Την πεποίθηση πως εάν έχει συμβεί το ποινικό αδίκημα της εκ προθέσεως παραβίασης του Συντάγματος με την παρακολούθηση πολιτικών προσώπων και σε αυτό προστεθεί και η καταστροφή του αρχείου μιας παρακολούθησης, τότε θεμελιώνεται ακόμα περισσότερο η πειθαρχική και ποινική ευθύνη των αρμοδίων, εξέφρασε ο Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου και σύμβουλος του ΑΣΕΠ, Απόστολος Παπατόλιας, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα 91,6 και 105,8 και στην εκπομπή «Με τούτα και μ΄εκείνα» με τον Φώτη Παπούλια, όταν ρωτήθηκε για το τι θα συμβεί εάν όντως επιβεβαιωθεί ότι έχει καταστραφεί το αρχείο με το υλικό παρακολούθησης του προέδρου του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, Νίκου Ανδρουλάκη.

«Τεκμηριώνεται πέραν πάσης αμφιβολίας η εκ προθέσεως παραβίαση του Συντάγματος, διότι καταστρέφεται το κρίσιμο αποδεικτικό πραγματολογικό υλικό. Αν καταστρέφεις αυτό το αρχείο δεν επιτρέπεις στην ΑΔΑΕ και στα όργανα κοινοβουλευτικού ελέγχου να ασκήσουν τον έλεγχό τους, άρα παραβιάζεις εκ προθέσεως το Σύνταγμα, με τις ποινικές ευθύνες που προβλέπονται. Για τους μεν μετακλητούς και τα διοικητικά στελέχη με τις διαδικασίες του τακτικού ποινικού δικαίου, για δε τα πολιτικά όργανα με τις διαδικασίες σύστασης των Ειδικών Δικαστηρίων που προβλέπουν τα σχετικά άρθρα του Συντάγματος», εξήγησε ο ίδιος.

Αναφορικά με τη μη κλήση του πρωθυπουργού στην Εξεταστική Επιτροπή, ο κ. Παπατόλιας τόνισε ότι ο κ. Μητσοτάκης είχε προϊδεάσει για τη λειτουργία και της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας και της Εξεταστικής, λέγοντας ότι η διαδικασία δεν πρέπει να μετατραπεί σε «κατασκοπευτικό σίριαλ για κομματική κατανάλωση». «Από την άλλη όμως, το ίδιο το νομοθετικό πλαίσιο μέσα από τις προβλέψεις που έχει για τη λειτουργία μιας άλλης ανεξάρτητης Αρχής, λέει ότι ο πρόεδρος της ΑΔΑΕ για κάθε άρση απορρήτου, ενημερώνει τον πρόεδρο της Βουλής, αλλά και τους αρχηγούς των κομμάτων. Που σημαίνει ότι ήδη στο νομοθετικό μας πλαίσιο είναι κατοχυρωμένη η υποχρέωση ενημέρωσης του προέδρου της Βουλής και των πολιτικών αρχηγών», διευκρίνισε.

Συνεπώς, σύμφωνα με τον Καθηγητή, ακόμα και αν δεν επανέλθει η δυνατότητα ενημέρωσης του παρακολουθούμενου από την ΑΔΑΕ, που καταργήθηκε από την κυβέρνηση τον Μάρτιο του 2021, «ισχύει αυτοτελώς η υποχρέωση να ενημερώνονται μέσω της ΑΔΑΕ ο πρόεδρος της  Βουλής και οι αρχηγοί των κομμάτων, για την άρση του απόρρητου» και ως εκ τούτου «θα έπρεπε ήδη να έχει ενημερωθεί ο κ. Ανδρουλάκης».

Ερωτηθείς εάν έχει λόγο ύπαρξης η Εξεταστική Επιτροπή μετά την αποχώρηση της αντιπολίτευσης, είπε πως εάν δεν μπορεί να επιτελέσει με έναν αποτελεσματικό και αξιόπιστο τρόπο την ελεγκτική και εξεταστική αποστολή της, με βάση τις προβλέψεις του Συντάγματος και τον κανονισμό της Βουλής, «πραγματικά δεν υπάρχει κανένας λόγος όχι μόνο για τη σύσταση και τη λειτουργία της, αλλά και για να ασχολούμαστε όλοι οι άλλοι με το πλαίσιο λειτουργίας της». «Φαίνεται ότι όλα ανάγονται στον πολιτικό συσχετικό δυνάμεων, στην αριθμητική δηλαδή του συσχετισμού, που δείχνει ότι τελικώς καμία διαδικασία δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτόν τον κανόνα της ισχύος, όποιος έχει το πάνω χέρι κάνει ό,τι θέλει», τόνισε χαρακτηριστικά.

Αναφορικά με τα όρια του απορρήτου, ο κ. Παπατόλιας αντέτεινε ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς εξειδικευμένος νομικός ή συνταγματολόγος, καθώς τα λένε όλα οι διατάξεις του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής. Σύμφωνα με τον ίδιον, «το άρθρο 43 του Κανονισμού της Βουλής πολύ συγκεκριμένα λέει ότι η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο για ζητήματα που αφορούν τη δραστηριότητα της ΕΥΠ. Ενεργοποιείται αυτό το όργανο είτε με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, είτε με αίτημα της ίδιας της επιτροπής. Και μόνο αν εκτιμήσει ο αρμόδιος υπουργός – το πιθανότερο ο υπουργός Επικρατείας- ότι υπάρχουν λόγοι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος ή προστασίας δεδομένων προσωπικών δεδομένων, τότε περιορίζει αυτή την ενημέρωση». «Αυτό δεν το επικαλέστηκε ποτέ ο υπουργός ο κ. Γεραπετρίτης, κάτι που σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένα νομικό εμπόδιο για να προχωρήσει η επιτροπή», πρόσθεσε ο κ. Παπατόλιας.

Επιπλέον, στην ίδια διάταξη αναφέρεται ότι «οι συζητήσεις για την δραστηριότητα της ΕΥΠ είναι απόρρητες και ότι τα μέλη της δεσμεύονται να τηρούν το απόρρητο». «Τι καταλαβαίνει ο κάθε απλός άνθρωπος που δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις όταν διαβάζει αυτή τη διάταξη; Ότι σε αυτή την Επιτροπή θα τεθούν υπόψιν απόρρητες πληροφορίες. Ειδάλλως, εάν δεν ετίθεντο υπόψιν απόρρητες πληροφορίες,  ποιος ο λόγος να προβλέπει η επιτροπή ότι θα υπάρξει απόρρητο ενώπιον της; Αν μπορούσε, δηλαδή, κατά το δοκούν, αδιακρίτως, ο ελεγχόμενος να επικαλείται το απόρρητο στην επιτροπή, τότε για ποιον λόγο υπήρχε αυτή η συγκεκριμένη διάταξη;», διερωτήθηκε ο Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου.

«Πείτε ότι δεν υπήρχε καθόλου αυτή η διάταξη. Από τη στιγμή που το Σύνταγμα προβλέπει διαδικασία κοινοβουλευτικού ελέγχου και ο κανονισμός της Βουλής εξειδικεύει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο επί της ΕΥΠ μέσω της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, πώς θα ασκούνταν ο έλεγχος επί της ΕΥΠ, εάν τα μέλη της Υπηρεσίας μπορούσαν να επικαλεστούν το απόρρητο; Θα υπήρχε ποτέ η δυνατότητα να γίνει αυτός ο έλεγχος; Δεν θα υπήρχε καμία δυνατότητα ελέγχου. Άρα τι τα προβλέψαμε όλα αυτά και ασχολούμαστε;», αναρωτήθηκε ο κ. Παπατόλιας.