Αστική ανάπτυξη και περιβάλλον, ελληνική αρχιτεκτονική και δημόσιος χώρος

Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρέπει να επεκταθεί άμεσα στο σχέδιασμό και την προοπτική που δίνει η αστική ανάπτυξη, όπου το φυσικό περιβάλλον δεν είναι άσχετο από το αστικό.

Οι δημοτικές αρχές κινούμενες μέσα στη γνωστή ψηφοθηρική τακτική τους αδυνατούν να συγκροτήσουν μία ενιαία πρόταση. Η ίδια η ΚΕΔΚΕ δεν μπορεί να προτείνει ούτε και να συστήσει δικά της προγράμματα συνεργασίας· μόνο γενικόλογες ευχές και ρυθμιστικές προτάσεις θολής και αμφιβόλου αποτελεσματικότητας.

του Γιώργου Τερζάκη*

Η τσιμεντοποίηση και η ευκαιριακή άκριτη πολεοδόμηση (πχ περίπτωση ΑΝΩ ΔΑΣΟΥΣ), άφησαν μακριά την ελπίδα για τη δημιουργία ανθρώπινων πόλεων. Οι ρυμοτομίες και οι πολεοδομικές διατάξεις απλά αποδεικνύουν την απουσία σχεδίου και στρατηγικού σχεδιασμού για μια ανθρώπινη πόλη. Στοιχεία τα οποία στην αρχική ανάπτυξη της οικονομικής επιστήμης θεωρούνταν «ελεύθερα» και «μη οικονομικά», όπως ο αέρας, το νερό, το φως και η ίδια η γη, γίνονται σπάνια, καθώς στις πόλεις αυτές η φύση έχει εξαφανιστεί εντελώς και πρέπει να παραχθεί.

Μια δημοτική αρχή, αφουγκραζόμενη τις ανησυχίες των πολιτών για την προστασία του περιβάλλοντος είναι τοις πράγμασι υποχρεωμένη από τον πολιτικό της ρόλο να σχεδιάσει ένα βιώσιμο φυσικό ανθρωπογενές περιβάλλον. Η ίδια η αρχιτεκτονική των κτιρίων αυτού του περιβάλλοντος οφείλει να σέβεται και να συμπλέει με κάθε νέα βιοκλιματική πρόταση.

Και σαν τέτοια, εννοούμε, την ενσωμάτωση όλων εκείνων των ευαίσθητων και κρίσιμων παραμέτρων, που θα οδηγήσει όχι μόνο στην κάλυψη των κριτηρίων της αναγκαιότητας, της άνεσης και της θελκτικότητας, αλλά και του κριτηρίου της λογικής του οίκου, της οικολογικής λογικής· της εξοικονόμησης, δηλαδή, ενέργειας και της χρησιμοποίησης οικοδομικών υλικών φιλικών προς τον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Οι αστικοί υπαίθριοι χώροι παρουσιάζουν ποικιλία στη μορφή και στις ιδιότητες των στοιχείων και των υλικών τους. η αστική μορφολογία επιδρά σημαντικά στο μικροκλίμα: ο προσανατολισμός, η εγγύτητα σε υδάτινο όγκο, η παρουσία λόφων ή άλλων τοπογραφικών ιδιαιτεροτήτων, τα κτίρια, τα υλικά κ.ά. καθορίζουν τις μικροκλιματικές συνθήκες μιας περιοχής και είναι απαραίτητο να λαμβάνονται υπόψη στο σχεδιασμό των υπαίθριων χώρων. 


Ο σχεδιασμός του τοπίου είναι αναγκαίο να βασίζεται στον κατάλληλο χειρισμό των παραπάνω παραγόντων με στόχο τον έλεγχο της πρόσβασης της ηλιακής ακτινοβολίας, τη ρύθμιση της θερμοκρασίας του αέρα και της σχετικής υγρασίας, την αλλαγή της ανεμορροής και τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα.

Μία σύγχρονη ολοκληρωμένη πρόταση οικολογικής δόμησης στο επίπεδο του κτιρίου-κυττάρου του δομημένου χώρου θα έπρεπε να συνδυάζει τον άρτιο ενεργειακό-βιοκλιματικό σχεδιασμό του κτιρίου, τη χρήση καθαρών οικοδομικών υλικών και των ανάλογων τεχνολογιών δόμησης, την αρμονική σύζευξη του κτιρίου με το φυσικό του χώρο, κυρίως μέσω της σωστής φύτευσης και της επίδρασής της στην τροποποίηση του τοπικού μικροκλίματος και το σχεδιασμό φιλικών προς το περιβάλλον υποδομών (συστήματα φυσικού καθαρισμού λυμάτων, αξιοποίησης απορριμμάτων, ορθολογικής διαχείρισης υδάτινων πόρων κ.ά.).


H απομάκρυνση των δημοτικών αρχών από τους τοπικούς φορείς και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, δηλαδή από τους ίδιους τους πολίτες, τις μετέτρεψε σε ένα μεταμοντέρνο ψυχρό και χωρίς όραμα τεχνοκρατικό μηχανισμό.


Η αρχιτεκτονική, εντάσσεται στις καλές τέχνες. Η μέχρι σήμερα όμως λογική  τη μετέτρεψε σε έναν κατασκευαστικό αντιγραφέα.

Η ελληνική αρχιτεκτονική είναι «παραθετική», αντανακλά χωρίς να εξετάζει, δε δομεί έναν συνεκτικό και διαρκή λόγο, αλλά αρκείται σε σύντομες αναφορές και σε σχολιασμούς. Οι αρχιτεκτονικές εκφράσεις τις περισσότερες φορές αποτελούν μορφολογικούς συνδυασμούς με λειτουργικές αιτιολογήσεις. Τείνουν να απαντήσουν άμεσα και ίσως βεβιασμένα στις συγκεκριμένες απαιτήσεις των πελατών, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν έντονα στοιχεία ασυνέχειας και να εκδηλώνονται συνήθως ως εφήμερες και περιστασιακές λύσεις.

Τα μικρά τετράγωνα σπίτια που συναντάμε σε όλη την ύπαιθρο, αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκής οικοδόμησης. Το παράθυρο, το μπαλκόνι και ο ημιυπαίθριος -που οι νόμοι αποδέχονται το κτίσιμό τους προκειμένου να θησαυρίζει το κράτος- αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής αρχιτεκτονικής.

Η ανθρωποκεντρική αρχιτεκτονική διδάσκει ότι η όψη του κτιρίου μπορεί να είναι σαν ζωντανό ανθρώπινο πρόσωπο που συσπάται ή πάλλεται, εκφράζοντας τις διακυμάνσεις ενός εσώτερου κόσμου. Τα παράθυρα μπορούν και σήμερα να μην είναι απαθείς ή φοβικές «τρύπες», αλλά μάτια ζωντανά, με βλέμμα που αποκαλύπτει όλο το φάσμα των συναισθημάτων.

Η γνωστική αξιοποίηση του κινητού μεταλλασόμενου σκούρου (πατζουριού, ρολού, συρόμενου, ανατρεπόμενου) σε μεγάλο βαθμό ορίζει τη διαφορά. Το σκούρο, όπως το βλέφαρο, μπορεί να είναι ορθάνοιχτο, ανοιχτό, κουφωτό, γερτό, θεόκλειστο. Κάνει τη ματιά του κτιρίου να είναι χαρούμενη, σοβαρή, σκεφτική, μυστηριώδης, ερωτική, λυπημένη.

Στη Ελλάδα, βέβαια, η μεταπολεμική δημοκρατία στηρίχθηκε σ’ ένα μοντέλο αστικής ανάπτυξης του οποίου βασικά χαρακτηριστικά είναι η περιορισμένη κοινωνική στεγαστική πολιτική, η υποκατάστασή της από την αυθαίρετη δόμηση που εκ των υστέρων νομιμοποιούνταν μέσω πελατειακών σχέσεων, και την παράλληλη ανοικοδόμηση των κεντρικών περιοχών με μεγάλες πυκνότητες και περιορισμένους ελεύθερους χώρους, μέσω της «αντιπαροχής». Στο πλαίσιο αυτό η αστική γη και η πόλη ως σύνολο δεν καταχωρείται στην κοινωνική συνείδηση αλλά και στις δημόσιες πολιτικές ως κοινωνικό προϊόν με δυνατότητα κοινωνικού ελέγχου και παρέμβασης αλλά ως άθροισμα ιδιωτικών ιδιοκτησιών και συμφερόντων.

Ένα βασικό κριτήριο για τη δημοκρατική μας στάση και το ρόλο της αυτοδιοίκησης στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες, είναι η σημασία που αποδίδεται από τοπικές αρχές και πολίτες στο δημόσιο χώρο. Έχουμε γράψει πολλά για τη σημασία και την ανάγκη του ελεύθερου χώρου, αλλά ας δούμε μερικές πιο συγκεκριμένες πτυχές.

Η λειτουργία του δημόσιου χώρου και η προστασία του αποτελούν βασική ένδειξη δημοκρατικότητας και σεβασμού τόσο της οικείας αυτοδιοικητικής αρχής όσο και των πολιτών μεμονωμένα. Είναι γνωστά, εξάλλου, τα περιστατικά κατάληψης αυθαίρετης ή νόμιμης κατάληψης του δημόσιου χώρου.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο δημόσιος χώρος μεταφράζεται από την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως ιδιωτικός χώρου του δήμου. Ουσιαστικά η λέξη δημοτικός χώρος ισοδυναμεί πρακτικά με την κατά βούληση χρήση του χώρου από πλευράς του δήμου. Αναλόγως και από ιδιώτες. Ουσιαστικά πρόκειται για μία απάνθρωπη κι άκρως αντιδημοκρατική στάση που αλλοιώνει το αστικό τοπίο και αιχμαλωτίζει τις ελάχιστες σπιθαμές γης σε εμπορικές δραστηριότητες.

Σήμερα όμως βιώνουμε μία ιδιότυπη διείσδυση της μετανεωτερικής λογικής στο δημόσιο χώρο. Η μεταμοντέρνα λογική θρυμματίζει το δημόσιο σε ιδιωτικές προτιμήσεις, τον σπάει. Κι ενώ ο δημόσιος χώρος ξεκινά από την παραδοχή ότι υπάρχουν κοινά αγαθά, κοινές αξίες που καλύπτονται χωρικά σε συγκεκριμένα σημεία, το μεταμοντέρνο (σε συγχορδία με το νεοφιλελευθερισμό) επιβάλλουν μόνο ατομικές τροχιές.

Αυτό που δεν μπορεί να δει αυτή η πρόσκαιρη εκμετάλλευση, είναι ότι ο δημόσιος χώρος κινδυνεύει να γίνει χώρος ατομικών επιλογών στο πρότυπο της κανιβαλιστικής ασυδοσίας των αγορών. Κατηγορούμε -με τον ένα ή άλλο τρόπο τις αγορές­ για την πίεση που ασκούν στις κοινωνίες- αλλά στο μικρόκοσμό μας λειτουργούμε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, αρπάζοντας κάθε σπιθαμή γης.

Στη χώρα μας παρατηρούμε την παρουσία ενός αδύναμου κράτους με μικρή παρουσία στην σφαίρα του δημόσιου χώρου και την ίδια στιγμή ένα αδύναμο σώμα πολιτών που κατέχεται από ισχυρή παρουσία του ιδιωτικού και προσωπικού συμφέροντος και μειωμένη την αίσθηση της κοινωνικής του ταυτότητας. Μέσα από ένα τέτοιο πρίσμα φαίνεται πως ο δημόσιος χώρος έχει παραδοσιακά υποβαθμιστεί σε εκρήξεις πολιτικών και συνδικαλιστικών διεκδικήσεων και διαμαρτυριών και σε παραβιάσεις του ιδιωτικού στην σφαίρα του δημόσιου.

Ενώ όμως ο δημόσιος χώρος ορίζεται ως τέτοιος επειδή επιτρέπει την ελεύθερη συνάθροιση, ως βασικό αστικό κύτταρα κοινωνικού χαρακτήρα, οι συνθήκες που διαμορφώνονται στα σύγχρονα αστικά κέντρα μας υποβιβάζουν σε «ιδιώτες», σε μονάδες και άτομα που νιώθουν ανασφαλείς στο δημόσιο χώρο και κινούνται στα όρια της παραβατικότητας και του κινδύνου (πεζοδρόμια) ή στα όρια της απομόνωσης και της περιθωριοποίησης (πλατείες), ενώ αυτή η συνθήκη απέχει μακράν από την ιδιότητα του πολίτη που είναι μέλος μιας κοινότητας με δικαίωμα να απολαμβάνει το αγαθό του δημόσιου χώρου για την κοινωνική του επαφή.

Και ο υποβιβασμός της σημασίας του δημόσιου χώρου δεν έρχεται μόνο από τους πολίτες. Η ίδια η Πολιτεία αδιαφορεί πασιφανώς. Μέσα στο πνεύμα της κυριαρχίας των οικονομικών μεγεθών και της λιτότητας -για να μη θέσουμε ως βασικό αίτιο την αδιαφορία και τη διαφορετική ιεράρχηση των αναγκών. Οι περισσότεροι δημόσιοι χώροι στάσης δε διαθέτουν αξιοπρεπείς χώρους ανάπαυσης, τέτοιους που να ευνοούν τις πολλαπλές πιθανότητες χρήσης τους στις ανθρώπινες σχέσεις και δραστηριότητες. Κατ’ αναλογία αντίστοιχοι εσωτερικοί δημόσιοι ή κοινόχρηστοι (κοινοτικοί και κοινωνικοί) χώροι σπανίζουν και ως εκ τούτου δεν ευνοείται η συνάθροιση με αντικείμενο τα κοινά.


Ουσιαστικά έχει εκχωρηθεί στον ιδιωτικό τομέα κάθε πρωτοβουλία λειτουργίας ως υποκατάστατο με χώρους ψυχαγωγίας και εμπορίου όπου εξωθείται η ανθρώπινη κοινωνικότητα. Η θεμελιώδης όμως ανθρώπινη ανάγκη της επαφής, της επικοινωνίας και της δημόσιας και ισότιμης διαβούλευσης έτσι ευνουχίζεται ή αναιρείται διότι υποβάλλεται από τη διαμεσολάβηση της οικονομικής συναλλαγής.


Ας μη παραβλέπουμε όμως τα στοιχεία ανατροφοδότησης της σχέσης δημόσιου χώρου και κοινωνίας. Η παρατηρούμενη παθογένεια όχι μόνο αποτυπώνει χαρακτηριστικά της κοινωνίας που τον παρήγαγε, μια κοινωνίας που επιβάλλει την αδιαφορία για το κοινοτικό και την κυριαρχία των ατομικών οικονομικών δραστηριοτήτων, αλλά λειτουργεί και ως κέλυφος για την αναπαραγωγή της κοινωνίας με αυτά τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

Αν δούμε το μεταμοντέρνο να ενεργεί σαν τη Σκύλλα με την ατομικότητα και τον ωχαδερφισμό να κυριαρχούν σε όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού βίου, τότε η Χάρυβδις απειλεί να καταπιεί το δημόσιο χώρο σε βάρος της συλλογικότητας, του σεβασμού και της δημοκρατίας.

* Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, 
Υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος 
ΚΩΣΤΑ ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑ – «ΔΙΑΦΑΝΟΣ ΔΗΜΟΣ»

 
ΠΗΓΕΣ 

1. ΚΕΔΚΕ, 
2. Λ. Οικονόμου, Αστική μεγέθυνση
και περιβάλλον στο δυτικό κόσμο, Περιβάλλον και κοινωνία,σελ. 184. 
3. Δ. Τέλη, Κ. Αξαρλή, Βιοκλιματική προσέγγιση των
αστικών υπαίθριων χώρων, πρακτικά 3ου πανελλήνιου συνεδρίου Κλιματική Αλλαγή, Βιώσιμη Ανάπτυξη…, ό.π., σελ. 329-330. 
4. Έλ. Γεωργιάδου, Οικολογική
δόμηση, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ, ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ, τευχ. 44, σελ. 70. 
5. Β. Πετρίδου, Άγχος και νοσταλγία:
συμπτώματα της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής,  ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ,
ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ, τευχ. 56, σελ. 66. 
6. Μ. Θεοδώρου, Είναι
δυνατή μια αρχιτεκτονική επανάσταση σήμερα;, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ,
ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ, τευχ. 55
, σελ.
35.

 

[1] βλ. ΚΕΔΚΕ, ό.π.
[2] Λ. Οικονόμου, Αστική μεγέθυνση και περιβάλλον στο δυτικό κόσμο, Περιβάλλον και κοινωνία,σελ. 184.
[3] σχετικά με τη βιοκλιματική αρχιτεκτονική από την ηλεκτρονική σελίδα http://www.s-ol-ar.gr/biok_arxit.html. 
[4] Δ. Τέλη, Κ. Αξαρλή, Βιοκλιματική προσέγγιση των αστικών υπαίθριων χώρων, πρακτικά 3ου πανελλήνιου συνεδρίου Κλιματική
Αλλαγή, Βιώσιμη Ανάπτυξη
…, ό.π.,
σελ. 329-330.
[5]
Σε αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικός ο έλεγχος του ηλιασμού καθώς
στοχεύει στον καθορισμό των σκιαζόμενων και ηλιαζόμενων περιοχών ανάλογα
με την εποχή και την ώρα που χρησιμοποιείται ο χώρος και τις ιδιαίτερες
απαιτήσεις των χρηστών. Παράλληλα, σημαντική για την εξασφάλιση της
θερμικής άνεσης είναι η ρύθμιση της θερμοκρασίας και οι επεμβάσεις στην
ανεμορροή για τη βελτίωση των συνθηκών άμεσης λαμβάνοντας υπόψη όλες τις
εποχές του χρόνου και τη σχετική υγρασία με τη χρήση βλάστησης και
υδάτινων στοιχείων.
[6] Έλ. Γεωργιάδου, Οικολογική δόμηση, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ, ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ, τευχ. 44, σελ. 70.
[7] Λ. Οικονόμου, ό.π., σελ. 172.
[8] St. Runciman, Εισαγωγή στο F.M. Tsigakou The Rediscovery of Greece-Travelers and  Painters of the Romantic Era,  Thames and Hudson, London,  1981.
[9] Β. Πετρίδου, Άγχος και νοσταλγία: συμπτώματα της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής,  ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ, ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ, τευχ. 56, σελ. 66.
[10] Μ. Θεοδώρου, Είναι δυνατή μια αρχιτεκτονική επανάσταση σήμερα;, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ, ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ, τευχ. 55 , σελ. 35.
[11] Γ. Πετράκη, ό.π.

– See more at: http://chldimos.blogspot.gr/2009/10/blog-post_23.html#sthash.c81UcsqI.dpuf

[1] βλ. ΚΕΔΚΕ, ό.π.
[2] Λ. Οικονόμου, Αστική μεγέθυνση και περιβάλλον στο δυτικό κόσμο, Περιβάλλον και κοινωνία,σελ. 184.
[3] σχετικά με τη βιοκλιματική αρχιτεκτονική από την ηλεκτρονική σελίδα http://www.s-ol-ar.gr/biok_arxit.html. 
[4] Δ. Τέλη, Κ. Αξαρλή, Βιοκλιματική προσέγγιση των αστικών υπαίθριων χώρων, πρακτικά 3ου πανελλήνιου συνεδρίου Κλιματική
Αλλαγή, Βιώσιμη Ανάπτυξη
…, ό.π.,
σελ. 329-330.
[5]
Σε αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικός ο έλεγχος του ηλιασμού καθώς
στοχεύει στον καθορισμό των σκιαζόμενων και ηλιαζόμενων περιοχών ανάλογα
με την εποχή και την ώρα που χρησιμοποιείται ο χώρος και τις ιδιαίτερες
απαιτήσεις των χρηστών. Παράλληλα, σημαντική για την εξασφάλιση της
θερμικής άνεσης είναι η ρύθμιση της θερμοκρασίας και οι επεμβάσεις στην
ανεμορροή για τη βελτίωση των συνθηκών άμεσης λαμβάνοντας υπόψη όλες τις
εποχές του χρόνου και τη σχετική υγρασία με τη χρήση βλάστησης και
υδάτινων στοιχείων.
[6] Έλ. Γεωργιάδου, Οικολογική δόμηση, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ, ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ, τευχ. 44, σελ. 70.
[7] Λ. Οικονόμου, ό.π., σελ. 172.
[8] St. Runciman, Εισαγωγή στο F.M. Tsigakou The Rediscovery of Greece-Travelers and  Painters of the Romantic Era,  Thames and Hudson, London,  1981.
[9] Β. Πετρίδου, Άγχος και νοσταλγία: συμπτώματα της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής,  ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ, ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ, τευχ. 56, σελ. 66.
[10] Μ. Θεοδώρου, Είναι δυνατή μια αρχιτεκτονική επανάσταση σήμερα;, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ, ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ, τευχ. 55 , σελ. 35.
[11] Γ. Πετράκη, ό.π.

– See more at: http://chldimos.blogspot.gr/2009/10/blog-post_23.html#sthash.c81UcsqI.dpuf