Στο πλαίσιο αυτό συνεδρίασε στις 8 Μαΐου το Δημοτικό Συμβούλιο Χαϊδαρίου, για να πάρει θέση απέναντι στις προτάσεις της κυβέρνησης. Το ψήφισμα της δημοτικής αρχής, που βάλλει σκληρά κατά των κυβερνητικών σχεδιασμών, πέρασε κατά πλειοψηφία με 18 υπέρ και 10 κατά. Το καταψήφισαν όλες οι παρατάξεις της αντιπολίτευσης. 
Ακολουθεί το, δελτίου Τύπου της δημοτικής αρχής, που περιέχει το ψήφισμα.

 

Απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου Χαϊδαρίου για Κλεισθένη Ι

Σε συνεδρίαση με μοναδικό θέμα το νέο σχέδιο νόμου που φέρνει η Κυβέρνηση με σκοπό να εναρμονίσει, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, το θεσμικό πλαίσιο με τις ανάγκες ενίσχυσης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, το Δημοτικό Συμβούλιο Χαϊδαρίου συζήτησε και αποφάσισε κατά πλειοψηφία το ψήφισμα της Δημοτικής Αρχής, με (18) υπέρ και (10) κατά. Το ψήφισμα καταψήφισαν όλες οι παρατάξεις.

Αναλυτικά η απόφαση:

«Με αφετηρία το νέο κύκλο των αναδιαρθρώσεων στο χώρο της τοπικής διοίκησης που φέρνει με το νομοσχέδιο “Κλεισθένης 1” η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, στήνεται διευρυμένα ένα πλαίσιο αποπροσανατολισμού και καθυπόταξης των εργατικών λαϊκών στρωμάτων εν μέσω διευρυμένης φτώχειας, ανεργίας και γενικευμένης ανασφάλειας, που κλιμακώνεται και προσαρμόζεται στις ανάγκες της νέας φάσης του κύκλου της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος.

Πέρα από αντιπαραθέσεις – υπαρκτές και ανύπαρκτες- με τη ΝΔ, το Κίνημα Αλλαγής (πρώην ΠΑΣΟΚ), και τα στελέχη τους σε ΚΕΔΕ – ΕΝΠΕ,  επιδιώκεται από την μεριά της κυβέρνησης προσπάθεια ευρύτατων συναινέσεων για να υπηρετηθεί πιο στέρεα η αντιλαϊκή κατεύθυνση στους Δήμους όλης της χώρας. Για παράδειγμα τα κυβερνητικά επιτελεία δεν βρίσκουν καμία δυσκολία να είναι συνδαιτυμόνες στα “αναπτυξιακά συνέδρια” με τους “αντιπολιτευόμενους” Περιφερειάρχες – Δημάρχους. Το σύνολο των αστικών κομμάτων ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΑΝΕΛ και τα στελέχη τους σε ΚΕΔΕ, ΕΝΠΕ διαγκωνίζονται για το ποιος θα σηκώσει πιο ψηλά την σημαία “της αποκέντρωσης και της επιχειρηματικότητας”.

Απόδειξη είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των τοπικών αρχών, πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων, τα συλλογικά τους επιτελεία ΚΕΔΕ – ΕΝΠΕ που λειτουργούν με στελέχη των αντίστοιχων κομμάτων και όχι μόνο, διαχειρίστηκαν σε πλήρη σύμπνοια την ίδια πολιτική. Υλοποίησαν την πολιτική επιβολής φόρων, των ελαστικών σχέσεων εργασίας, της εμπορευματοποίησης κοινωνικών τομέων, αποδέχτηκαν την περιστολή της κρατικής χρηματοδότησης, την διεύρυνση της ανταπόδοσης, της διασύνδεσης των τοπικών οργάνων με τις επιχειρήσεις και τις επιδιώξεις τους.

Με το νομοσχέδιο η Κυβέρνηση:

  • Προχωρά σε νέα ληστεία στο λαϊκό εισόδημα με την ένταξη στην ανταπόδοση και των υπηρεσιών πράσινου. Μέτρο που θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την αύξηση των ανταποδοτικών τελών από το 2019. Στο Δήμο μας πρακτικά σημαίνει ότι το κόστος των 750.000 ετησίως της υπηρεσίας πρασίνου, η κυβέρνηση θέλει να το μετακυλήσει με αύξηση της άμεσης φορολογίας του Χαϊδαριώτικου λαού, πάνω από 15% στα δημοτικά τέλη. Ένας ακόμη αντιλαϊκός μποναμάς που προστίθεται σε σειρά από ήδη ψηφισμένα μέτρα που βουλιάζουν το εισόδημα των λαϊκών νοικοκυριών και που υπογραμμίζει ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη πατά πάνω στα αποκαΐδια των λαϊκών δικαιωμάτων και αναγκών.
  • Προχωρά σε σταδιακή μεταφορά νέων φορολογικών βαρών στις πλάτες των λαϊκών νοικοκυριών και νομιμοποίηση παλιών μέσω της Τοπικής Διοίκησης. Αυτό κατά την γνώμη μας το προαναγγέλλουν και το προδικάζουν σειρά από διατάξεις, όπως αυτές της κατηγοριοποίησης των δήμων, καθώς και οι άλλες που φέρνουν σειρά από αλλαγές στην κατανομή των ΚΑΠ και τα κριτήρια που εισάγονται πχ “ίδια” έσοδα, επιχειρηματικότητα, κ.α. Την ώρα που με βάση ψηφισμένο νόμο και το Μεσοπρόθεσμο οι ΚΑΠ παραμένουν καθηλωμένοι και μειωμένοι κατά 62% έως και το 2021 τουλάχιστον. Στο Δήμο μας οι μειώσεις αυτές από το 2011 αφορούν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, αφού το 2010 ο συνολικός προϋπολογισμός ήταν πάνω από 65 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το 2018 ξεπερνούν μόλις τα 33 εκατομμύρια. Χρήματα που θα μπορούσαν να λύσουν τεράστια λαϊκά προβλήματα της πόλης που χρονίζουν και δεν υλοποιούνταν για δεκαετίες (αναβάθμιση στόλου καθαριότητας, πρόσληψη απαραίτητου μόνιμου προσωπικού, αναβάθμιση και ανέγερση νέων αθλητικών και πολιτικών εγκαταστάσεων, παιδικών χαρών, κοινόχρηστων χώρων κλπ).

Αυτό που στρατηγικά επιδιώκεται είναι οι πόροι της τοπικής διοίκησης να έχουν ως κύρια πηγή τους την ανταποδοτικότητα και την επιχειρηματικότητα και η κρατική χρηματοδότηση να έχει “χαρακτήρα εξισορρόπησης”. Η κρατική χρηματοδότηση να συνεπικουρεί την επιχειρηματικότητα και την φοροεισπρακτική δεινότητα των δήμων.

  • Με βάση το νομοσχέδιο οι φορείς της τοπικής διοίκησης, Δήμοι και Περιφέρειες, δημοτικές επιχειρήσεις, αναπτυξιακές Α.Ε. κάθε είδους, διαδημοτικά δίκτυα και οι σύνδεσμοι τους εξοπλίζονται με νέο θεσμικό πλαίσιο ώστε να συνδράμουν, σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, πιο αποφασιστικά τις ανάγκες κερδοφορίας και ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου. Να έχουν πιο ενεργό ρόλο στην εξειδίκευση της αντιλαϊκής πολιτικής στην Περιφέρεια, να κάνουν “πιο ελκυστικό” το χώρο για την προσέλκυση κεφαλαίων και επενδύσεων. Παρά τις αντιρρήσεις των ΚΕΔΕ – ΕΝΠΕ ότι “δεν τρέχει ως θα έπρεπε” την αποκέντρωση, η κυβέρνηση – με σειρά από διατάξεις και δυο κεφάλαια του Νομοσχεδίου με τίτλο «Ενίσχυση της επιχειρηματικής δράσης και της οικονομικής λειτουργίας των ΟΤΑ» και «Νέα πεδία αναπτυξιακής δράσης στην Τ.Α. και τα Ν.Π. των ΟΤΑ” – ανοίγει νέα πεδία για την άνθηση της επιχειρηματικότητας και την αποφασιστική συνδρομή της τοπικής διοίκησης σε έργα και υποδομές που υπηρετούν στρατηγικούς σχεδιασμούς μονοπωλιακών ομίλων. Ζητήματα όπως αυτά της απελευθέρωσης της Ενέργειας και της προώθησης των ΑΠΕ, μεταφορές, αγροτική παραγωγή, διαχείριση των απορριμμάτων, επιχειρηματική αξιοποίηση φυσικών πόρων και δημοτικής γης από το τουριστικό και άλλο κεφάλαιο, η ληστρικά μακρόχρονη παραχώρηση σε επιχειρηματικούς ομίλους της δημοτικής ακίνητης περιουσίας και των υποδομών με συνοδεία προκλητικών φοροαπαλλαγών και διευκολύνσεων, μπαίνουν σε προτεραιότητα.
  • Νομοθετούν μια δήθεν αυτοτελή υπηρεσία με την κύρια αρμοδιότητα σε διορισμένο και με θητεία ανώτερο κρατικό υπάλληλο που προέρχεται από το Μητρώο στελεχών, κάτω από τον έλεγχο του υπουργού Εσωτερικών και σειρά από άλλα διαχειριστικά όργανα ελέγχου και διαμεσολάβησης, που ανεξάρτητα από ετικέτες και καινοφανή ονόματα που τους δίνουν, στόχο έχουν την απρόσκοπτη υλοποίηση της γενικής αντιλαϊκής πολιτικής και πυρήνα της την ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Το δόγμα “έλεγχος νομιμότητας και όχι σκοπιμότητας” είναι καινοφανές και αναδεικνύεται από σειρά ρυθμίσεις του νομοσχεδίου που στόχο έχουν, όπως διάσπαρτα αναφέρεται, “τον έλεγχο συμμόρφωσης των ΟΤΑ” και τη “διαρκή αναβάθμιση της αποτελεσματικότητας της κρατικής εποπτείας κλπ” και αφού η τοπική διοίκηση είναι μέρος του αστικού κράτους και υπηρετεί συντεταγμένα την ιδία πολιτική.
  • Εδώ εντάσσονται και οι διατάξεις για το Οικονομικό Παρατηρητήριο καθώς και αυτές για το “Λογαριασμό εξυγίανσης των ΟΤΑ”. Κύριο εδώ είναι ότι παραμένει η διάταξη που έχει περάσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ότι τυχόν προσφυγή των δήμων στο Λογαριασμό επιτρέπεται μόνο αφού πρώτα έχουν εξαντλήσει τα περιθώρια αναζήτησης τραπεζικού δανεισμού τους. Αν οι τράπεζες δεν βρουν επενδυτικό ενδιαφέρον αναλαμβάνει το υπουργείο Εσωτερικών να επιβάλλει – σε προγραμματική συμφωνία με τον εκάστοτε Δήμο – το σχέδιο, δηλαδή, συρρίκνωσης υπηρεσιών, επιπλέον φόρων, απολύσεις, ιδιωτικοποιήσεις κλπ! Συνεπώς, μεταξύ “Σκύλλας και Χάρυβδης” ο δήμος και γνωστά τα υποζύγια που θα πληρώσουν.
  • Παραμένει το άρθρο που επιτρέπει να παυτούν αιρετοί και όργανα “για σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος” και μένει το ίδιο ασαφές και απειλητικό για όποιον “δεν συνεμορφώθη προς τάς υποδείξεις” του αστικού κράτους και του κεφαλαίου, για όποιον κοίταξε προς την μεριά των λαϊκών αναγκών και δικαιωμάτων.

 Απορρίπτουμε και την παλιά και την νέα εκδοχή των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων στην τοπική διοίκηση. Οι διοικητικές αναδιαρθρώσεις που έγιναν και εξελίσσονται, ούτε έφεραν ούτε θα φέρουν ανάπτυξη προς όφελος του λαού. Καμία φιλολαϊκή τοπική ή περιφερειακή πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει, όσο η γενική πολιτική παραμένει αντιλαϊκή. Καμιά ανάπτυξη για το λαό δεν μπορεί να εξασφαλιστεί σε τοπικό και περιφερικό επίπεδο, αν η κεντρική πολιτική είναι στα χέρια και στην εξουσία της αστικής τάξης και των κομμάτων της.

Με αυτές τις θέσεις στεκόμαστε απέναντι στις αντιδραστικές αλλαγές και με αυτή την θέση που αφορά τους εργαζόμενους, τα φτωχά λαϊκά στρώματα που πλήττονται, επιδιώκουμε την οργάνωση της πάλης, τη διεκδίκηση, την εναντίωση στην κυβέρνηση που προσθέτει και νέες αντιδραστικές ανατροπές.

Καλούμε το Δημοτικό Συμβούλιο να αποφασίσει με  αφετηρία τον αγώνα και τις αγωνίες του λαού και να μην υπάρξει εγκλωβισμός στη λογική για το πώς οι δήμοι θα γίνουν πιο λειτουργικοί και αποτελεσματικοί, στην προώθηση μιας βαθειάς αντιλαϊκής πολιτικής. Να μην υπάρξει αποπροσανατολισμός σε δήθεν ιδιαιτερότητες της τοπικής διοίκησης, σε ιαχές περί χάους και ακυβερνησίας δήμων και περιφερειών κ.α. Κάτι τέτοιο συσκοτίζει τον ταξικό χαρακτήρα των αλλαγών που προωθεί και η σημερινή κυβέρνηση, το ζήσαμε με άλλο τρόπο – εξίσου αποπροσανατολιστικό – και στην φάση που ήρθε και ψηφίστηκε ο “Καλλικράτης”. Ρίχνει στάχτη στα μάτια για τον αντιλαϊκό χαρακτήρα των αλλαγών που ξεκίνησαν πολλά χρόνια πριν την καπιταλιστική κρίση και στόχο έχουν να προσαρμόσουν πιο πιστά την κρατική και τοπική διοίκηση στις ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης, πιο εχθρικά και αδιάφορα απέναντι στις λαϊκές ανάγκες.»