτουργίας -κατά παρέκκλιση ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής οδηγίας σε σχέση με την έκλυση εκπομπών ρύπων- τόσο των λιγνιτικών μονάδων όσο και των δύο πετρελαϊκών κρίνεται απαραίτητη για την ευστάθεια του ηλεκτρικού συστήματος της χώρας.

Η νέα κυβερνητική τακτική προβλέπει αγωνιώδη προσπάθεια έως και διπλασιασμού της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με πρώτη ύλη τον λιγνίτη, καθώς οι εξελίξεις γύρω από το ρωσικό φυσικό αέριο προκαλούν έντονη απαισιοδοξία.

Το θέμα, όμως, είναι πώς θα διπλασιαστεί η παραγωγή των λιγνιτικών μονάδων όταν πολύ βασικές από αυτές έχουν ήδη τεθεί εκτός λειτουργίας. «Η λιγνιτική μονάδα δεν είναι φουφού για να τη σβήνεις και να την ανάβεις όποτε θέλεις», λέει ο επί σειρά ετών υπεύθυνος για τη λειτουργία των ορυχείων λιγνίτη, Χρήστος Παπαγεωργίου. Αυτές που έχουν απομείνει λειτουργούν πάνω από τα όρια και συμπληρώνουν την ενεργειακή κάλυψη όπως και όσο μπορούν.

Το 2021 έκλεισε με τη λιγνιτική παραγωγή να αντιπροσωπεύει μόλις το 9% της συνολικής παραγωγής στο ελληνικό σύστημα, όταν πριν από μια 10ετία, το 2011, το μερίδιο του λιγνίτη στην κάλυψη της ζήτησης ήταν 53,2%!

Το κενό στην παραγωγή λιγνίτη καλύφθηκε ως επί το πλείστον από τις μονάδες φυσικού αερίου, οι οποίες κάλυψαν πέρυσι το 40% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρισμού στην Ελλάδα ή αλλιώς 20.873 Gwh.

Σε σχέση με το 2020 η παραγωγή των μονάδων αερίου κατέγραψε αύξηση της τάξης του 17,2%. Σημαντική αύξηση κατέγραψε και η παραγωγή των ΑΠΕ, η οποία ενισχύθηκε κατά 16,2% ή αλλιώς κατά 2.393 GWh. Οι ΑΠΕ κάλυψαν το 20% της συνολικής παραγωγής (10.458 GWh).