Τις συζητήσεις στην επιστημονική κοινότητα για την αναγκαιότητα ή όχι τρίτης δόσης εμβολίου κορονοϊού αναμένεται να πυροδοτήσει έρευνα, σύμφωνα με την οποία τα εμβόλια λειτουργούν καλά μέχρι στιγμής και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χρειάζονται ακόμη αναμνηστική δόση.

Οι κυβερνήσεις θα ήταν καλύτερα να επικεντρωθούν στην ανοσοποίηση των μη εμβολιασμένων και να περιμένουν περισσότερα δεδομένα για το ποια εμβόλια θα ήταν πιο αποτελεσματικοί και σε ποιες δόσεις, υποστήριξαν οι συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους είναι δύο εξέχοντες εμπειρογνώμονες της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ, στο ιατρικό περιοδικό The Lancet. Βασίστηκαν στην εκτίμησή τους σε ένα ευρύ φάσμα μελετών παρατήρησης στον πραγματικό κόσμο καθώς και σε δεδομένα από κλινικές δοκιμές.

“Καμία από τις μελέτες δεν παρείχε αξιόπιστες αποδείξεις για σημαντική μείωση της προστασίας από σοβαρή νόσηση”, έγραψαν οι συγγραφείς. Θα μπορούσαν επίσης να υπάρχουν πρόσθετοι κίνδυνοι παρενεργειών εάν εισαχθεί τρίτη δόση πολύ σύντομα ή πολύ αργά, είπαν.

Οι περισσότερες χώρες με μεγάλα αποθέματα εμβολίων συζητούν εάν θα διατεθούν αναμνηστικές δόσεις για την ενίσχυση της ανοσίας και θα βοηθήσουν ενδεχομένως να σταματήσει η εξάπλωση της πιο μολυσματικής μετάλλαξης Δέλτα. Επιστήμονες ωστόσο δεν είναι καθόλου σύμφωνοι στο θέμα των ενισχυτικών δόσεων.

Ο ΠΟΥ έχει δηλώσει ότι θα ήταν καλύτερο για τη δημόσια υγεία να επικεντρωθεί στην ανοσοποίηση εκείνων που δεν έχουν εμβολιαστεί για διάφορους λόγους.

“Ακόμα κι αν τελικά η τρίτη δόση αποδειχθεί ότι μειώνει τον μεσοπρόθεσμο κίνδυνο σοβαρών ασθενειών, οι τρέχουσες προμήθειες εμβολίων θα μπορούσαν να σώσουν περισσότερες ζωές εάν χρησιμοποιηθούν σε πληθυσμούς που δεν είχαν εμβολιαστεί προηγουμένως”, έγραψαν οι συγγραφείς. 

Σε όλες τις μελέτες παρατήρησης που έχουν γίνει μέχρι τώρα, ο εμβολιασμός έχει δείξει κατά μέσο όρο 95% αποτελεσματικότητα κατά σοβαρών ασθενειών, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων μολυσματικών παραλλαγών όπως η Δέλτα και περισσότερο από 80% αποτελεσματικότητα στην πρόληψη οποιασδήποτε λοίμωξης. Ακόμη και σε χώρες με υψηλά ποσοστά εμβολιασμού, είναι ανεμβολίαστα άτομα που οδηγούν τη μετάδοση του ιού – και τα οποία διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο να αρρωστήσουν βαριά, διαπίστωσε η μελέτη.