Ο συμπολίτης Λάζαρος Υφαντίδης κοινοποιεί στην εφημερίδα μας απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, που αφορά την συστηματική κοπή δέντρων στην πόλη μας με την έγκριση του Δημοτικού Συμβουλίου, μετά από προσφυγή του. 

Συγκεκριμένα, ακυρώνεται η απόφαση του Δ.Σ. Χαϊδαρίου, που αφορά στην κοπή των επικίνδυνων προς πτώση δένδρων και κλαδιών στα όρια αρμοδιότητας του Δήμου Χαϊδαρίου, καθώς λαμβάνει υπ’ όψη της μια εισήγηση της Υπηρεσίας Προστασίας & Ελέγχου Περιβάλλοντος του Δήμου που αναφέρεται όχι στο σύνολο των επικίνδυνων προς πτώση δέντρων στα όρια του Δήμου, αλλά σε αυτά που βρίσκονται αποκλειστικά επί της οδού Καραϊσκάκη και  στο Παλατάκι. Με βάση την προσφυγή του κ. Υφαντίδη, στην ουσία το ΔΣ αποφάσισε να εξουσιοδοτήσει (ουσιαστικά εν λευκώ) την Υπηρεσία Πρασίνου του Δήμου να προβαίνει, γενικά και αόριστα, σε προληπτική κοπή των εν δυνάμει «επικίνδυνων» δέντρων (δασικών και μη) που φύονται ανεξαιρέτως εντός των διοικητικών ορίων του Δ. Χαϊδαρίου…

Επίσης, η απόφαση του Δήμου αναφέρεται  σε προβλήματα υγείας των πεύκων δίχως να μνημονεύει με ποιο επιστημονικό τρόπο και από ποιο επιστημονικό φορέα/επιστήμονα Δασολόγο προέκυψε η διαπίστωσή τους. Δηλαδή, φαίνεται να βασίζεται σε επιστημονικά ανυπόστατα συμπεράσματα, προκειμένου να οδηγήσει στη λήψη της απόφασης.

Το “Χαϊδάρι Σήμερα” δίνει συγχαρητήρια στον πολίτη για την επιμονή του να διεκδικήσει επαρκέστερες διοικητικά και επιστημονικά αποφάσεις, που αφορούν το πράσινο της πόλης. Από την άλλη, όπως και οι ίδιοι έχουμε διαπιστώσει, υπάρχουν πράγματι περιπτώσεις μεγάλων δέντρων που εγκυμονούν κινδύνους και κάποια έχουν πέσει σε δρόμους και αυλές, χωρίς ευτυχώς θύματα. Αυτό που μένει σαν συμπέρασμα είναι η Υπηρεσία Πρασίνου και η διοίκηση του Δήμου να προγραμματίζουν προσεκτικά και μετά από επαρκή μελέτη τις ενέργειές τους. Έτσι, πέρα από την ορθή περιβαλλοντική πολιτική που θα εξασφαλίσουν, θα αποφύγουν και την κατηγορία ότι πίσω από τις αθρόες κοπές δέντρων κρύβονται και ρουσφέτια.

Ακολουθεί επιστολή του κ. Υφαντίδη στο “Χαϊδάρι Σήμερα”, η ολόκληρη η απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, καθώς και το περιεχόμενο της προσφυγής του συμπολίτη.

Αγαπητό Χαϊδάρι Σήμερα,

Κατόπιν της έκδοσης σχετικής Απόφασης από την Επιτροπή του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 περί ακύρωσης της υπ’ αριθ. 190/2017 (ΑΔΑ: ΩΦΖΧΩΗ3-Ι6Η) Απόφασης ΔΣ Δ. Χαϊδαρίου  με θέμα:  “Λήψη απόφασης για την κοπή των επικίνδυνων προς πτώση (ασθενών) δέντρων στα όρια του Δήμου Χαϊδαρίου”, σας επισυνάπτω αντίγραφο της ως άνω Απόφασης την οποία θέτω στη διάθεσή σας προς ενημέρωση των δημοτών του Χαϊδαρίου και προκειμένου να εισφέρει στο δημόσιο διάλογο, γύρω από το ζήτημα της συστηματικής κοπής δέντρων, δασικών και μη, που παρατηρείται κατά το τελευταίο 12μηνο εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου και με τη συναίνεση (κατά τα φαινόμενα) των αρμοδίων οργάνων διοίκησης του Δήμου, ζήτημα το οποίο και εσείς έχετε, ορθά, αναδείξει μέσα από το φιλόξενο βήμα σας.

Υπενθυμίζω ότι με την επίμαχη Απόφαση 190/2017 η οποία ψηφίστηκε με πλειοψηφία 22 υπέρ και 2 κατά από το ΔΣ του Δήμου, είχε αποφασιστεί “η  κοπή των επικίνδυνων προς πτώση δένδρων και κλαδιών στα όρια αρμοδιότητας του Δήμου μας, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο από την Υπηρεσία Πρασίνου, εφόσον υπάρχουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα και εγκρίσεις και της συναρμόδιας Υπηρεσίας (Δασαρχείο) όπου απαιτείται, για την ασφάλεια των πολιτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 73 παρ. 3, του άρθρου 65 του Ν.3852/2010 και αναφερόμενα στο εισηγητικό μέρος της παρούσας”. 

Άξιο δε προβληματισμού θεωρώ πως είναι το γεγονός ότι η επίμαχη, προβληματική και πάσχουσα νομιμότητας, όπως αποδείχθηκε, Απόφαση (190/2017), πέρασε από το ΔΣ με 22 ψήφους υπέρ επί συνόλου 28 παρόντων και μόνο 2 ψήφους κατά.

Φιλικά, Λ. Υφαντίδης

Η απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ατττικής.

Απόφαση σελ. 1, Απόφαση σελ. 2Απόφαση σελ. 3Απόφαση σελ. 4Απόφαση σελ. 5Απόφαση σελ. 6

Η επίμαχη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Χαϊδαρίου

Απόφαση 190 ΔΣ Δ Χαιδαρίου

Η προσφυγή του κ. Υφαντίδη

Ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του Ν. 3463/2006 περιφερειακής ενότητας Δυτικής Αττικής, Δυτικού Τομέα Αθηνών και Νοτίου Τομέα Αθηνών

ΠΡΟΣΦΥΓΗ

Λάζαρου Υφαντίδη, κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής, οδός Ικάρων αρ. 52

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ

  1. Της θεωρούμενης απορριπτέας, από 11-10-2017 και με αριθ. πρωτ. 85379/30340/11-10-2017, Προσφυγής μου ενώπιον του κ. Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, λόγω της άρνησης του ως άνω οργάνου να αποφανθεί επ΄ αυτής εντός δύο μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 227 παραγ. 2 του Ν. 3852/2010, όπως μου γνωστοποιήθηκε με το έγγραφο με αριθ. πρωτ. 95296/33640/18-12-2017 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής/Γενική Δ/νση Εσωτερικής Λειτουργίας/Δ/νση Διοίκησης/Τμήμα Τοπ. Αυτ/σης & Ν.Π.

  2. Της υπ’ αριθ. 190 Ορθή Επανάληψη (ΑΔΑ: ΩΦΖΧΩΗ3-Ι6Η) και άνευ αρ. πρωτ. (αρ. πρωτ. αρχικής Απόφασης 27118/27-9-2017) Απόφασης ΔΣ Δ. Χαϊδαρίου με θέμα: «Λήψη απόφασης για την κοπή των επικίνδυνων προς πτώση (ασθενών) δέντρων στα όρια του Δήμου Χαϊδαρίου».

  3. Κάθε άλλης συναφούς πράξεως ή παραλείψεως.

Χαϊδάρι, 05-01-2018

Με την παρούσα προσβάλλω την παραπάνω σιωπηρή άρνηση του κ. Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, να αποφανθεί επί της από 11-10-2017 και με αριθ. πρωτ. 85379/30340/11-10-2017, Προσφυγής μου (ως συμπληρώθηκε με το από 12-10-2017 έγγραφό μου) ενώπιόν του (επισυνάπτεται), ώστε να κριθεί από Εσάς επί της ουσίας η από 11-10-2017 και με αριθ. πρωτ. 85379/30340/11-10-2017 Προσφυγή μου μου (ως συμπληρώθηκε με το από 12-10-2017 έγγραφό μου), η οποία ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ζητώ δε την απόρριψη της σιωπηρής άρνησης του κ. Συντονιστή να αποφανθεί επί της ως άνω Προσφυγής μου, καθώς και να γίνει καθ΄ ολοκληρία δεκτή η από 11-10-2017 και με αριθ. πρωτ. 85379/30340/11-10-2017 Προσφυγή μου (ως συμπληρώθηκε με το από 12-10-2017 έγγραφό μου) κατά της απόφασης με αριθμό 190 Ορθή Επανάληψη (ΑΔΑ: ΩΦΖΧΩΗ3-Ι6Η) και άνευ αρ. πρωτ. (αρ. πρωτ. αρχικής Απόφασης 27118/27-9-2017) Απόφασης ΔΣ Δ. Χαϊδαρίου, με θέμα: «Λήψη απόφασης για την κοπή των επικίνδυνων προς πτώση (ασθενών) δέντρων στα όρια του Δήμου Χαϊδαρίου» (επισυνάπτεται), καθώς και κάθε σχετική διοικητική πράξη, ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράτυπη, αόριστη και καταχρηστική, ως επίσης ζητώ και την, δυνάμει του άρθρου 228 του ν. 3852/10, αναστολή εκτέλεσης αυτής, για τους παρακάτω νόμιμους, βάσιμους και αληθείς λόγους:

  1. ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ

Ο ν.3852/2010 (Α’87) ορίζει, στο άρθρο 227 ότι : 1.α. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλει τις αποφάσεις των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των δήμων, των περιφερειών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών και των συνδέσμων για λόγους νομιμότητας, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης ή την ανάρτησή της στο διαδίκτυο ή από την κοινοποίησή της ή αφότου έλαβε γνώση αυτής…. 2. Ο Ελεγκτής Νομιμότητας αποφαίνεται επί της προσφυγής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της. Αν παρέλθει η ανωτέρω προθεσμία χωρίς να εκδοθεί απόφαση θεωρείται ότι η προσφυγή έχει σιωπηρώς απορριφθεί.

Επιπρόσθετα, στο άρθρο 228 του ν.3852/10 ορίζεται ότι:

1. Ο Ελεγκτής Νομιμότητας μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα με την προσφυγή του προηγούμενου άρθρου, να αναστέλλει με απόφασή του την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. Τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 περ. α΄ του άρθρου 227 ειδοποιούνται από την Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Ο.Τ.Α. για την άσκηση της προσφυγής και τους παρέχεται σύντομη προθεσμία για την έκθεση των απόψεών τους. Αν συντρέχει εξαιρετικός λόγος επείγοντος ο Ελεγκτής Νομιμότητας μπορεί να αναστείλει την προσβαλλόμενη πράξη και πριν από τη διαβίβαση των απόψεων των ανωτέρω νομικών προσώπων. 2. Η αναστολή χορηγείται εφόσον η προσφυγή παρίσταται προδήλως βάσιμη ή κρίνεται ότι ο ασκών την ειδική διοικητική προσφυγή θα υποστεί ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη μέχρι την εξέτασή της. 3. Η πράξη αναστολής ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης του Ελεγκτή Νομιμότητας επί της προσφυγής ή την άπρακτη πάροδο των δύο (2) μηνών, εντός των οποίων οφείλει να αποφανθεί ο Ελεγκτής Νομιμότητας κατά την παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου. 4. Ανάκληση της απόφασης που χορηγεί την αναστολή επιτρέπεται μόνο εφόσον γίνει επίκληση νεότερων κρίσιμων στοιχείων τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη του Ελεγκτή Νομιμότητας κατά την έκδοση της απόφασής του ή μεταβλήθηκαν τα δεδομένα βάσει των οποίων χορηγήθηκε η αναστολή.

Τέλος, στο άρθρο 238 του ν.3852/10 ορίζεται ότι: «1.Μέχρι την έναρξη λειτουργίας της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α. ο έλεγχος νομιμότητας των πράξεων κατά τα άρθρα 225, 226 και 227 του παρόντος ασκείται από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και τις Ειδικές Επιτροπές του άρθρου 152 του Κ.Δ.Κ, οι οποίες βρίσκονται στις έδρες των περιφερειών που ανήκουν στην ανωτέρω Αποκεντρωμένη Διοίκηση, καθώς και τις Επιτροπές Ελέγχου των Πράξεων του άρθρου 68 του Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (π.δ. 30/1996), που βρίσκονται στην έδρα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Οι επιτροπές αυτές συγκροτούνται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης»,

ενώ στο άρθρο 28Α του ν. 4325/15 (Α 47) ως τέθηκε με το άρθρο 24 του ν. 4368/16 (Α 21), ορίζεται ότι: «1. Ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης εκπροσωπεί την Αποκεντρωμένη Διοίκηση και προΐσταται των υπηρεσιών και των υπαλλήλων αυτής. Κατευθύνει, συντονίζει, εποπτεύει και ελέγχει τη δράση των υπηρεσιών και των υπαλλήλων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Ασκεί τις αρμοδιότητες που ασκούσε ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας, καθώς και κάθε άλλη αρμοδιότητα που απονέμεται σε αυτόν ή σε υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης βάσει νόμου.»

Επίσης στο άρθρο 151 του Ν. 3463/2006 ορίζεται ότι: «Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλει τις αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 149 και 150, ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του επόμενου άρθρου, εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έκδοση της απόφασης ή την κοινοποίησή της ή αφότου έλαβε γνώση αυτής».

  1. ΕΜΠΡΟΘΕΣΜΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Στο άρθρο 151 του Ν. 3463/2006 ορίζεται ότι: «Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλει τις αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 149 και 150, ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του επόμενου άρθρου, εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έκδοση της απόφασης ή την κοινοποίησή της ή αφότου έλαβε γνώση αυτής».

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη πράξη του κ. Συντονιστή Α. Δ. Αττικής (άρνηση να αποφανθεί εντός της τασσόμενης από το νόμο προθεσμίας) εκδόθηκε στις 18-12-2017 με το υπ’ αριθ. 95296/33640 έγγραφο, του οποίου έλαβα γνώση στις 22-12-2017 (βάσει αποδεικτικού συστημένου ΕΛΤΑ). Συνεπώς η υπό κρίση παρούσα προσφυγή στην ειδική επιτροπή του άρθρου 152 του Ν. 3463/2006 ασκείται εμπρόθεσμα.

Στο άρθρο 4 του ν.3861/2010 (Φ.Ε.Κ. 112Α/13.7.2010), ως ισχύει, ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 2, όταν είναι κατά νόμο δημοσιευτέες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ισχύουν από τη δημοσίευσή τους, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. 2. Με εξαίρεση τις πράξεις της προηγούμενης παραγράφου, οι λοιπές πράξεις του άρθρου 2 αναρτώνται στο διαδίκτυο κατά τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο και ισχύουν από την ανάρτησή τους. 3. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου 2 του παρόντος δεν θίγουν τις σχετικές δικονομικές ρυθμίσεις ως προς την άσκηση ενδίκων μέσων και βοηθημάτων ούτε τις ρυθμίσεις που ισχύουν για τις διοικητικές προσφυγές. 4. Εάν υπάρχει διαφορά μεταξύ του κειμένου που αναρτήθηκε και του κειμένου της πράξης, ισχύει το αναρτημένο, με εξαίρεση τις πράξεις της παραγράφου 1 του παρόντος. Με ευθύνη του προσώπου ή οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη γίνονται αμελλητί οι αναγκαίες διορθώσεις στο κείμενο που έχει αναρτηθεί στο δικτυακό τόπο. 5. Οι πράξεις που είναι αναρτημένες στο διαδίκτυο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του παρόντος νόμου, με εξαίρεση τις πράξεις της παραγράφου 1 του παρόντος, εξαιρούνται από τις ρυθμίσεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 16 του ν. 3345/2005, όπως αυτές αντικατέστησαν τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 11 του ν. 2690/1999, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς επικύρωση. Αρκεί η επίκληση του ΑΔΑ για την αυτεπάγγελτη αναζήτηση των αναρτημένων πράξεων τόσο κατά τη διεκπεραίωση υποθέσεων των διοικουμένων όσο και κατά την επικοινωνία μεταξύ φορέων».

Η αρχική προσβαλλόμενη απόφαση ΔΣ Δ. Χαϊδαρίου αναρτήθηκε στον ιστότοπο Διαύγεια την 5η-10-2017 και ώρα 14:28:38, λαμβάνοντας μοναδικό αριθμό διαδικτυακής ανάρτησης (ΑΔΑ): ΩΦΖΧΩΗ3-Ι6Η, ως προκύπτει από το διαδικτυακό τόπο Διαύγεια στη διαδρομή:

https://diavgeia.gov.gr/search?query=ada:”ΩΦΖΧΩΗ3-Ι6Η”&page=0 ,

οπότε και έλαβα πλήρη γνώση αυτής και του περιεχομένου της. Συνεπώς και η από 11-10-2017 προσφυγή μου ενώπιον του κ. Συντονιστή Α. Δ. Αττικής ασκήθηκε εμπρόθεσμα.

  1. ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΟΣ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 227 του Ν.3852/2010, ορίζεται ρητώς ότι μόνο όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλλει τις αποφάσεις των συλλογικών και μονομελών οργάνων των ΟΤΑ. Το έννομο συμφέρον, ως ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως, προβλέπεται στο ά. 47 του π.δ. 18/89, έχει τύχει δε σημαντικής νομολογιακής επεξεργασίας. Ως έννομο συμφέρον ορίζεται “η χρησιμότητα που έχει για τον αιτούντα η νομική ρύθμιση (αποκατάσταση της νομικής του κατάστασης που έχει διαταραχθεί από μια διοικητική πράξη), η οποία μπορεί να επέλθει με την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης πράξης ή την ακύρωση της παράλειψης”.

Έννομο συμφέρον για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως/προσφυγής υπάρχει, όταν διαπιστώνεται αφενός η ύπαρξη μιας ειδικής έννομης σχέσης μεταξύ του αιτούντος και της κρίσιμης πράξης και αφετέρου η πρόκληση ηθικής ή υλικής βλάβης σε βάρος του προσφεύγοντος, η οποία και καθιστά αναγκαία την παροχή δικαστικής προστασίας. Το έννομο συμφέρον πρέπει να συγκεντρώνει τρία χαρακτηριστικά: Πρέπει να είναι άμεσο, δηλ. να συνδέεται απευθείας με το πρόσωπο ή την περιουσία του αιτούντος, ενεστώς υπό την έννοια ότι η προκαλούμενη βλάβη πρέπει να υπάρχει τόσο κατά την έκδοση της πράξης όσο και κατά την κατάθεση και τη συζήτηση της αιτήσεως για την ακύρωσή της και, τέλος, προσωπικό, δηλαδή να υφίσταται ο ειδικός δεσμός που προαναφέρθηκε και ο οποίος ανιχνεύεται από την ιδιότητα με την οποία ο αιτών υφίσταται βλάβη. Τα χαρακτηριστικά αυτά, και ιδίως το τελευταίο, επιτελούν εξατομικευτική λειτουργία, συμβάλλοντας στη διάκριση του προσώπου που βλάπτεται, και ως εκ τούτου έχει ανάγκη προστασίας δικαστικής, από τον κύκλο των ενδιαφερομένων για την τήρηση της νομιμότητας και της ευρυθμίας στους κόλπους της Πολιτείας. Άλλωστε μόνο με τις προϋποθέσεις αυτές η ρύθμιση του εννόμου συμφέροντος εναρμονίζεται με το Σύνταγμα, το ά. 20§1 του οποίου συνδέει και εν τέλει επιτρέπει την παροχή δικαστικής προστασίας μόνο στον βλαπτόμενο ως προς έννομα συμφέροντα και δικαιώματά του.

Η λειτουργία των ατομικών δικαιωμάτων έχει χαρακτήρα αρνητικό, αμυντικό, ο οποίος θέτει όρια στη δράση της κρατικής εξουσίας και στοχεύει στη δημιουργία μιας σφαίρας ελεύθερης από κρατική παρέμβαση. Μέσα σ΄αυτήν την οπτική το δικαίωμα στο περιβάλλον σημαίνει υποχρέωση του κράτους να μην προσβάλλει άμεσα ή έμμεσα το περιβάλλον των ατόμων με δραστηριότητες ή αποφάσεις που λαμβάνει στο πλαίσιο της δημόσιας εξουσίας. Η νομική ισχύς του δικαιώματος στο περιβάλλον, ως ατομικού δικαιώματος, είναι επιτακτική, καθιερώνει δηλ. έναν άμεσης ισχύος κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός παράγει έννομα αποτελέσματα από μόνος του, χωρίς να απαιτείται δηλ. η έκδοση του σχετικού νόμου. Επομένως, κάθε άτομο, το οποίο προσβάλλεται από μια διοικητική πράξη στο έννομο αγαθό το οποίο συνιστά γι΄αυτό το περιβάλλον του, μπορεί να ζητήσει ένδικη προστασία, στηριζόμενο απευθείας στη συνταγματική διάταξη του ά. 24§1Σ και να ζητήσει την ακύρωση της πράξης, η οποία έχει δυσμενείς επιπτώσεις και προκαλεί βλάβη στο περιβάλλον.

Φορέας των δικαιωμάτων που συνδέονται με τα κοινόχρηστα πράγματα, ως εν προκειμένω το φυσικό περιβάλλον, είναι ο κάθε «θέσει» ή «δυνάμει» χρήστης τους. Το δικαίωμα χρήσης των κοινοχρήστων συνιστά απόρροια του δικαιώματος επί της προσωπικότητας (ά. 5§1 Σ. και 57 ΑΚ). Η καθολικότητα του δικαιώματος αυτού συνεπάγεται εκτός των άλλων και τη διεύρυνση του εννόμου συμφέροντος. Επιπλέον δε του γεγονότος ότι η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί προστασία μορφής του δημοσίου συμφέροντος, από την προσβολή των περιβαλλοντικών αγαθών απειλείται όχι μόνο η υποβάθμιση του ίδιου του περιβάλλοντος, αλλά και η ζωή, η υγεία και το επίπεδο ποιότητας του βιοτικού πλαισίου, τα κατεξοχήν δηλ. στοιχεία του «οικολογικού υπαρξιακού ελαχίστου».

Επομένως η διαφύλαξη τους ενδιαφέρει αν όχι ολόκληρη την κοινωνία, πάντως ένα ευρύ σύνολο ατόμων, το οποίο έχει μια ειδικότερη σύνδεση με την εκάστοτε περιβαλλοντική προσβολή. Ακόμη, όχι μόνο τα χαρακτηριστικά του προσωπικού και του αμέσου όσο και το στοιχείο του ενεστώτος επηρεάζεται από την ιδιαίτερη φύση των περιβαλλοντικών αγαθών. Ως ενεστώς γίνεται δεκτό το έννομο συμφέρον όταν η βλάβη έχει επέλθει ή όταν απειλείται με βεβαιότητα ή θεωρείται λογικώς αναπόφευκτη στο μέλλον. Όταν όμως τα απειλούμενα αγαθά είναι περιβαλλοντικά στοιχεία, όχι μόνο βάσει επιστημονικών δεδομένων, αλλά και κατά κοινή πείρα, γίνεται δεκτό ότι η καταστροφή τους, εάν επέλθει, θα είναι είτε ανεπανόρθωτη είτε δυσχερέστατα επανορθώσιμη.

Κατά συνέπεια, η πιθανολόγηση ως προς την επέλευση της βλάβης ενδείκνυται να γίνεται αποδεκτή με την πλέον ευρεία και ελαστική της έννοια. Αυτό εξάλλου απαιτούν και οι βασικές αρχές της περιβαλλοντικής προστασίας: η αρχή της πρόληψης και η αρχή της προφύλαξης, οι οποίες αφενός προβλέπονται ρητώς στο ά. 174 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης και αφετέρου διατρέχουν όλη τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών κοινοτήτων και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συμφώνως προς την αρχή της πρόληψης και δεδομένου ότι η επανόρθωση των περιβαλλοντικών ζημιών είναι δυσχερώς επανορθώσιμη, η αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος απαιτεί τα προστατευτικά μέτρα να λαμβάνονται προληπτικώς, να αρκείται δηλ. στην πιθανολόγηση επέλευσης της βλάβης, ως απαραίτητου στοιχείου θεμελίωσης ενεστώτος εννόμου συμφέροντος.

Συμφώνως προς την αρχή της προφύλαξης, η οποία επεκτείνει και διευρύνει την αρχή της πρόληψης, τα προστατευτικά μέτρα του περιβάλλοντος πρέπει να λαμβάνονται, ακόμη και όταν δεν υπάρχει πλήρης επιστημονική βεβαιότητα και απόδειξη για τις δυσμενείς περιβαλλοντικές συνέπειες μιας δραστηριότητας. Αρκεί να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για σοβαρές περιβαλλοντικές βλάβες.

Άξονας της διευρυντικής τάσης του ΣτΕ ως προς το έννομο συμφέρον υπήρξαν εξαρχής η έννοια της «οικολογικής γειτνίασης» και η ιδιότητα του περιοίκου. Στο φυσικό πρόσωπο, το οποίο είχε μεν μια έννομη σχέση με τον χώρο, στον οποίο εκδηλωνόταν η περιβαλλοντική βλάβη, αναγνωριζόταν κατά κανόνα έννομο συμφέρον για την προσβολή της διοικητικής πράξης ή παράλειψης, η οποία προκαλούσε αυτή τη βλάβη. Δεδομένου δε ότι οι δυσμενείς συνέπειες μιας περιβαλλοντικής βλάβης, συνήθως, δεν περιορίζονται αποκλειστικώς στο σημείο όπου αυτή εκδηλώνεται αρχικώς, αλλά διαχέονται και αφορούν έναν ευρύτερο χώρο, ανάλογη υπήρξε και η διεύρυνση του κύκλου των προσώπων, τα οποία από χωρική άποψη θεμελίωναν έννομο συμφέρον για την αποτροπή ή την άρση αυτής της βλάβης. Σε αυτό το πλαίσιο έγινε εξαρχής δεκτό ότι έχουν έννομο συμφέρον για προσβολή των πράξεων που βλάπτουν το περιβάλλον τους, οι κάτοικοι και οι δημότες της περιοχής (π.χ. ΣτΕ 2233/79, 89/91, 4766/95), οι κάτοικοι γειτονικής περιοχής (ΣτΕ 4576/77) και οι περίοικοι (ΣτΕ 1491/78, 930/82, 3781/85, 1322/89).

Εν προκειμένω και σε πλήρη αρμονία με τα προεκτεθέντα, τυγχάνω μόνιμος κάτοικος του Δ. Χαϊδαρίου, η δε μόνιμη κατοικία μου βρίσκεται μερικές εκατοντάδες μέτρα από τον πευκότοπο της οδού Καραϊσκάκη και το ιστορικό πάρκο “Παλατάκι” του Δ. Χαϊδαρίου που μνημονεύονται στην επίμαχη απόφαση του ΔΣ Δ. Χαϊδαρίου, τεκμηριώνοντας, σε συνάρτηση με το γεγονός της πρόκλησης ανεπανόρθωτης περιβαλλοντικής βλάβης από την εφαρμογή της προσβαλλόμενης, το χαρακτήρα του άμεσου, ενεστώτος και προσωπικού εννόμου συμφέροντος που συντρέχει στο πρόσωπό μου.

4. ΛΟΓΟΙ ΑΚΥΡΩΣΗΣ

Κάθε παραγόμενη από τη Διοίκηση διοικητική πράξη πρέπει να εδράζεται σε συγκεκριμένους άξονες του δικαιικού μας συστήματος. Δύο από τους βασικότερους εξ αυτών είναι η αρχή της νομιμότητας της διοικητικής δράσης και η αιτιολογία των διοικητικών πράξεων.

Σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας που διέπει τη δράση της Δημόσιας Διοίκησης, αυτή δεσμεύεται από τους κανόνες δικαίου που ρυθμίζουν την οργάνωση και τη λειτουργία της, δηλαδή μπορεί να προβεί μόνο στις ενέργειες που προβλέπουν οι ως άνω κανόνες και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αυτοί τάσσουν.

Ουσιώδους σημασίας είναι η αιτιολογία κάθε διοικητικής πράξης. Θα πρέπει δηλαδή να εκτίθενται τα νομικά και πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχτηκε η Διοίκηση προκειμένου να προχωρήσει στην έκδοση αυτής της πράξεως, τα οποία είναι δυνατόν να αφορούν είτε τη νομιμότητα είτε τη σκοπιμότητά της.

Η αιτιολογία των διοικητικών πράξεων προβλέπεται ευθέως στο άρθρο 10 παρ. 1 του Συντάγματος το οποίο ορίζει: «Καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΑ σε εκείνον που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με τον νόμο».

Στο άρθρο 17 του ΚΔΔιακ. (ν.2690/99) προβλέπεται επίσης: «Η ατομική διοικητική πράξη πρέπει να περιέχει αιτιολογία, η οποία να περιλαμβάνει τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά νόμων προϋποθέσεων για την έκδοσή της. Η αιτιολογία πρέπει να είναι σαφής, ειδική, επαρκής και να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, εκτός αν προβλέπεται ρητώς στο νόμο ότι πρέπει να περιέχεται στο σώμα της πράξης».

Η αιτιολογία των πράξεων απορρέει από την ίδια την αρχή της νομιμότητας και την ανάγκη σεβασμού των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του διοικουμένου. Για να είναι νόμιμη η αιτιολογία πρέπει να είναι σαφής, ειδική και επαρκής. Δηλαδή δεν πρέπει να είναι αόριστη, πρέπει να αναφέρεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και όχι κατά τρόπο γενικό στις νομικές διατάξεις, βάσει των οποίων εκδίδεται η πράξη, καθώς και να επαρκεί ποιοτικά και ποσοτικά για να θεμελιώσει το περιεχόμενο της διοικητικής πράξης.

Αν μια διοικητική πράξη δεν φέρει την απαιτούμενη δικαιολογία τότε υπάρχει παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας που συνιστά και λόγο ακύρωσης, διότι η αιτιολογία αποτελεί έκφραση της αρχής της νομιμότητας της πράξης (ΣτΕ 171/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση και αναφορικά με την προσβαλλόμενη με την από 11-10-2017 ενώπιον του κ. Συντονιστή Α. Δ. Αττικής, υπ’ αριθ. 190/2017 Ορθή Επανάληψη, Απόφαση ΔΣ Δ. Χαϊδαρίου, από τον τίτλο αλλά και το διατακτικό αυτής φαίνεται να αφορά την παροχή έγκρισης του ΔΣ προς την Υπηρεσία Πρασίνου του Δήμου, προκειμένου η τελευταία να προβεί, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο από στην κοπή των επικίνδυνων προς πτώση δένδρων και κλαδιών στα όρια αρμοδιότητας του Δήμου, εφόσον υπάρχουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα και εγκρίσεις και της συναρμόδιας Υπηρεσίας (Δασαρχείο) όπου απαιτείται, για την ασφάλεια των πολιτών, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο εισηγητικό μέρος της παρούσας.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από το σώμα του κειμένου της προσβαλλόμενης Απόφασης, σε αυτή γίνεται λόγος για την από 25-9-2017 εισήγηση της Υπηρεσίας Προστασίας & Ελέγχου Περιβάλλοντος του Δήμου, η οποία αναφέρεται στην άμεση κοπή των επικίνδυνων προς πτώση δέντρων επί της οδού Καραϊσκάκη και της πλατείας Παλατάκι, με προσήμανση του Δασαρχείου.

Πράγματι, όπως μπορεί να διαπιστώσει ο οποιοσδήποτε, η εισήγηση της Υπηρεσίας Προστασίας & Ελέγχου Περιβάλλοντος του Δήμου, με αρ. Πρωτ. 402/25.09.2017 (επισυνάπτεται στην παρούσα προσφυγή), φέρει τον τίτλο θέματος: “Ενέργειες του Τμήματος Πρασίνου που αφορούν τα επικίνδυνα δέντρα στον πεζόδρομο της οδού Καραϊσκάκη και την πλατεία Παλατάκι”, αναφερόμενη σαφώς και αποκλειστικά στην, κατά την εκτίμηση της εκδούσας αυτής Υπηρεσίας, κατάσταση κι ενέργειες ως προς τα δέντρα που βρίσκονται στην οδό Καραϊσκάκη και στο πάρκο/πλατεία Παλατάκι του Δήμου, κι όχι εν γένει στα διοικητικά όρια του Δήμου εν τω συνόλου των.

Δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση αφενός αφορά στην κοπή των επικίνδυνων προς πτώση δένδρων και κλαδιών στα όρια αρμοδιότητας του Δήμου Χαϊδαρίου, και την ίδια στιγμή φαίνεται να λαμβάνει υπ’ όψη της μια εισήγηση της Υπηρεσίας Προστασίας & Ελέγχου Περιβάλλοντος του Δήμου που αναφέρεται όχι στο σύνολο των (λεγόμενων) επικίνδυνων προς πτώση δέντρων στα διοικητικά όρια του Δήμου, αλλά σε αυτά που βρίσκονται αποκλειστικά επί της οδού Καραϊσκάκη και της πλατείας «Παλατάκι».

Προκύπτει λοιπόν ευθέως θέμα ασάφειας και σύγχυσης επί των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων εδράζεται η προσβαλλόμενη πράξη. Λαμβάνει υπόψη της, ως εισήγηση της αρμόδιας Υπηρεσίας (Πρασίνου), την (υποτιθέμενη) κατάσταση των δασικών πεύκων που φύονται επί της οδού Καραϊσκάκη και της πλατείας «Παλατάκι» στο Χαϊδάρι, προκειμένου το ΔΣ να αποφασίσει όπως εξουσιοδοτήσει (ουσιαστικά εν λευκώ) την Υπηρεσία Πρασίνου του Δήμου να προβαίνει, γενικά και αόριστα, σε προληπτική κοπή των εν δυνάμει «επικίνδυνων» δέντρων (δασικών και μη) που φύονται ανεξαιρέτως εντός των διοικητικών ορίων του Δ. Χαϊδαρίου…

Επιπροσθέτως, η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι περαιτέρω ασαφής, αόριστη κι όχι επαρκώς τεκμηριωμένη, στερείται δε νόμιμου ερείσματος, και για τους εξής πρόσθετους βάσιμους λόγους:

  1. Αναφέρεται γενικά και αόριστα σε παροχή εξουσιοδότησης του ΔΣ προς την Υπηρεσία Πρασίνου του Δήμου για κοπή, μελλοντικά, «επικινδύνων» δέντρων στα όρια του Δήμου, δίχως να προσδιορίζει ποια και πόσα είναι αυτά καθώς και με ποια επιστημονική διαδικασία/μεθοδολογία κι από ποιο νόμιμο φορέα θα τεκμαίρεται η όποια επικινδυνότητά τους. Παράλληλα δε, δεν κάνει καμία αναφορά στη διάκριση μεταξύ των προστατευόμενων από τη δασική νομοθεσία δέντρων, η υλοτόμηση των οποίων ρυθμίζεται από το νομοθέτη διαφορετικά από των μη δασικών δέντρων, προκαλώντας σύγχυση ως προς το πεδίο εφαρμογής της.

Πουθενά δε στην κείμενη νομοθεσία δεν προκύπτει να εξουσιοδοτείται νομίμως ο δήμαρχος ή το ΔΣ Δήμου να ορίζει αορίστως και κατά το δοκούν τα περί κοπής δέντρων, κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν που γίνεται στην προσβαλλόμενη.

  1. Αναφέρεται σε υποτιθέμενα συγκεκριμένα προβλήματα υγείας των πεύκων που φύονται εντός των ορίων του Δ. Χαϊδαρίου (υψηλές θερμοκρασίες, κλιματολογικές συνθήκες, ανάπτυξη της πιτυοκάμπης, σηψιρριζία) δίχως να υπάρχει καμία σχετική αναφορά σε αυτά (τα υποτιθέμενα προβλήματα υγείας των πεύκων) στη σχετική εισήγηση της Υπηρεσίας Πρασίνου (που κατά τα λοιπά επικαλείται η προσβαλλόμενη), και δίχως να μνημονεύει με ποιο επιστημονικό τρόπο και από ποιο επιστημονικό φορέα/επιστήμονα Δασολόγο προέκυψε η διαπίστωση των μνημονευόμενων σε αυτή προβλημάτων υγείας των πεύκων. Με τον τρόπο αυτό φαίνεται να βασίζεται σε επιστημονικά ανυπόστατα συμπεράσματα προκειμένου να οδηγήσει στη λήψη της απόφασης.

  2. Δεν κάνει καμία αναφορά, ούτε προκύπτει να εξετάζει την ρητή υποχρέωση του Δ. Χαϊδαρίου, στα πλαίσια των προβλεπομένων από τη Δασική Νομοθεσία υποχρεώσεων (Ν. 998/79 ως ισχύει, άρθρο 58 παρ. 2 “Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης εγκρίνονται οι μελέτες διαχείρισης των πάρκων και αλσών. Της έγκρισης αυτής προηγείται θετική γνώμη της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού όπου αυτή απαιτείται για λόγους προστασίας των αρχαιοτήτων ή κηρυγμένων μνημείων δυνάμει των διατάξεων του ν. 3028/ 2002”, & άρθρο 5 παρ. 2 “Η εκτέλεση κάθε είδους έργων στα πάρκα και άλση ενεργείται μετά από σχετική μελέτη, που εγκρίνεται από την αρμόδια δασική αρχή και με την εποπτεία της. Της έγκρισης αυτής προηγείται θετική γνώμη της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού, όπου αυτή απαιτείται για λόγους προστασίας αρχαιοτήτων”) και στο πλαίσιο της εκ του Συντάγματος (άρθρο 24) επιβεβλημένης αειφόρου διαχείρισης του ιστορικού πευκότοπου της οδού Καραϊσκάκη – πάρκο Παλατάκι, όπως ο τελευταίος προβεί στη σύνταξη και υποβολή προς έγκριση στην οικεία Δασική Υπηρεσία, υπαγόμενη στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής, διαχειριστική μελέτη, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στην Αριθμ. 133384/6587/10.12.2015 Υπουργική Απόφαση “Προδιαγραφές Σύνταξης των Μελετών Διαχείρισης Πάρκων και Αλσών”, ΦΕΚ Β 2828/23-12-2015.

  3. Πουθενά στον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν.3463/06) και υπό το άρθρο 75 αυτού υπό τον τίτλο “Αρμοδιότητες ως επίσης και στο άρθρο 94 του ν.3852/10 υπό τον τίτλο “Πρόσθετες αρμοδιότητες δήμων” δεν μνημονεύεται ανάλογη αρμοδιότητα των Δήμων, τέτοια που να οδηγεί σε λήψη Απόφασης ως η προσβαλλόμενη, από το ΔΣ του Δήμου. Το ζήτημα της κοπής δέντρων αντιμετωπίζεται από την κείμενη νομοθεσία κατά περίπτωση, και ανάλογα αν το προς κοπή (υλοτόμηση) δέντρο εμπίπτει στα προστατευόμενα από τη δασική νομοθεσία (ν.998/79, ΝΔ86/69) είδη ή όχι. Ειδικότερα, στην πρώτη περίπτωση, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 4 του ν.998/79 ως ισχύει: “Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και τα εντός των πόλεων και των οικιστικών περιοχών πάρκα και άλση, το περιαστικό πράσινο, οι κηρυγμένες δασωτέες ή αναδασωτέες εκτάσεις. Στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας υπάγονται και τμήματα πάρκου ή άλσους, τα οποία φέρουν μη δασική βλάστηση συνδέονται όμως οργανικά με το σύνολο του πάρκου ή άλσους υπό την έννοια ότι συμβάλλουν στη διατήρηση της φυσικής ισορροπίας του συνόλου” σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ιδίου νόμου:

1. Η προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων, ως και η λήψις των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων ειδικωτέρων μέτρων, ανήκει εις την αρμοδιότητα της δασικής υπηρεσίας, ενεργούσης κατά τας οικείας περί τούτων διατάξεις ή τας ειδικάς διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Η μέριμνα διά την ανάπτυξιν, βελτίωσιν, αναδάσωσιν και προστασίαν των πάρκων, αλσών και των εντός των πόλεων ή οικιστικών περιοχών δεντροστοιχιών ανήκει εις τους οικείους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή τους επί τη βάσει σχετικής πολεοδομικής μελέτης αναλαβόντας την δημιουργίαν αυτών οικιστικούς φορείς ή εις ίδια νομικά πρόσωπα, επί τη βάσει ειδικών διατάξεων…Η εκτέλεση κάθε είδους έργων στα πάρκα και άλση ενεργείται μετά από σχετική μελέτη, που εγκρίνεται από την αρμόδια δασική αρχή και με την εποπτεία της. Της έγκρισης αυτής προηγείται θετική γνώμη της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού, όπου αυτή απαιτείται για λόγους προστασίας αρχαιοτήτων 3. Η άσκησις των αρμοδιοτήτων άλλων δημοσίων υπηρεσιών ή υπηρεσιών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των δραστηριοτήτων δημοσίων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων δεν δύναται να ενεργήται κατά τρόπον θίγοντα τα, υπό την διαχείρισιν ή την επίβλεψιν του Υπουργείου Γεωργίας, ευρισκόμενα δάση και τας δασικάς εκτάσεις πέραν των, διά των διατάξεων του παρόντος νόμου ή των αποφάσεων της δασικής υπηρεσίας ή του Υπουργού Γεωργίας, τιθεμένων ορίων, ως επίσης και τις διατάξεις των άρθρων 268 & 270 του Δασικού Κώδικα (ΝΔ86/69).

Στη δεύτερη περίπτωση, όταν το δέντρο που βρίσκεται εντός του πολεοδομικού ιστού δεν εμπίπτει στα προστατευόμενα υπό της δασικής νομοθεσίας, τυγχάνουν εφαρμογής τα καθοριζόμενα στο αρθ. 40 παρ. 2 του ν. 1337/83 (ΦΕΚ 33/Α’/14-3-83), σύµφωνα µε το οποίο, για την κοπή δένδρων µέσα σε εγκεκριµένα ρυµοτοµικά σχέδια ή τις ΖΟΕ που δεν προστατεύονται από τις διατάξεις για την προστασία των δασών και των δασικών γενικά εκτάσεων, απαιτείται έκδοση άδειας από την οικεία πολεοδοµική αρχή (νυν Υπηρεσία Δόμησης του ν.4030/11).

Από τα ανωτέρω καθίσταται προφανές ότι το ζήτημα της κοπής δέντρων εντός των ορίων πολεοδομικού σχεδίου των Δήμων ρυθμίζεται κατά περίπτωση από το νομοθέτη με διακριτό και συγκεκριμένο τρόπο, και ουδεμία έκδοση σχετικής διοικητικής πράξης ΔΣ των δήμων χωρεί επ’ αυτού, ούτε άλλωστε και προβλέπεται, καθιστώντας έτσι τη συγκεκριμένη προσβαλλόμενη Απόφαση ως ανυπόστατη και στερούμενη εξουσιοδοτικού ερείσματος από το νόμο.

Αυτό άλλωστε είναι πασιφανές και από το γεγονός ότι ήδη η Υπηρεσία Πρασίνου του Δ. Χαϊδαρίου, ως ομολογεί η τελευταία στο υπ΄αριθ. 402/25.09.2017 έγγραφό της, αλλά και μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (…Επίσης σας ενημερώνουμε ότι έως σήμερα έχει κοπεί ένας συγκεκριμένος αριθμός από τα ήδη προσημειωμένα δένδρα και διενεργείται εκ νέου αυτοψία από το Δασαρχείο…) έχει προβεί σε κοπή αριθμού δέντρων, προφανώς χωρίς να έχει προηγηθεί επί τούτου ανάλογη παροχή έγκρισης υπό τη μορφή σχετικής απόφασης ΔΣ του Δ. Χαϊδαρίου, ως η προσβαλλόμενη. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν, η ίδια διοικητική ενέργεια, (κοπή δέντρων εντός Δήμου) να ρυθμίζεται νομότυπα, στη μια περίπτωση άνευ προγενέστερης σχετικής έκδοσης Απόφασης ΔΣ, και στην άλλη περίπτωση κατόπιν εγκριτικής Απόφασης ΔΣ.

  1. Δεν προκύπτει να έχει παραχθεί η προσβαλλόμενη σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 76 παρ. 1ε του ν.3463/06 σύμφωνα με τις οποίες Οι δημοτικές και κοινοτικές αρχές ασκούν τις αρμοδιότητές τους, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των νόμων, των κανονιστικών διατάξεων της διοίκησης και των κανονιστικών διατάξεων που θεσπίζουν οι ίδιες, σύμφωνα με το άρθρο 79. Κατά την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη:.. ε. Την ανάγκη για υψηλής ποιότητας περιβαλλοντική προστασία και προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και την ανάγκη προώθησης της βιώσιμης ανάπτυξης των περιοχών τους”, καθώς σε κανένα σημείο της αυτής δεν γίνεται καμία σαφής αναφορά σε συγκεκριμένες δράσεις αποκατάστασης των χώρων των προς υλοτόμηση δέντρων.

  2. Μνημονεύει ως ημερομηνία ακριβούς αντιγράφου την 31-8-2017, ενώ την ίδια στιγμή φέρεται, με βάση το ανηρτημένο στον ιστότοπο Διαύγεια κείμενο (ΑΔΑ: ΩΦΖΧΩΗ3-Ι6Η), να βασίστηκε σε συνεδρίαση που τελέστηκε την 26η Σεπτεμβρίου 2017, δηλαδή 26 ημέρες μετά την υπογραφή της.

Για όλους τους παραπάνω λόγους προσφεύγω ενώπιόν σας και ζητώ νόμιμα και εμπρόθεσμα:

– Να ακυρωθεί η από 18-12-2017 και με αριθμό πρωτ. 95296/33640 πράξη της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής περί (σιωπηρής θεωρούμενης) απόρριψης της από 11-10-2017 και με αριθμό πρωτ. 85379/30340/11-10-2017 προσφυγής μου.

– Να ακυρωθεί η απόφαση με αριθμό 190 Ορθή επανάληψη (ΑΔΑ: ΩΦΖΧΩΗ3-Ι6Η) του ΔΣ Δ. Χαϊδαρίου.

– Να ακυρωθεί κάθε άλλη συναφής πράξη η παράλειψη οποιοδήποτε οργάνου του Δήμου Χαϊδαρίου και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής.

Επειδή δε από την εφαρμογή της (αρχικά) επίμαχης προσβαλλόμενης απόφασης (υπ’ αριθ. 190 Ορθή Επανάληψη) από το Δ. Χαϊδαρίου προκαλείται άμεση και μη αναστρέψιμη βλάβη του περιβάλλοντος (καταστροφή/υλοτόμηση δεκάδων δέντρων δασικής πεύκης μεγάλης ηλικίας) και κατ’ επέκταση ανεπανόρθωτη προσβολή της προσωπικότητάς μου σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ζητώ επίσης και την, δυνάμει του άρθρου 228 του ν. 3852/10, αναστολή εκτέλεσης αυτής.

  • Αντίγραφο του υπ’ αριθ. 402/25.09.2017 εγγράφου της Υπηρεσίας

Προστασίας & Ελέγχου Περιβάλλοντος του Δ. Χαϊδαρίου

  • Αντίγραφο της υπ’ αριθ. 190/2017 Απόφασης ΔΣ Δ. Χαϊδαρίου
  • Αντίγραφο της υπ’ αριθ. 190/2017 Ορθή Επανάληψη Απόφασης ΔΣ Δ. Χαϊδαρίου
  • Αντίγραφο της από 11-10-2017 Προσφυγής μου ενώπιον του κ. Συντονιστή Α. Δ. Αττικής
  • Αντίγραφο του από 12-10-2017 συμπληρωματικού εγγράφου μου προς το Συντονιστή Α. Δ. Αττικής
  • Αντίγραφο του με αρ. πρ. 95296/33640/18.12.2017 εγγράφου του κ. Συντονιστή Α. Δ. Αττικής