Πέτρος Συρίγος, Κοινωνιολόγος

Αναφορικά με τον δημόσιο διάλογο που διεξάγεται αυτές ημέρες, με θέμα την κούρσα στρατιωτικών εξοπλισμών ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία θα ήθελα να διατυπώσω μερικές σκέψεις. Σε όλες τις καταστάσεις και για όλα τα πράγματα παίζει ρόλο η οπτική γωνία που τα βλέπει κάνεις. Ειδικά στις πολύπλοκες διεθνείς σχέσεις μεταξύ των χώρων δύσκολα κάποιος έχει ολιστική αντίληψη των πραγμάτων και των καταστάσεων που συνήθως ορίζεται ως ατζέντα από τις μεγάλες δυνάμεις παγκοσμίως. Είναι σίγουρο ότι τίποτα δεν είναι έτσι όπως φαίνεται.

Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι δυο χώρες που ανταγωνίζονται εδώ και πάρα πολλά χρόνια, σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Υπάρχει μια επιθετική ρητορική τουλάχιστον από την πλευρά της Τουρκίας, η οποία ωθεί και συντηρεί την παραπάνω πρακτική. Θερμά επεισόδια, μικρά ή μεγάλα, οδήγησαν μάλιστα τα τελευταία χρόνια στα πρόθυρα του πολέμου π.χ (Ίμια 1996, oruc reis, Έβρος 2020) και άλλα, τα οποία δεν μαθαίνουμε ποτέ.

Εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς: Γιατί τόσα χρόνια οι δύο χώρες δεν είναι ικανές να βρουν έναν τρόπο συνεννόησης, ώστε αυτή η ένταση να μειωθεί και τα τεράστια κονδύλια των στρατιωτικών εξοπλισμών, να διατεθούν για άλλου είδους ανάγκες όπως έργα υποδομών και
έργα ανάπτυξης, τα οποία αναμφισβήτητα θα ωφελούσαν και τις δυο χώρες.

Μια εξήγηση είναι, σίγουρα ο έντονος αναθεωρητισμός της Τουρκίας και η επιθετική της ρητορική καθώς και οι διεκδικήσεις της εις βάρος της Ελλάδας. Γι’ αυτό και η Ελλάδα, είναι υποχρεωμένη συνεχώς να βρίσκεται σε κατάσταση άμυνας. Η Ελλάδα δεν έχει άλλα ανοιχτά μέτωπα με άλλους γείτονες της και δεν προβαίνει σε αντιπαραθέσεις – προκλήσεις τουλάχιστον στον βαθμό της Τουρκίας. Η Ελλάδα ούτε από τα βόρεια, ούτε από τα δυτικά έχει εντάσεις και πολύ περισσότερο με τους νότιους γείτονες της με τους οποίους διατηρεί πολύ καλές διπλωματικές σχέσεις. Ακόμα και με την βόρεια Μακεδονία βρέθηκε δίαυλος συνεννόησης και έχουν αποκατασταθεί οι διπλωματικές σχέσεις, έστω κι αν κάποιοι πιστεύουν ότι η Ελλάδα έκανε τεράστιες παραχωρήσεις (το ίδιο βέβαια πιστεύουν και κύκλοι των Σκοπίων, ότι δηλαδή τα Σκόπια έκαναν τεράστιες υποχωρήσεις  προκείμενου να επέλθει  συμφωνία). Η ουσία είναι ότι δεν έχουμε αντιπαραθέσεις τέτοιες που να δημιουργούν θερμά επεισόδια και προβλήματα.

Η Τουρκία από την άλλη, επιδιώκει να εξοπλίζεται συνεχώς, έχοντας αναπτύξει και η ίδια στρατιωτική βιομηχανία (η οποία μάλιστα εξάγει), διότι εκτός από τα ανατολικά και νότια σύνορα της, όπου έχει μέτωπα ανοιχτά, κάνει προσπάθεια να φανεί ως μια περιφερική δύναμη στην περιοχή της Μεσογείου, επιδιώκοντας τα τελευταία χρόνια να καλύψει το κενό που άφησαν οι ΗΠΑ. Έτσι έχει έρθει σε ρήξη, ειδικά με τα κράτη της Μεσογείου τα οποία δεν μπορούν να δεχτούν την Τουρκία στην θέση του χωροφύλακα. Η στάση της Τουρκίας έχει δημιουργήσει προβλήματα στις σχέσεις της και με την Ευρώπη και ειδικότερα με την Γαλλία, η οποία θέλει να παίξει τον ίδιο ρόλο στην Μεσόγειο.

Μια άλλη οπτική της υπάρχουσας κατάστασης είναι το πώς βλέπουν τα πράγματα οι άλλες δυνάμεις, ειδικότερα οι ΗΠΑ, οι οποίες είναι ο κύριος προμηθευτής στρατιωτικού εξοπλισμού όχι μόνο στη Τουρκία, αλλά και στην Ελλάδα, και οι οποίες ΗΠΑ καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις ισορροπίες στην περιοχή (δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, ενώ έχουν στρέψει το βλέμμα τους κυρίως την Σινική Θάλασσα, λόγο των τελευταίων εξελίξεων με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, έχουν αναβαθμίσει σημαντικά τις βάσεις τους στην ανατολική Μεσόγειο).

Γεγονός είναι ότι η Τουρκία, είναι μια μεγάλη δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο αλλά και στην Ασία. Διαθέτει το μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, μετά τις ΗΠΑ, κάτι που δεν πρέπει να αγνοούμε. Οι ΗΠΑ, όπως και οι άλλες χώρες που πουλούν στρατιωτικό εξοπλισμό, βλέπουν τις δυο χώρες ως πελάτες, άρα κάθε αγορά νέου στρατιωτικού υλικού κι εξοπλισμού αυξάνει την οικονομία τους, αναπτύσσει τη βιομηχανία τους και ενισχύει την αγορά εργασίας τους. Όσο κι αν αυτό ακούγεται κυνικό, αυτή είναι η αλήθεια.

Με δεδομένο ότι και οι δυο χώρες Ελλάδα και Τουρκία είναι μέλη του ιδίου αμυντικού συνασπισμού (ΝΑΤΟ) είναι και τυπικά τουλάχιστον σύμμαχοι. Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ, οι οποίες ηγούνται αυτού του αμυντικού συνασπισμού, θέλουν τους συμμάχους τους στην περιοχή, με σύγχρονο εξοπλισμό για να μπορούν να ανταπεξέλθουν σε συνθήκες, αν όταν κι όπου χρειαστεί, για λογαριασμό της αμυντικής συμμαχίας. Δεν θα αφήσουν λοιπόν καμία από τις δυο χώρες με παλαιό εξοπλισμό, τέτοιο που να μην μπορεί να ανταπεξέλθουν σε εξωτερικούς κινδύνους, διότι οι ΗΠΑ ,τότε χάνουν μέρος του κύρους τους αλλά και της δύναμης τους να επιβάλουν την εξουσία τους.

Τους συμφέρει, άσχετα από τις μεταξύ τους αψιμαχίες, να έχουν μια υπολογίσιμη ετοιμοπόλεμη στρατιωτική δύναμη στην περιοχή, που όχι μόνο δεν τους κοστίζει τίποτα, αλλά αντίθετα, θα έχουν και τεράστιο οικονομικό όφελος.

Με αυτά τα δεδομένα οι δύο χώρες θα συνεχίσουν να εξοπλίζονται, ακόμα κι αν δεν είχαν καμία μεταξύ τους, διαφορά. Κάποιο γεγονός, ακούσιο ή εκούσιο, τεχνικό ή μη, θα δημιουργούσε ένταση κι έτσι αυτό το παιχνίδι, αν κι επικίνδυνο, να παράμενε κερδοφόρο κι ωφέλιμο. Τέλος, να γιατί οι ΗΠΑ, δεν θα αφήσουν την Τουρκία να μπει εμπόδιο στη νέα αγορά στρατιωτικού υλικού, που ανοίγεται στις σκανδιναβικές χώρες με την ένταξη τους στο ΝΑΤΟ μια κι είναι ιδιαίτερα επικερδής από τη μια και από την άλλη, φέρνει τη συμμαχία πολύ κοντά στη Ρωσία που είναι ο αντικειμενικός στόχος.