Εξαιρετικά προβληματισμένοι είναι οι καταναλωτές που προτίμησαν τους καυστήρες φυσικού αερίου για τα συστήματα θέρμανσης, πληρώνοντας σεβαστά ποσά για την εγκατάσταση. Ενώ μέχρι πέρυσι το φυσικό αέριο ήταν περίπου 30% φτηνότερο από το πετρέλαιο θέρμανσης, εχτές, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Εταιριών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος (ΣΕΕΠΕ) η τιμή του φυσικού αερίου ήταν ακριβότερη και διαμορφώνεται στα 0,974 ευρώ ανά κιλοβατώρα έναντι 0,955 για το πετρέλαιο θέρμανσης!

Επισείοντας, λοιπόν, τον κίνδυνο ενεργειακής φτώχειας, ο ΣΕΕΠΕ ζητά επέκταση του επιδόματος θέρμανσης στη συντριπτική πλειονότητα των νοικοκυριών, δηλαδή να καταργηθούν τα εισοδηματικά κριτήρια ή να εξαιρεθεί το 5 – 10% των υψηλότερων εισοδημάτων.

Το πρόβλημα βέβαια είναι γενικότερο: Το φυσικό αέριο έχει πολλαπλασιάσει την τιμή του, το πετρέλαιο θέρμανσης πωλείται σε τιμές 45% ακριβότερες σε σχέση με πέρυσι, ενώ η τιμή του ρεύματος είναι στα ύψη. Με βάση τα στοιχεία του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας σήμερα η χονδρική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στα 212,10 ευρώ/MWh, δηλαδή λίγο χαμηλότερα από χθες και προχθές αλλά σταθερά πάνω από τα 200 ευρώ και πολύ πάνω από τα 134,73 ευρώ, που ήταν η μέση τιμή του Σεπτεμβρίου.

Ήδη τα νοικοκυριά και οι επαγγελματίες λαμβάνουν τους πρώτους εκκαθαριστικούς λογαριασμούς με τα νέα δεδομένα τιμών και βιώνουν τη σκληρή πραγματικότητα.

ΟΙ ΜμΕ

Στο μεταξύ σε κατακόρυφη αύξηση του κόστους παραγωγής, αναμένεται να οδηγήσει η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους για τη συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων, σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας τον Σεπτέμβριο. Συγκεκριμένα, το 68% των ΜΜΕ εκτιμούν, ότι οι διεθνείς αυξήσεις θα επηρεάσουν πολύ και πάρα πολύ το κόστος παραγωγής, καθώς όσο περισσότερο εξαρτημένες είναι οι επιχειρήσεις από το ενεργειακό κόστος, τόσο μεγαλύτερες επιπτώσεις αναμένουν από τις διεθνείς αυξήσεις.

Ανατιμήσεις

Ως εκ τούτου, όπως αναφέρει το ΒΕΑ, σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις εκτιμούν, ότι οι τιμές των προϊόντων / υπηρεσιών τους θα αυξηθούν γύρω στο 10% εξαιτίας των ανατιμήσεων στην ενέργεια, ενώ ένα 15% εκτιμούν ότι η αύξηση θα ξεπεράσει ακόμη και το 30%! Μάλιστα από την έρευνα του Β.Ε.Α προκύπτει, ότι σημαντικές αυξήσεις τιμών ετοιμάζουν ακόμη και εκείνες οι επιχειρήσεις που δεν εξαρτώνται υπέρμετρα από το ενεργειακό κόστος.

Και όλα αυτά, καθώς το ηλεκτρικό ρεύμα από παρόχους, κυριαρχεί ως μορφή ενέργειας και αποτελεί το βασικό ενεργειακό κόστος για το 95% περίπου των επιχειρήσεων. Με ποσοστά κάτω από το 10% ακολουθούν οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο και πετρέλαιο, ενώ το ποσοστό των εταιρειών που κάνουν χρήση των φωτοβολταϊκών, είναι ελάχιστο.

Συνολικά, η ενέργεια αποτελεί κυρίαρχο συντελεστή κόστους (άνω του 20%) για το ένα τρίτο των βιοτεχνικών επιχειρήσεων, με την Έρευνά του ΒΕΑ να αναδεικνύει, ότι η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στο μέγεθος της εταιρίας, καθώς για το ένα τρίτο των εταιρειών με προσωπικό άνω των 50 ατόμων, το ενεργειακό κόστος ξεπερνά το 20% και για ένα άλλο τρίτο το 35%.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον, έχει το γεγονός ότι το 9% των επιχειρηματιών που συμμετείχαν στην έρευνα, δεν γνώριζαν το ποσοστό συμμετοχής του ενεργειακού κόστους στο συνολικό κόστος παραγωγής τους. Ένα ενδιαφέρον γεωγραφικό στοιχείο, θέλει τις επιχειρήσεις – κυρίως του ανατολικού τομέα και στη συνέχεια του κεντρικού τομέα της Αττικής – να έχουν ακόμη μεγαλύτερο κόστος ενέργειας, ενώ πρέπει να σημειωθεί, ότι τόσο η παραγωγή, όσο και οι υπηρεσίες της βιοτεχνίας, έχουν την ίδια ενεργειακή απαίτηση.

Ανεπαρκή τα μέτρα

Όπως τονίζεται σχετικά η ενεργειακή κρίση βρίσκει την πραγματική οικονομία ανοχύρωτη, καθώς τρεις στους τέσσερις επιχειρηματίες δεν έχουν ακόμη αναζητήσει τρόπους για παραγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, έναντι του μόλις 10% εξ’ αυτών, που το έχει ήδη κάνει. Σημειώνεται, ότι με την ενεργειακή κρίση να δείχνει επί του παρόντος ανεξέλικτη, τρεις στους τέσσερις επιχειρηματίες, προχωρούν σε αμυντικές κινήσεις στρατηγικής, σχεδιάζοντας την αγορά μηχανημάτων χαμηλότερης ενεργειακής κλάσης ή παραγωγής ΑΠΕ, με χρηματοδοτικές ενισχύσεις.

Την ίδια στιγμή, η Κυβέρνηση δείχνει μεν να αντιλαμβάνεται το μέγεθος του προβλήματος και να προχωράει στις εξαγγελίες σειράς μέτρων, ωστόσο οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες δεν φαίνεται να ικανοποιούνται, καθώς περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις (51%) που συμμετείχαν στην Έρευνα του Β.Ε.Α αξιολογούν τα κυβερνητικά μέτρα ανεπαρκή, 45,9% επαρκή σε μικρό βαθμό, με μόνο ένα 3% να θεωρεί πως αυτά επαρκούν σε μεγάλο βαθμό.