γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης *

«Πάνω στη μαύρη πέτρα στάθηκα να δω το λιόγερμα στη γη της Εορδαίας» (Χρήστος Τουμανίδης, “Ο Χρόνος είναι ο χάρτης μας”)

Στις 7 Ιουλίου του 2020 συμπληρώθηκε ένας χρόνος από την εκλογική νίκη του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας στις βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουλίου του 2019. Λαμβάνοντας ένα ποσοστό γύρω στο 39%, η Νέα Δημοκρατία επικράτησε επί του κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ που έλαβε το 31% των ψήφων, εμβαθύνοντας ουσιαστικά την πολιτική-εκλογική της υπεροχή, που συμπεριέλαβε ως κρίσιμους σταθμούς την νίκη της στις ευρωεκλογές της 26ης Μαϊου του 2019, καθώς και την επικράτηση υποψηφίων που υποστήριξε το κόμμα στις περιφερειακές-δημοτικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν την ίδια ημέρα με τις ευρωεκλογές.

Το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, επί προεδρίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, πέτυχε την σημαντική διεύρυνση της κοινωνικής-πολιτικής του επιρροής, εγγράφοντας ως στοιχεία δράσης, στοχευμένες κοινωνικές αναφορές, παράλληλα με την συγκρότηση ενός πολιτικοϊδεολογικού λόγο που αναδείκνυε, δίπλα στα οικονομικά προτάγματα, μοτίβα δημόσιας τάξης και ασφάλειας (ως προϋπόθεσης για την ανάπτυξη υπό την μορφή της προσέλκυσης επενδύσεων), όπως και επίσης, τις πλαισιώσεις μίας ενίσχυσης και αναβάθμισης των θεσμών. Όλα αυτά, ιδωμένα υπό το πρίσμα μίας εν γένει λαϊκότητας.[1] Με χρονικούς όρους, ο ένας χρόνος που μεσολάβησε από την εκλογική επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας επί του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν ιδιαίτερο πυκνός σε γεγονότα και στις νοηματοδοτήσεις αυτών.

Διαφορετικά ειπωμένο, ο ιστορικός χρόνος που κύλησε από τότε δεν κατέστη κενός και ευθύγραμμος, αλλά, αντιθέτως, το ίδιο το κυβερνών κόμμα διέτρεξε εμπρόθετα την ρευστότητα και την μη-γραμμικότητα του ιστορικού χρόνου. Εάν συνδέει κάτι την επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας και τους πρώτους μήνες της κυβερνητικής της θητείας, με την εκδήλωση της πανδημικής κρίσης, αυτό είναι το στοιχείο της διαχείρισης, της “ικανής” διαχείρισης που καθίσταται, στις αφηγήσεις του κόμματος, ουσιώδης μοχλός διακυβέρνησης. Το τρέχον κείμενο δεν επιθυμεί να προβεί σε έναν απολογισμό του πρώτου χρόνου της Νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης, όσο να προβεί στην ανάδειξη κάποιων βασικών χαρακτηριστικών της, χαρακτηριστικών που τονίσθηκαν ιδιαίτερα.

Με τους ίδιους όρους της κατάστασης ‘εκτάκτου ανάγκης,’ της θεσμικής-υγειονομικής αποτροπής και “ασφάλειας” (η έννοια της”‘ασφάλειας” διαπερνά έντονα τον πολιτικό λόγο του κόμματος), η κυβέρνηση συνέβαλλε στην συγκράτηση της διασποράς του κορωνοϊού στην κοινότητα, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει ιδιαίτερη πίεση έως συστημική αποδιοργάνωση των δημόσιων δομών υγείας, στηριζόμενη πάνω στον άξονα της εξειδικευμένης διαχείρισης-ρύθμισης, που εν προκειμένω ανέδειξε όχι μόνο την διάσταση της επιστημονικής γνώσης, όπως κατά κόρον λέγεται, αλλά και την δυνατότητα της υψηλής αλλά και γειωμένης επιτήρησης της ‘κυκλοφορίας’ του ιού.

Ως προς αυτό, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η δημιουργία ενός αυτόνομου υφυπουργείου Πολιτικής Προστασίας και Διαχείρισης Κρίσεων (Νίκος Χαρδαλιάς), το οποίο και λειτούργησε ως κέντρο εντός κυβέρνησης και κράτους, θεσπίζοντας κανόνες (έλεγχος καραντίνας), και χαράσσοντας πολιτική, τροφοδοτώντας τις αντίστοιχες επεξεργασίες άλλων υπουργείων. Άρα, ένα δίκτυο συνεργασίας και μεταφορών εικόνων για το τι συνιστά την κρίση διαμορφώθηκε σχεδόν από τα πρώτα βήματα της. Τώρα, εστιάζοντας στην ευρύτερη εικόνα, που φέρει την πανδημία αλλά και εκ-βάλλει από αυτήν, θα αναφέρουμε σχετικά με την όλη κυβερνητική πολιτική όπως εκδιπλώνεται στο χρόνο, πως, ενέχει τομείς στασιμότητας έως υστέρησης. Εξ αρχής, η και θετικά “φορτισμένα” αναφορά στο επιτελικό κράτος της κυβερνώσας Νέας Δημοκρατίας δεν εναρμονίζεται με την συγκρότηση ενός δυσκίνητου υπουργικού σχήματος ένα από τα χαρακτηριστικά του οποίου είναι η ύπαρξη πολλών υφυπουργικών χαρτοφυλακίων και ελάχιστων γυναικών.

Σε αυτό το σημείο, εντός του λεγόμενου επιτελικού κράτους, προσδιορίζονται και οι όροι ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας  που συντείνει στην υποβάθμιση ως μορφών χάραξης πολιτικής στρατηγικής τόσο του κόμματος αλλά και κύρια της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας.[2]  Ρεαλιστικά εσφαλμένη αποδείχθηκε και η κατάργηση του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής και η ένταξη του συγκεκριμένου χαρτοφυλακίου σε ένα άτυπα ‘υπερ-υπουργείου’ Προστασίας του Πολίτη, με τον πρωθυπουργό να είναι αυτός που έσπευσε αργότερα (ορθώς) να διορθώσει αυτή την προβληματική κατάσταση.

Παράλληλα, οι μεταρρυθμιστικές προθέσεις της κυβέρνησης σε τομείς όπως αυτός της παιδείας κρίνονται αποσπασματικές, άτολμες (σε αντίθεση με την “μεταρρυθμιστική τόλμη” που προβάλλουν η κυβέρνηση και το κόμμα), και με βραχυχρόνιο ορίζοντα, ενώ, οι βελτιωτικές παρεμβάσεις που εξήγγειλε ο υπουργός Εσωτερικών Τάκης Θεοδωρικάκος άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του, στην κατεύθυνση μεταβολής των δυσλειτουργιών που επέφερε στη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης[3] η μεταρρύθμιση του ‘Κλεισθένη’ επί συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., διακρίνονται από ένα αντιφατικό πνεύμα, μη ακουμπώντας, αφενός μεν το δημαρχιο-κεντρικό μοντέλο άσκησης διοίκησης, και, αφετέρου δε, την κουλτούρα της διαρχίας ή και τριαρχίας που εγκατέστησε.

Συνεχίζοντας, θα επισημάνουμε την έλλειψη στρατηγικής ως προς την δυνατότητα αντιστροφής των ροών διαμόρφωσης ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, κάτι που ενέχει αντίκτυπο και δη αρνητικό αντίκτυπο στον κόσμο της εργασίας, την μονοσήμαντη πρόσληψη των επενδύσεων ως ‘σωτήριας,’ (‘σωτηριολογικός’ λόγος) πρακτικής για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, την απουσία συγκεκριμένης γεω-πολιτικής στρατηγικής με αντίκρισμα και στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις.

Αντίθετα, ενδιαφέρον ενέχει το εγχείρημα της μεταρρύθμισης το οποίο με ψηφιακό πρόσημο εμπερικλείει το υπόδειγμα της διοικητικής αποτελεσματικότητας, από πλευράς του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η λελογισμένη διεθνοποίηση των ζητημάτων που άπτονται των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, η επιλογή της πρώτης γυναίκας Προέδρου της Δημοκρατίας (Κατερίνα Σακελλαροπούλου), η προώθηση σχεδίων “Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας”, και τελευταίο άλλα όχι έσχατο: Η  στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού για την παύση επιτέλεσης, την πρώτη περίοδο της πανδημίας, θρησκευτικών λειτουργιών, στοιχείο που επαναπροσδιόρισε στιγμιαία αλλά δραστικά, τις σχέσεις κράτους και Εκκλησίας. Κοντολογίς, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας σημασιοδοτεί τις προσδοκίες αλλά και μία σειρά αντιφάσεων και υστερήσεων, μέχρι στιγμής.


[1] Σε αυτή την περίπτωση, ο λόγος που αρθρώνει ο επικεφαλής του κόμματος, αναδεικνύει το πρόσημο του πολιτικού φιλελευθερισμού και της, εν ευρεία εννοία, φιλελεύθερης παράταξης, με την δεύτερη αναφορά να επιδιώκει την υπέρβαση του όρου και περαιτέρω του πλαισίου ‘πολιτικό κόμμα,’ τονίζοντας την αμοιβαία διεύρυνση της Νέας Δημοκρατίας που επικάθεται (χωροταξικά) στον πολιτικό χώρο που εκτείνεται από τις παρυφές της κεντροαριστεράς έως τις παρυφές της καθαυτό Δεξιάς. Έτσι, ο αυτο-προσδιορισμός τείνει στον άξονα της ευρωπαϊκής και φιλελεύθερης παράταξης και όχι στην παραδοσιακή Δεξιά, εναρμονισμένη με την δυνατότητα κοινωνικών διευρύνσεων.

[2] Βλέπε και την εύστοχη και κατατοπιστική κριτική του συνταγματολόγου Γιώργου Σωτηρέλη πάνω στο επιτελικό κράτος της Νέας Δημοκρατίας που και ως όρος ακόμη, φέρει εν σπέρματι πλαισιώσεις ‘management’ εντός κυβέρνησης και κυβερνητικής πολιτικής. Σωτηρέλης Γιώργος, ‘Ποια είναι η αποτίμηση της θεσμικής αξιοπιστίας,’ στο: ‘Οι 365 ημέρες της νέας διακυβέρνησης,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο,’ 04-05/2020, σελ. 4-5.

[3] Βέβαια, ευκαιρίες διανοίγει το αυτοδιοικητικό σχέδιο με την επωνυμία ‘Αντώνης Τρίτσης’ που οφείλει να προσλάβει χαρακτηριστικά ατζέντας για την Τοπική Αυτοδιοίκηση της σύγχρονης μετα-νεωτερικής εποχής (η Τοπική Αυτοδιοίκηση εν καιρώ κρίσεων)  κινούμενο πέραν της απλής χρηματοδοτικής λειτουργίας.

* υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ