Ο Κουρουμπλής στο Χαϊδάρι Σήμερα: Για τη Δυτική Αθήνα και το διακύβευμα των εκλογών

Η Ελλάδα βγήκε από τα μνημόνια κι έχει τεθεί σε τροχιά ανάπτυξης. Οι πολίτες θα
αποφασίσουν αν αυτή τη θετική προοπτική θα τη διαχειριστούν νεοφιλελεύθεροι
τεχνοκράτες με δίψα για εξουσία ή πραγματιστές αριστεροί με πολύτιμη διεθνή
εμπειρία.

Κύριε Κουρουμπλή γιατί κατεβαίνετε υποψήφιος στη Δυτική Αθήνα;                        Έχοντας εκλεγεί δύο φορές στην παλιά, μεγάλη Β΄ Αθηνών, κλήθηκα να κάνω μια επιλογή όταν η περιφέρεια διασπάστηκε σε Βόρειο, Νότιο και Δυτικό τομέα. Στη Δυτική Αθήνα με προσέλκυσε η ανθρωπογεωγραφία της. Οι κάτοικοί της είναι κυρίως γόνοι εσωτερικών μεταναστών με δυνατούς οικογενειακούς δεσμούς, άνθρωποι της δουλειάς με δημοκρατική παράδοση που ζουν σε φιλόξενες γειτονιές. Αντιμετωπίζουν όμως ανεργία και ελλείψεις σε υποδομές και κοινωνικές υπηρεσίες. Με τους ανθρώπους αυτούς με συνδέουν κοινές αντιλήψεις, κοινοί αγώνες, αλλά και το ανυπότακτο απέναντι στη μοίρα.

Γνωρίζετε τα προβλήματα της περιοχής;
Είχα πάντα καλή γνώση των δομικών ζητημάτων της Δυτικής Αθήνας, όπως και πολύ καλή σχέση με τους Δημάρχους, από την περίοδο που ήμουν υπουργός Εσωτερικών. Έχω ασχοληθεί ενεργά με την υγειονομική κάλυψη του πληθυσμού της περιοχής και με την αναβάθμιση του Πάρκου Τρίτση. Ανέλαβα συντονιστικό ρόλο ανάμεσα στους τοπικούς Δημάρχους και τα συναρμόδια Υπουργεία, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, την Αποκεντρωμένη Διοίκηση και την Υπηρεσία Προστασίας Δασών για τη διαμόρφωση κοινής υπερασπιστικής γραμμής έναντι των δικαστικών διεκδικήσεων της Μητρόπολης Λαμίας.
Περιοδεύοντας στην περιοχή αποκτώ άμεση αίσθηση και για μικρότερα προβλήματα, που έχουν τοπικό χαρακτήρα.

Έχοντας κυβερνήσει πάνω από μια τετραετία, ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε στις πρόσφατες ευρωεκλογές. Ως κυβέρνηση είχε αρκετό χρόνο να δώσει δείγματα γραφής. Τι έφταιξε για την ήττα;
Ο ΣΥΡΙΖΑ πράγματι έχασε τις εκλογές τον περασμένο Μάιο, ωστόσο οι εθνικές εκλογές έχουν άλλη βαρύτητα από τις ευρωεκλογές, όπου οι πολίτες μπορούν να εκφραστούν χωρίς να δεσμεύουν το μέλλον της χώρας. Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αν αρκεί μια τετραετία για να παραχθούν αποτελέσματα, πρέπει να λάβουμε υπόψη και το σημείο εκκίνησης.

Εμείς ζητούμε από κάθε καλόπιστο πολίτη να θυμηθεί ποια ήταν η κατάσταση όταν
ανέλαβε αυτή η κυβέρνηση το 2015: Με καταρρακωμένο το διεθνές κύρος της χώρας, αντιμετωπίζαμε ταυτόχρονα τη βαθύτερη ύφεση και τη μεγαλύτερη μεταναστευτική κρίση από τον Β΄ ΠΠ. Παρά τις τεράστιες δυσκολίες, αντεπεξήλθαμε.

Ποια είναι η κατάσταση σήμερα; Έχουμε βγει από το καθεστώς επιτροπείας, δανειζόμαστε κανονικά από τις αγορές και η χώρα αναπτύσσεται με ρυθμό διπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ. Η Ελλάδα είναι στρατηγικός εταίρος τόσο των ΗΠΑ όσο και της Κίνας, έχει κύρος στην Ευρώπη, ρόλο στα Βαλκάνια, ισχυρές συμμαχίες στην Αν. Μεσόγειο και αντιμετωπίζει την κλιμακούμενη τουρκική προκλητικότητα με αυτοπεποίθηση. Αυτή η μεταστροφή δεν έγινε τυχαία, η χώρα είχε ηγεσία.

Βεβαίως έγιναν και λάθη. Η μεσαία τάξη πάλι σήκωσε μεγάλο βάρος για τη σταθεροποίηση της οικονομίας. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι από τα 65 δισ. συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης, το 83% επιβλήθηκε μεταξύ 2010 και 2015.

Ποιο είναι το διακύβευμα των εκλογών της Κυριακής;
Επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ανακτήθηκαν η δημοσιονομική κυριαρχία και το διεθνές κύρος της χώρας και τέθηκαν οι βάσεις για βιώσιμη ανάπτυξη. Η ανεργία μειώθηκε κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες και θα υποχωρήσει περαιτέρω με τις νέες επενδύσεις. Η Δυτική Αθήνα ειδικά θα ωφεληθεί από την επένδυση της αμερικανικής ΟΝΕΧ στα ναυπηγεία Ελευσίνας και Σκαραμαγκά, καθώς και από τη λειτουργία του μεγαλύτερου logisticscenter των Βαλκανίων στο Θριάσιο, με 3.000 θέσεις εργασίας. Αυτή είναι ζηλευτή παρακαταθήκη για την επόμενη κυβέρνηση, όποια κι αν είναι αυτή. Όμως η μελλοντική προοπτική της χώρας θα εξαρτηθεί από το ποιο από δύο πολύ διαφορετικά προγράμματα θα επιλέξουν οι πολίτες την Κυριακή.

Η ΝΔ θεωρεί τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες όχι μόνο φυσικές, αλλά και θεμιτές. Θεωρώντας ότι έχει τον «αέρα της νίκης μετά» μετά τις ευρωεκλογές, αποκαλύπτει τις πραγματικές της προθέσεις: Ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι το εργασιακό κόστος στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλό, ο δε κ. Βρούτσης ότι η ρύθμιση των 120 δόσεων καλλιεργεί μια κουλτούρα κακοπληρωτών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη, αγωνίζεται να αναχαιτίσει τη διεύρυνση των ανισοτήτων.
Κατήργησε τον υποκατώτατο μισθό και αύξησε τον κατώτατο. Στα λιμάνια τόσο του Πειραιά όσο και της Θεσσαλονίκης η ιδιωτικοποίηση έγινε χωρίς να χαθεί ούτε μια θέση εργασίας, με πλήρη προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων. Στο σταθμό εμπορευματοκιβωτίων του Πειραιά οι εργαζόμενοι εντάχθηκαν στα βαρέα και ανθυγιεινά, ενώ με την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων συμφωνήθηκε νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας με αυξημένους μισθούς στον ΟΛΠ.

Η Ελλάδα βγήκε από τα μνημόνια κι έχει τεθεί σε τροχιά ανάπτυξης. Οι πολίτες θα
αποφασίσουν αν αυτή τη θετική προοπτική θα τη διαχειριστούν νεοφιλελεύθεροι
τεχνοκράτες με δίψα για εξουσία, ή πραγματιστές αριστεροί με πολύτιμη διεθνή εμπειρία.

Αυτή η απόφαση θα κρίνει αν η μελλοντική ανάπτυξη θα είναι αλόγιστη, άνιση και
βραχύβια, ή σταθερή, συμπεριληπτική και βιώσιμη.