Ο καθηγητής μίλησε σε ψηφιακή ενημερωτική εκδήλωση της ΚΕΔΕ για τον τριπλό ρόλο των εμβολίων, αλλά εξέφρασε και τις ενστάσεις του για την υποχρεωτικότητα χωρίς να υπάρξει πρώτα πλήρης ενημέρωση, καλώντας την Εκκλησία και τους δημάρχους να συνδράμουν στην εκστρατεία υπέρ του εμβολιασμού.

Ο Ηλίας Μόσιαλος ανέλυσε στους δημάρχους τα πραγματικά επιστημονικά δεδομένα γύρω από τα εμβόλια, προσφέροντας επιχειρήματα που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι δήμαρχοι προς τους δημότες τους, αλλά και ο κάθε πολίτης προς τον συμπολίτη του.

Επανέλαβε ότι, σε αντίθεση με τη νόσηση από κορονοϊό, «στα εμβόλια της Pfizer και της Moderna δεν έχουμε δει να υπάρχει θνητότητα. Εκεί που υπάρχει μικρή ανησυχία είναι με το εμβόλιο της Astra Zeneca, όπου είχαμε αυτές τις ιδιάζουσες θρομβώσεις». Αλλά, μετά τη δεύτερη δόση, «το ποσοστό θνητότητας είναι 0,1 ανά 1.000.000 δόσεις», ενώ «αν 1.000.000 πολίτες κολλήσουν κορονοϊό, οι 10.000 θα πεθάνουν».

Ομως, αν και το ποσοστό θνητότητας από τον κορονοϊό αυξάνεται ανάλογα την ηλικία, δεν κάνει διακρίσεις η λεγόμενη μακροχρόνια νόσος του Covid. Σύμφωνα με τον καθηγητή, σε ένα 20%-30% όσων κολλήσουν, «όχι μόνο σε όσους είναι μεγάλης ηλικίας, αλλά και στους κάτω των 50 ετών», ο ιός θα επηρεάσει το καρδιαγγειακό τους σύστημα, το αναπνευστικό και θα δημιουργήσει ώς και νευρολογικά προβλήματα.

«Κι αυτά μπορεί να επιμένουν μέχρι και για 1 χρόνο, γιατί μέχρι τόσο έχουμε γνώση, μπορεί να πάει και πολύ παραπάνω. Αυτό σημαίνει ότι αρκετοί μπορεί να χρειαστεί να νοσηλευτούν, λόγω αυτών των επιπτώσεων της μακροχρόνιας νόσησης του κορονοϊού. Αν έχεις εμβολιαστεί και τα εμβόλια λειτουργήσουν, τότε η πιθανότητα μακροχρόνιας νόσου είναι πολύ μικρή, προφανώς, γιατί δεν θα δημιουργηθεί σημαντική νόσηση», εξήγησε ο κ. Μόσιαλος, τονίζοντας τον τριπλό ρόλο των εμβολίων:

Α. Αποτρέπουν τη δημιουργία σοβαρής λοίμωξης σε ποσοστό 92%-96% (ανάλογα το εμβόλιο), με βάση τα πιο πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα.

Β. Αποτρέπουν σοβαρές μακροχρόνιες επιπλοκές της νόσου.

Γ. Σπάνε τη διασπορά του ιού. Σε ποσοστό 70%-90% ο εμβολιασμένος δεν μεταδίδει τον ιό. Αντιθέτως, ένας ανεμβολίαστος και είναι πιθανό να νοσήσει σοβαρά και μεταδίδει τη νόσο.

Ο καθηγητής εκτίμησε ως πιθανό να έχει επιτευχθεί στην Ελλάδα μέχρι τα τέλη Ιουλίου ένα ποσοστό ανοσίας 60% μέσω εμβολίων και ένα 10% μέσω φυσικής ανοσίας. Ομως, «είναι πολύ πιθανό, τους επόμενους μήνες, να νοσήσουν περισσότεροι, άρα το 10% να εκτιναχθεί. Το ερώτημα είναι τι θα σημαίνει αυτό, γιατί σίγουρα μέχρι το τέλος της χρονιάς θα κολλήσουν όλοι οι ανεμβολίαστοι, εκτός από αυτούς που δεν κυκλοφορούν. Και παιδιά θα εκτεθούν. Γνωρίζουμε ότι η θνησιμότητα στα παιδιά είναι απειροελάχιστη, αλλά μας απασχολεί η μακροχρόνια νόσος Covid», τόνισε, για να προσθέσει: «Θα γίνει το τείχος, αλλά η ανησυχία είναι με τι κόστος».

Πάντως, ο κ. Μόσιαλος δεν υποστήριξε τον υποχρεωτικό εμβολιασμό: «Μπορεί να δημιουργήσει και τα αντίθετα αποτελέσματα, δηλαδή αύξηση αρνητών που θα έχουν επιχειρήματα περί κυβερνητικής παρέμβασης, αν δεν περάσουμε πρώτα τη φάση της πλήρους ενημέρωσης γύρω από τις ανάγκες του εμβολιασμού». «Στους υγειονομικούς έχουμε φτάσει σε ποσοστά συμμετοχής (στον εμβολιασμό) 75%-76%. Γνώμη μου, να περιμένουμε έναν δυο μήνες, να δούμε πού θα φτάσουν αυτά τα ποσοστά. Αν υπερβούν το 90%, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Αν τα ποσοστά καθηλωθούν, τότε ναι, πρέπει να ανοίξει η συζήτηση», είπε χαρακτηριστικά.

Πιο έντονα -από τις μέχρι στιγμής δηλώσεις της- πρέπει να τοποθετηθεί η Εκκλησία υπέρ του εμβολιασμού, τόνισε ο κ. Μόσιαλος αλλά και δήμαρχοι.

Οσον αφορά το μέλλον της πανδημίας, «το ερώτημα είναι τι θα γίνει με τις μεταλλάξεις», σημείωσε ο καθηγητής. «Γνώμη μου είναι ότι όσο περισσότερο (ο ιός) αναγκάζεται να προσαρμόζεται, θα γίνεται λιγότερο επικίνδυνος και με την πρόοδο και την προσαρμογή των εμβολίων θα είμαστε επαρκώς προστατευμένοι. Το μέλλον δεν θα είναι όσο δυσοίωνο λένε. Τα νέα από την επιστήμη είναι θετικά», είπε ο κ. Μόσιαλος, εκτιμώντας ότι από την άνοιξη του 2022 θα μπορούμε να μιλάμε για έξοδο από την πανδημία.

«Το ζήτημα είναι πώς θα προστατευθούμε τους επόμενους μήνες», προειδοποίησε, προτείνοντας διατήρηση μέτρων προστασίας (π.χ. μάσκες σε εσωτερικούς χώρους) και έμφαση στην ενημέρωση των πολιτών μέσω ειδικής ψηφιακής πλατφόρμας, όπου ειδικοί θα απαντούν σε καθένα τους ερώτημα.