Central Park Χαϊδαρίου – Διαχείριση Στρατοπέδων

Τα Στρατόπεδα Χαϊδαρίου πρέπει να μείνουν προσπελάσιμα σε όλους, αδόμητα και ατεμάχιστα. Τόσο αρνητικά είναι τα βιώματα από τη μοναρχία του τσιμέντου και της ασφάλτου ώστε σήμερα γίνεται -ειδικά για τις νεώτερες γενιές- λόγος για πολιτισμικό τραύμα εξαιτίας της απουσίας μιας σχέσης βιωματικής με το πράσινο. Η ανάπτυξη δεν μπορεί παρά να είναι κοινωνική. Τα στρατόπεδα βρίσκονται στον αστικό ιστό, και πρέπει να αποδίδονται στις τοπικές κοινωνίες. 

του Γιώργου Τερζάκη*

    
Τόσα χρόνια οι Υπουργοί, όπως και όλα τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ τάσσονταν αναφανδόν υπέρ της παραχώρησης των εκτάσεων αυτών. Ειδικά όμως σε πόλεις όπως το Χαϊδάρι, που έχουν πια τσιμεντοποιηθεί πλήρως, τα στρατόπεδα είναι οι μόνοι πνεύμονες πρασίνου, οι μόνοι αδόμητοι ελεύθεροι χώροι που μπορούν να δώσουν πνοή στους κατοίκους.


Σήμερα το αστικό περιβάλλον αναπλάθεται δραστικά, ενώ η ελάχιστη ελεύθερη γη σπανίζει πια και μειώνεται συνεχώς. Οι τελευταίοι εναπομείναντες ελεύθεροι χώροι με ήπιες ή παρωχημένες χρήσεις δέχονται τεράστιες πιέσεις και συχνά εκχωρούνται στις δυνάμεις της αγοράς.

Η γη αφαιρείται από τους πολίτες ως ελεύθερος δημόσιος ή κοινόχρηστος χώρος και επαναπροσφέρεται ως δομημένο προϊόν με κάποιους ακάλυπτους χώρους.

Η απουσία αστικής διαχείρισης δεν προάγει την πολεοδομία σε καθοδηγητικό πεδίο «εκλογίκευσης» για την εκτίμηση των αναγκών της πόλης και για το «πού» και «τι» και «πώς» θα υλοποιείται η σύγχρονη επιχειρηματική δράση.

Στα αστικά κέντρα σήμερα πια οι ελεύθεροι χώροι είναι ελάχιστοι και όπως φαίνεται σε λίγο θα εξαλειφθούν και αυτοί. Οι απαλλοτριώσεις εκτάσεων πλησιάζουν στο τέλος τους και κατά συνέπεια οι υπάρχοντες αδόμητοι χώροι τίθενται σε άλλη βάση εκμετάλλευσης.

Η εποχή όπου η ανάπτυξη ταυτίζονταν με τις κατασκευαστικές εργασίες και την αλόγιστη κάλυψη εκτάσεων με κτίρια έχει περάσει πια.


Αποδείχθηκε ότι αυτή η νεοφιλελεύθερη οπτική ήταν τελικά εκείνη που φόρτωσε τις πόλεις με τόνους τσιμέντου και τις οδήγησε στην απάνθρωπη σημερινή όψη και στην υποτίμηση της ποιότητας ζωής.  

Οι μεγάλες εκτάσεις που αφέθηκαν ελεύθερες λόγω μεταφοράς της χρήσης τους σε άλλους χώρους, όπως τα ανενεργά στρατόπεδα μέσα ή στις παρυφές των πόλεων, αποτελούν τις τελευταίες ευκαιρίες να μετατραπούν σε φυσικά σημεία αναψυχής και καλλιέργειας του πολιτισμού, σε τόπους ηρεμίας και διοχέτευσης της καθημερινής καταπίεσης σε φυσικές διεξόδους. Και δίπλα στα «εγκαταλελειμμένα» στρατόπεδα προστίθενται εργοστάσια προς κατεδάφιση που μπορούν να αποτελέσουν οάσεις πολιτιστικές, τόπους κοινωνικής δράσης και συνάθροισης μέσα στην ερημιά και τη μοναξιά του υδροκεφαλισμού των πόλεων 

Και φυσικά σε ένα τέτοιο πλαίσιο δεν μπορούμε να δεχτούμε τη μεταφορά δράσεων εκεί επειδή πολύ απλά δε χωράνε αλλού

Το πρόβλημα της στάθμευσης λύνεται με την εκ θεμελίων ανασυγκρότηση της συγκοινωνιακής πολιτικής και όχι με την κατασκευή χώρων στάθμευσης σε ελεύθερο χώρο.


Η χωροθέτηση σχολείων ή διοικητικών υπηρεσιών μπορεί να γίνει κι εκτός πόλης (με την υποχρεωτική μεταφορά των μαθητών εκεί στο πρότυπο των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων) κι όχι σ’ εκτάσεις που θα αναβαθμίσουν την ποιότητα ζωής

Οι ελεύθεροι χώροι, οι περιαστικοί όγκοι, το αστικό πράσινο πρέπει να έχουν ενιαία και αποτελεσματική διαχείριση με κριτήριο κατά προτεραιότητα την προστασία τους.


Ωστόσο, δεν αρμόζει να λησμονήσουμε τη σημασία των ελεύθερων χώρων για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη της παιδικής προσωπικότητας σε συνδυασμό με το παιχνίδι. Το παιχνίδι ως λειτουργία πολύ συχνά και φυσικά δρα στον ανοιχτό, ελεύθερο, υπαίθριο χώρο της πόλης. Οι λεγόμενοι παιδότοποι και οι παιδικές χαρές αποτελούν μια ειδική κατηγορία υπαίθριων – ελεύθερων χώρων μέσα στην πόλη, μιας και πρόκειται για χώρους με εξειδικευμένη χρήση, οι οποίοι άλλοτε διαμορφώνονται ως τεχνητοί και άλλοτε ως φυσικοί, και απευθύνονται σε αυτή τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηστών, τα παιδιά.

Οι ελεύθεροι και ανοικτοί χώροι δίνουν στα παιδιά κάθε ευκαιρία να διαμορφώσουν ένα παιχνίδι στο φυσικό περιβάλλον και να συνδεθούν κοινωνικά και χωρικά με τη γειτονιά, να αναπτύξουν ένα συναισθηματικό δέσιμο με τον τόπο και το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Στους ανοιχτούς χώρους μπορούν να αναπτύξουν ψυχοκινητικές δραστηριότητες, αναγκαίες για τη συναισθηματική τους ισορροπία· έχουν τη μοναδική ευκαιρία να καλλιεργήσουν κοινωνικές επαφές με συνολικούς υποστηρίζοντας την κοινωνική συνοχή μέσα από την ολοκληρωμένη κοινωνικοποίηση του παιχνιδιού και της νεαρής συντροφικότητας – παρέας.

Και η δημοτική διοίκηση έχει άμεση ευθύνη για την ανάπτυξη κατάλληλων χώρων υπαίθριου παιχνιδιού. Ο χώρος παιχνιδιού πρέπει να αποτελέσει βασική της μέριμνα. Οι στατικές παιδικές χαρές είναι μέρος μιας τέτοιας πολιτικής, αλλά σίγουρα η ορθή συναισθηματική και ψυχική ανάπτυξη της παιδικής προσωπικότητας δεν μπορεί να περιοριστεί σε αυτές. 

Είναι αναγκαία όσο ποτέ για την κοινωνική ανάπτυξη και την κοινοτική συνοχή η δημιουργία «περιβαλλοντικών αυλών» και «κήπων για παιδιά» είτε στο εκπαιδευτικό τους περιβάλλον είτε μέσα σε ένα δίκτυο ελεύθερων χώρων στην πόλη που να αποτελούν έναν τρόπο κατανόησης των φυσικών διαδικασιών.

Μέσα στο σύγχρονο αστικό βούρκο, ταλαιπωρημένο από την ατμοσφαιρική ρύπανση και την ατέλειωτη εικόνα μπετόν, μπορούμε να κάνουμε λόγο για ύπαρξη αστικού στρες. Έτσι, το αστικό πράσινο γίνεται μία αναγκαιότητα ψυχικής υγείας και ταυτόχρονα οικολογικής-περιβαλλοντικής επιβίωσης. 

Είναι γεγονός ότι στις πόλεις, το όποιο φυσικό περιβάλλον (πάρκα – άλση, πλατείες, περιαστικό πράσινο, αλέες) υπάρχει επειδή οι αστικές κοινωνίες το έχουν ανάγκη. Μάλιστα, οφείλουν να το διαφυλάσσουν και να το διαχειρίζονται ως «φύση μέσα στην πόλη», στο πλαίσιο της γενικότερης διαχείρισης της πόλης (urban management).


Με το αστικό πράσινο όμως δεν ορίζουμε κάθε λογής πρασινάδα, πάρκων και πλατειών με δέντρα και χλόη. Το αστικό πράσινο είναι η φυσική βιοποικιλότητα μέσα ή στις παρυφές της πόλης· είναι η χλωρίδα που προσελκύει μία πλούσια πανίδα ικανή να συγκριθεί με το φυσικό τοπίο της υπαίθρου. Το αστικό πράσινο ουσιαστικά δεν μπορεί παρά να καλύπτει μεγάλες εκτάσεις σε ενιαία μορφή και όχι αυτή των αποσπασματικών και διακεκομμένων πάρκων.

Δεδομένου μάλιστα ότι η μεταβολή των μετεωρολογικών φαινομένων επηρεάζεται από τη διαφορά θερμοκρασίας και υγρασίας των αερίων μαζών της κατώτερης ατμόσφαιρας και ότι επιφάνειες του εδάφους που έχουν μεγάλη θερμοχωρητικότητα απορροφούν μεγάλες ποσότητες θερμότητας την ημέρα που τις αποδίδουν την νύκτα, ενώ υδάτινες επιφάνειες και δάση ακόμη και την ημέρα είναι ψυχρότερα, η συνέπεια είναι αυτονόητη: οι αέριες μάζες επάνω από τις θερμές επιφάνειες θερμαίνονται και ανέρχονται ενώ τις θέσεις τους καταλαμβάνουν οι βαρύτερες ψυχρές μάζες που λόγω των δασών ή των υδατίνων επιφανειών είναι επιπλέον και φορτισμένες με υδρατμούς.

Έτσι, προκαλούνται οι πρωινοί άνεμοι από τα γύρω βουνά προς τις πεδιάδες, οι λεγόμενοι «καταβατικοί άνεμοι» ή από το δασωμένο περίγυρο των πόλεων προς τις πόλεις, και κατά το μεσημέρι η θαλάσσια αύρα από την θάλασσα προς την ενδοχώρα. Επομένως, σε έναν αστικό χώρο που περιβάλλεται από δάση ή λίμνες και θάλασσα, όπως το Χαϊδάρι, υπάρχει μια κίνηση δροσερού και υγρού αέρα ο οποίος καθαρίζει τον αστικό χώρο από την ατμοσφαιρική ρύπανση.

Πρέπει να τονιστεί ότι η ύπαρξη του πρασίνου σε οποιαδήποτε μορφή είναι ευεργετική τόσο στο μικροκλίμα όσο και στον αυτοκαθαρισμό της ατμόσφαιρας. Πράσινο στην πόλη υπάρχει σε πολλές μορφές. Η σημαντικότερη είναι τα άλση και οι πλατείες, που πρέπει να είναι σε πυκνή κατανομή στον ιστό της πόλης ώστε να δημιουργούν πηγές μείωσης της θερμοκρασίας και καθαρισμού της ατμόσφαιρας, πέρα από τη χρήση τους ως χώρου αναψυχής των κατοίκων.

Όμως σήμερα αναπλάθονται κατά το χειρότερο τρόπο και μετατρέπονται σε επιφάνειες από μπετόν και άσφαλτο με ελάχιστο ή και καθόλου πράσινο· και όπου αυτό υπάρχει είναι απλά γκαζόν και μικροί θάμνοι. Πολλές φορές ακόμη και αν υπάρχουν ψηλά δέντρα, κλαδεύονται με τρόπο που τελικά μένει ο κορμός και τελικά το δέντρο ξεραίνεται. Άλλοτε οι δενδροφυτεύσεις δε στηρίζονται πάνω σε δασικές και γεωπονικές μελέτες ως προς την επιλογή των δένδρων, το κλάδεμά τους, τη λίπανση και τη θέση τους στον αστικό χώρο.

Τούτη η επέκταση της φύσης μέσα στα τσιμεντένια δάση των μεγαλουπόλεων τελικά μπορεί να οδηγήσει σε ιδιαίτερη ανάπτυξη. Οι επισκέπτες των πόλεων θα έχουν πλέον ένα λόγο παραπάνω να διανυκτερεύσουν επιπλέον μέρες δίνοντας ώθηση στην τουριστική ανάπτυξη. Και τουρισμός, φυσικά, δεν είναι μόνο οι ξενοδοχειακές μονάδες, αλλά και όλες εκείνες οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που στηρίζουν κάθε επισκέπτη (καταστήματα εστίασης, μικρά εμπορικά, καφετερίες κλπ). Έτσι, δίπλα στην προαναφερόμενη αντι-αγχωτική δράση του πρασίνου γενικότερα, η τοπική αρχή με τη δημιουργία χώρων φυσικού πλούτου μπορεί να συμβάλλει και αναπτυξιακά.

Εκτός, όμως από τα άμεσα φανερά κέρδη, ας συμπληρώσουμε και τα θετικά οφέλη στην υγεία που οδηγούν σε μία μείωση των ασθενειών. Εξάλλου, στόχος μιας πολιτισμένης κοινωνίας κι ενός κράτους πρόνοιας δεν μπορεί να είναι η αύξηση των νοσοκομείων, αλλά η μείωση των ασθενών. Το ίδιο το κλίμα, παράλληλα, σταδιακά με τη μείωση του τσιμέντου και την ανάπτυξη της χλωρίδας θα αλλάξει καθώς η θερμοκρασία θα μειώνεται αισθητά· μία μείωση που θα οδηγήσει με τη σειρά της σε λιγότερη δαπάνη ενέργειας για κλιματισμό τουλάχιστον.

Το αστικό πράσινο -όπως το ορίσαμε- και οι νησίδες μη-μπετόν θα πρέπει να τεθούν υπό την προστασία ενός πολυσυλλεκτικού φορέα διαχείρισης. Προεξάρχοντα ρόλο θα έχει η οικεία δημοτική αρχή και οι όμορες, ακαδημαϊκοί και μαζικοί φορείς της περιοχής.

Και καθώς η νεοφιλελεύθερη προοπτική των ελεύθερων χώρων επιβάλλει μία επιχειρηματική ανάπτυξη στο όνομα της συντήρησης τέτοιων εκτάσεων, ας αντιπροτείνουμε πράσινα προγράμματα κρατικών κι ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων.

Έτσι, στο πρότυπο της χρηματοδότησης των προστατευόμενων περιοχών και των περιοχών φυσικού κάλλους, μπορούν να εκπονηθούν και να υλοποιηθούν μακροχρόνια προγράμματα οικονομικής στήριξης είτε από τον εθνικό είτε από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.

Η ανάπτυξη, της οποίας το νόημα αλλάζει ο καθένας όπως βολεύεται, δεν μπορεί να ταυτίζεται με εισπρακτικές λογικές. 

Η κοινωνική, λοιπόν, ανάπτυξη θα έρθει μέσα από τις ευκαιρίες για οικονομική τόνωση της ευρύτερης περιοχής. Κάθε σχεδιασμός υπό το πρίσμα της αυτάρκους οικονομικά αξιοποίησης, θα καταλήξει στη φενάκη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Βασική μέριμνα του δημοτικού σχεδίου αξιοποίησης πρέπει να είναι η δημιουργία ευκαιριών ανάπτυξης και όχι η επιβολή της μέσα στους ίδιους τους χώρους. Και τούτο διότι μία τέτοια προοπτική θα καταλήξει τροχοπέδη.  

    Η όποια μελέτη αξιοποίησης οφείλει να σχεδιαστεί βάσει της υπεραξίας της γειτνιάζουσας γης, της ήδη δρομολογημένης εμπορικής ανάπτυξης της οδού ΡΙΜΙΝΙ και των γύρω δρόμων.

Ταυτόχρονα, χρειάζεται να λάβει υπόψη της τη λειτουργία των τριών -μητροπολιτικής εμβέλειας- νοσοκομείων (ΑΤΤΙΚΟ, ΔΑΦΝΙ, ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ) και την πλήρη απουσία ανάλογων χώρων στο πολεοδομικό συγκρότημα.


Στόχος αξιοποίησης των αδόμητων στρεμμάτων αρμόζει να είναι η προσέλκυση επισκεπτών τόσο στον ίδιο το χώρο όσο και στη γύρω περιοχή.
 
 

Central Park

Οι δε τοπικές επιχειρήσεις ανταποδοτικά και αναλογικά μπορούν να αναλάβουν το οικονομικό βάρος -μαζί με το δήμο- συντήρησης των πάρκων. Μέσω ενός ειδικού τέλους -κατά το πρότυπο του Central Park- θα μπορεί το πάρκο να είναι οικονομικά βιώσιμο. Ένα τέλος ως αντιστάθμισμα του αυξημένου κύκλου εργασιών και της έγγειας υπεραξίας. Είναι δυνατόν μάλιστα να υπάρχουν ειδικά σύμφωνα συνεργασίας των επιχειρήσεων με το δήμο που θα προβλέπουν την «υιοθεσία» συγκεκριμένων ζωνών στο πάρκο.

Είναι αναγκαίο να υιοθετηθεί μία μελέτη αξιοποίησης, μία πρόταση «πράσινης ανάπτυξης» και αειφορίας μέσα στο μισητό αστικό τοπίο που θα προαγάγει την ψυχαγωγία, την ερασιτεχνική δημιουργία και το χρηστικό πράσινο (όχι το πράσινο γενικώς κι αορίστως).  Χρηστικό πράσινο δεν είναι το γκαζόν που λειτουργεί ως νησίδα-μη-μπετόν.  

Το πράσινο οφείλει να ικανοποιεί το αστικό πολιτισμικό τραύμα της δια του τσιμέντου οικοδομικής «ανάπτυξης» και ταυτόχρονα να προσφέρει ευκαιρίες οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Το ίδιο το πάρκο θα συμπληρώνουν ό,τι απουσιάζει από την ιδιωτική επιχειρηματική δράση (ερασιτεχνική δημιουργία, χώροι ψυχαγωγίας αναπήρων, ελεύθεροι τόποι κοινωνικής συνεύρεσης, κοινωνική δράση τοπικών φορέων κλπ). 

* Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ