O Εμμανουήλ Ροΐδης στο διήγημά του “Η πρώτη του μονομαχία” περιγράφει ένα γεύμα “εἰς τὸ Δαφνίον, παρὰ τὴν ὄχθην θαλάσσης χρυσῆς“, δηλαδή στον Σκαραμαγκά. Εκεί μιλάει για “τους αμανίτας του Δαφνίου”, δηλαδή τα μανιτάρια, τα οποία εκθειάζει για την ποιότητά τους. Μάλιστα τα συγκρίνει με τα γαλλικά, που προτιμούσαν οι οι σύγχρονοί του καλοστεκούμενοι Αθηναίοι, τα οποία χαρακτηρίζει σαν “ἄχυμα καὶ ἀνούσια δῆθεν μανιτάρια, καλλιεργούμενα εἰς τοὺς ὑπογείους κοπρῶνας τῶν Παρισίων“!

Να λοιπόν που η περιοχή παράγει ένα σπουδαίο προϊόν, για το οποίο ο Ροΐδης μιλάει με τόσο θαυμασμό. Γνωρίζει, μήπως, για την ύπαρξη των μανιταριών στην περιοχή κάποιος από αυτούς που μας διαβάζει τούτη την ώρα; Ας μας πει σχετικά.

Αφορμή για την λογοτεχνική αναφορά του πνευματώδους συγγραφέα στο Δαφνί δίνει το τραπέζι που παραθέτει στους Αθηναίους φίλους του ο βετεράνος Αλγερινός στρατιωτικός και δάσκαλος της μονομαχίας, Μαυρίκιος Ζακού, ο οποίος είναι μαιτρ της ψαρόσουπας bouillabaisse, την οποία μαγείρεψε με νόστιμα ψάρια από τη “χρυσή θάλασσα”, του Σκαραμαγκά και δεξιώθηκε επιτόπου τους φίλους του, κάτω από έναν ουρανό “σαπφείρινον”. Το διήγημα γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1890.  

Ακολουθεί το απόσπασμα για τα μανιτάρια του Δαφνίου:

Τὸ κατόρθωμα τοῦτο τῆς τέχνης του (σσ: την bouillabaisse) μᾶς παρέθεσεν εἰς πρόγευμα, χλιαράν τινα, ἀνέφελον καὶ μόνον κατὰ τὸν Καζαμίαν χειμερινὴν ἡμέραν εἰς τὸ Δαφνίον, ὑπὸ οὐρανὸν σαπφείρινον, παρὰ τὴν ὄχθην θαλάσσης χρυσῆς. Οὐδ’ ἦτο τὸ συμπόσιον μονοπίνακον, ἀλλὰ τὴν ψαρόσουπαν διεδέχθη ἄλλο τι ἄγνωστον εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Ἀττικῆς τοῦ ἀττικοῦ χρώματος προϊόν, ἀμανῖται τοῦ Δαφνίου, ἐφάμιλλοι τῶν φυομένων ὐπὸ τὰς καστανέας τῆς Λιγουρίας. Ἀλλ’ ἐνῶ ἐτρὐφα εἰς τοὺς παρατεθέντες ἡ ὄσφρησις καὶ ἡ γεῦσις, κατείχετο τὸ πνεῦμά μου ὐπὸ εὐλόγου δυσφορίας, ματαίως ἀγωνιζόμενον ν’ ἀνεύρῃ πῶς τὸ ἔδαφος τοῦτο τῆς Ἀττικῆς, τὸ ἐξακολουθοῦν νὰ γεννᾷ βολβοὺς κατ’ οὐδὲν κατωτέρους τῶν ὑμνηθέντων πρὸ εἴκοσιν αἰώνων ὑπὸ τῶν Δειπνοσοφιστῶν, γεννᾷ συγχρόνως ἀνθρώπους εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἀναισθήτους, ὥστε νὰ προτιμῶσι τούτων τὰ καλλιεργούμενα ἢ μάλλον κατασκευαζόμενα εἰς τοὺς ὑπογείους κοπρῶνας τῶν Παρισίων ἄχυμα καὶ ἀνούσια δῆθεν μανιτάρια. Πῶς ταῦτα μὲν νὰ πληρώνωνται πέντε φράγκα τὸ κουτίον, οἱ δὲ ἐγκλείοντες τὸ ἄρωμα καὶ τὸν χυμὸν τοῦ βουνοῦ βολβοί, νὰ ῥίπτωνται εἰς τὴν θάλασσαν ἢ τοὺς χοίρους, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν τοὺς τρώγουν «οὔτε τὰ πρόβατα, οὔτε τὰ γίδια, οὔτε τὰ γαϊδούρια, οὔτε οἱ Ἀθηναῖοι», ὡς μᾶς ἔλεγαν οἱ χωρικοί.

Ολόκληρο το διήγημα του Ροΐδη “Η πρώτη του μονομαχία”, ΕΔΩ